Saturday, May 20, 2017

Ιστορική συνέπεια


Αθήνα 1947:

Ο επικεφαλής της αμερικάνικης αποστολής στην Αθήνα "διαφωνούσε με την ιδέα να δοθούν πόροι στην ελληνική κυβέρνηση για εν λευκώ διαχείριση, καθώς είχε σχηματίσει εξαιρετικά αρνητική εικόνα, τόσο για το πολιτικό προσωπικό όσο και για τους έλληνες επιχειρηματίες, τα συνδικάτα και τη δημόσια διοίκηση. Θεωρούσε πως ούτε η πολιτική αλλά ούτε η οικονομική ελίτ στέκονταν στο ύψος των περιστάσεων ώστε να αξίζουν την εμπιστοσύνη της αμερικανικής κυβέρνησης." ... Υπό την απειλή του κομμουνισμού "πρότεινε ενίσχυση της Ελλάδας αλλά υπό καθεστώς άμεσου ελέγχου, δηλαδή διαχείριση των πόρων και σχεδιασμό της οικονομικής πολιτικής από μια αμερικανική οικονομική αποστολή."

Από τα "Εμφύλια Πάθη", Ν. Καλύβας, Ν. Μαραντζίδης, σελ. 375


70 χρόνια αργότερα, αν μη τι άλλο, η ιστορική μας συνέπεια είναι εντυπωσιακή

Saturday, October 15, 2016

Γιατί σιωπούν οι διανοούμενοι;


Η μονότονα επαναλαμβανόμενη ερώτηση που αιωρείται χωρίς να παίρνει απάντηση.

Ιδού οι ερμηνείες δύο διανοουμένων που, παρά την χρονική τους απόσταση και τις διαφορετικές καταβολές τους, συγκλίνουν σε παρόμοια συμπεράσματα.

1) ΚΑΣΤΟΡΙΑΔΗΣ

...η δουλειά του διανοούμενου θα έπρεπε να είναι μια δουλειά κριτική, και πράγματι αυτόν τον ρόλο έπαιξε συχνά στην ιστορία. Για παράδειγμα, τη στιγμή της γέννησης της φιλοσοφίας στην Ελλάδα οι φιλόσοφοι αμφισβητούν τις κατεστημένες συλλογικές παραστάσεις, τις ιδέες για τον κόσμο, για τους θεούς, για τη σωστή τάξη της πόλεως. Αρκετά γρήγορα όμως επέρχεται εκφυλισμός:οι διανοούμενοι εγκαταλείπουν, προδίδουν τον κριτικό τους ρόλο και γίνονται εκλογικευτές του υπάρχοντος, απολογητές της καθεστηκυίας τάξης. Το πιο ακραίο αλλά και εύγλωττο παράδειγμα είναι ο Χέγκελ, ο οποίος διακηρύσσει στο τέλος:"Ο,τι είναι λογικό είναι πραγματικό, και ότι είναι πραγματικό είναι λογικό". Στα πρόσφατα χρόνια έχουμε δυο χτυπητές περιπτώσεις του ίδιου φαινομένου: στη μεν Γερμανία του Χάιντεγκερ και τη βαθιά του προσχώρηση στο "πνεύμα" του ναζισμού, στη δε Γαλλία τον Σαρτρ, ο οποίος από το 1952 τουλάχιστον και μετά δικαιολόγησε τα σταλινικά καθεστώτα και, όταν ήρθε σε ρήξη με τον τρέχοντα κομμουνισμό, έγινε υποστηρικτής του Κάστρο, του Μάο κλπ.

Η κατάσταση αυτή δεν έχει αλλάξει [...] οι δυτικοί διανοούμενοι στην πλειονότητά τους περνούν τον καιρό τους εξυμνώντας τα δυτικά καθεστώτα, και δηλώνοντας ότι οποιαδήποτε κριτική αυτής της ψευδοδημοκρατίας οδηγεί κατευθείαν στο Γκουλάγκ. Κι έτσι έχουμε την ακατάσχετη επανάληψη της κριτικής του ολοκληρωτισμού [...] που επιτρέπει την αποσιώπηση των καυτών προβλημάτων του παρόντος: της αποσύνθεσης των δυτικών κοινωνιών, της απάθειας, του κυνισμού και της διαφθοράς που βασιλεύουν στην πολιτική, της καταστροφής του περιβάλλοντος, της κατάστασης των εξαθλιωμένων χωρών.

Η άλλη υποπερίπτωση του φαινομένου, βλέπουμε κάποιους ν' αποτραβιούνται στον πλαστικό πύργο τους και μέσα σ'αυτόν να κανακεύουν τα πολύτιμα προσωπικά τους δημιουργήματα.

(Η Άνοδος της Ασημαντότητας, απόσπασμα από συνέντευξη του το 1994)


2) ΑΔΩΝΙΣ (Συριακής καταγωγής ποιητής εγκατεστημένος στη Γαλλία)

Ο διανοούμενος τείνει να εξελιχθεί σε ένα είδος δημόσιου λειτουργού, και επομένως παύει να θέλει να αλλάξει τα πράγματα. Δεν μπορείς να είσαι γρανάζι του συστήματος και συγχρόνως να καλλιεργείς τη δημιουργική σκέψη.

(Βία και Ισλάμ, εκδ. Πατάκη, 2015)



Sunday, June 26, 2016

Ακούγοντας τον Ποιητή



«...γιατί, ενώ οι Εβραίοι υπάκουσαν (έστω και με ιδιαίτερο τρόπο) στη φωνή των προφητών τους, οι Έλληνες έκλεισαν τ' αυτιά τους στη φωνή των φιλοσόφων και των ποιητών τους; Γιατί δεν κατευθύνθηκαν κι αυτοί επίσης προς το άπειρο;», διερωτήθηκε ο Κώστας Αξελός [1].


Στην ίδια κατεύθυνση μας προτρέπει να στραφούμε ένας κορυφαίος γνώστης και λάτρης της ελληνικής γραμματείας που μάλιστα τυχαίνει να είναι -τι όμορφη ειρωνεία!- εβραϊκής καταγωγής. Στην απολαυστική συλλογή δοκιμίων του Daniel Mendelsohn [2] που κυκλοφόρησε πρόσφατα στη γλώσσα μας, δεν περιλαμβάνονται δυστυχώς δύο άρθρα ([3], [4]) που έγραψε με αφορμή τις εθνικές μας περιπέτειες.

Στο πρώτο διαπιστώνει ότι, αντίθετα με τα αγαπημένα στερεότυπα των ΜΜΕ που παρουσιάζουν την ελληνική κρίση σαν αρχαιοελληνικό δράμα (“δρακόντεια μέτρα”, “προκρούστεια πολιτική”, “βγαλμένη από τραγωδία του Ευρυπίδη η σύγκρουση με τους δανειστές” κλπ), η Ελληνιστική περίοδος και το Βυζάντιο προσφέρουν καλύτερο πλαίσιο για να εξεταστεί η νεοελληνική συνθήκη. Ο ποιητικός στοχασμός του Καβάφη -βαθύς γνώστης της Ιστορίας και εμβριθής παρατηρητής της εποχής του- είναι το συνδετικό νήμα που προτείνει.




— Γιατί μέσα στην Σύγκλητο μια τέτοια απραξία;
  Τι κάθοντ’ οι Συγκλητικοί και δεν νομοθετούνε;

        Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
        Τι νόμους πια θα κάμουν οι Συγκλητικοί;
        Οι βάρβαροι σαν έλθουν θα νομοθετήσουν.




Τους στίχους αυτούς από το “Περιμένοντας τους Βαρβάρους” χρησιμοποιεί ως εισαγωγή στο δεύτερο άρθρο με τίτλο “Περιμένοντας τους Βαρβάρους” και η Απενεργοποίηση της Κυβέρνησης.

Το ποίημα, γράφει ο D.M, “ξεκινά με ένα κινηματογραφικό πλάνο επικείμενης εθνικής παρακμής. Σε μια τεράστια πλατεία κάποιας πόλης που δεν κατονομάζεται (Ρώμη; Κωνσταντινούπολη; Δεν έχει σημασία γιατί, έτσι κι αλλιώς, αυτό συμβαίνει ξανά και ξανά παντού), ένα πλήθος έχει συγκεντρωθεί και περιμένει ανήσυχο την άφιξη κάποιων “βαρβάρων” (που επίσης δεν κατονομάζονται). Η κυβέρνηση, όπως δηλώνουν οι αρχικοί στίχοι, έχει τεθεί σε αδράνεια - αν μη τι άλλο γιατί οι ισχυρότεροι άνδρες της χώρας, περιλαμβανομένου του ίδιου του αυτοκράτορα με τους αξιωματούχους του περιφέρονται περιμένοντας του βαρβάρους.”

Και συνεχίζει:

“Ο αυτοκράτορας ετοιμάζεται να προσφέρει μια περγαμηνή με τίτλους πολλούς κι ονόματα στον αρχηγό των βαρβάρων- αν και υποπτευόμαστε ότι ο άξεστος ξένος δε θα νοιαστεί• είναι ξεκάθαρο ότι οι βάρβαροι μπορούν να πάρουν ό,τι θέλουν. Ίσως γι' αυτό οι μόνοι που δεν εκπροσωπούνται στην υποδοχή είναι οι άξιοι ρήτορες που σε όλες τις σημαντικές περιστάσεις έρχονται για να βγάλουνε τους λόγους τους, να πούνε τα δικά τους. Διαισθανόμαστε ότι έχει ξεπεραστεί το στάδιο της συζήτησης και της αντιπαράθεσης επιχειρημάτων. Έτσι κι αλλιώς, παρατηρεί ο Καβάφης, οι βάρβαροι βαρυούντ’ ευφράδειες και δημηγορίες. Στη σιωπή που ακολουθεί, βλέπουμε μόνο τις δυσάρεστες εικόνες που προηγούνται του φημισμένου απρόσμενου τέλους του ποιήματος: τα πρόσωπα του πλήθους ξαφνικά σοβαρεύουν, οι δρόμοι αδειάζουν, οι πολίτες γυρίζουν στα σπίτια τους συλλογισμένοι.

Γιατί αδειάζει ξαφνικά η πλατεία, γιατί σκορπίζεται το πλήθος; Γιατί ενύκτωσε κι οι Βάρβαροι δεν ήλθαν. Μόνο στους δύο τελευταίους στίχους ο ποιητής αφήνει να ξεπηδήσει η έκπληξη του φινάλε: το πλήθος περίμενε με ανυπομονησία τους βαρβάρους: Και τώρα τι θα γενούμε χωρίς βαρβάρους. Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις.


Η πολιτισμική εξουθένωση, η πολιτική απραξία, η διεστραμμένη προσδοκία για μια βίαιη κρίση που ίσως άρει το αδιέξοδο και αναζωογονήσει την πολιτεία: αυτά τα τόσο οικεία σε εμάς θέματα ήταν τα αγαπημένα του Καβάφη. Ήταν άλλωστε κάτοικος της Αλεξάνδρειας, μιας πόλης που είχε υπάρξει έμβλημα πολιτισμικής υπεροχής και που είχε καταστεί ασήμαντη όταν γεννήθηκε εκείνος το 1863. Όταν έχεις δει τόση ιστορία να ξετυλίγεται, τόσο μεγαλείο και τόση παρακμή, έχεις πολύ λίγες προσδοκίες από την ιστορία- δηλαδή από την ανθρώπινη φύση και την πολιτική θέληση. Ποίημα το ποίημα, σε στίχους με θέματα από τους αρχαίους μύθους και την αρχαία ιστορία, ο ποιητής απεικόνισε την αναπόφευκτη αποτυχία των καλύτερων προσπαθειών μας.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα οι στίχοι αυτοί από τους “Τρώες”:

Θαρρούμε πως με απόφασι και τόλμη
θ’ αλλάξουμε της τύχης την καταφορά,
κ’ έξω στεκόμεθα ν’ αγωνισθούμε.

Aλλ’ όταν η μεγάλη κρίσις έλθει,
η τόλμη κι η απόφασίς μας χάνονται·
ταράττεται η ψυχή μας, παραλύει·
κι ολόγυρα απ’ τα τείχη τρέχουμε
ζητώντας να γλυτώσουμε με την φυγή.



Η μεγαλειώδης υπόσχεση, η άθλια πραγματικότητα: αυτός είναι κατά τον Καβάφη ο αναπόφευκτος κύκλος των ανθρώπινων υποθέσεων. Το ενδιαφέρον με αυτόν τον ποιητή είναι ότι δεν κρίνει. Απλώς οι άνθρωποι έτσι είναι.

Πράγματι ο Καβάφης έτρεφε τεράστια συμπάθεια για τους απλούς ανθρώπους που είναι τα θύματα αυτού του τρομερού κύκλου. Έγραψε ένα καταπληκτικό ποίημα, “Το 31 π.Χ στην Αλεξάνδρεια”, για έναν μικροπωλητή που τυχαίνει να φτάσει στην πόλη λίγο μετά την ναυμαχία του Ακτίου στην οποία ο μελλοντικός αυτοκράτορας Αύγουστος κέρδισε τον Αντώνιο και την Κλεοπάτρα. Προσπαθώντας απλώς να πουλήσει την πραμάτεια του περιφέρεται στην πόλη με το πλήθος να “τον σκουντά, τον σέρνει, τον βροντά”. Αδυνατεί να καταλάβει “τι είναι η τρέλα αυτή”• στο τέλος πρέπει να δεχθεί την επίσημη εκδοχή του παλατιού, ότι ο Αντώνιος και η Κλεοπάτρα είχαν νικήσει. Το αστείο είναι ότι στην πιο σημαντική στιγμή της ιστορίας τους ο λαός εξαπατάται από μια ηγεσία που ενδιαφέρεται μόνο για την εικόνα της.”


Ας συγχωρέσουν στο σημείο αυτό ο Καβάφης και ο Mendelsohn την ποταπή μου παρέμβαση, αλλά δεν μπορώ να αντισταθώ στον πειρασμό να αναφέρω ότι το πρώτο πράγμα που φέρνουν στο νου μου οι παραπάνω σκέψεις είναι αυτή η εικόνα:






Επιστροφή στον Αλεξανδρινό:

“Εκείνους που ο ποιητής κρίνει -και κρίνει σκληρά- είναι οι ηγέτες που αποποιούνται τις ευθύνες τους προς τις αρχές και προς τους λαούς τους. Ο Καβάφης δεν είχε σε καμία υπόληψη εκείνους που από προσωπικό συμφέρον ή αυταρέσκεια οδηγούν τον λαό σε επικίνδυνες αυταπάτες. Σε ένα καυστικό ποίημα του 1915 , “Η Διορία του Νέρωνος”, ο διαβόητος αυτοκράτορας λαμβάνει μια προφητεία που τον προειδοποιεί για την ηλικία των εβδομήντα τριών. Ο τριαντάχρονος Ρωμαίος σκέφτεται αυτάρεσκα ότι “είχε καιρόν ακόμα να χαρεί”- αγνοώντας μακαρίως ότι ένας από τους σπουδαίους στρατηγούς του, που έμελλε να συμμετέχει στο πραξικόπημα που θα τον ανέτρεπε, ήταν εβδομήντα τριών ετών.

Τα θεμελιώδη αμαρτήματα σύμφωνα με την ματιά του Καβάφη στην ιστορία και την πολιτική είναι ο εφησυχασμός, η αυταρέσκεια και μια σολιψιστική ανικανότητα να δει κανείς τη μεγάλη εικόνα. Εκείνοι που θαύμαζε ήταν οι πολιτικές μορφές που κάνουν το σωστό ακόμα κι αν γνωρίζουν ότι έχουν μικρές πιθανότητες επιτυχίας: τους μεγάλους “losers” της ιστορίας, αξιολάτρευτους στην άκαρπη αφοσίωση τους στην ηθική συμπεριφορά - ή απλώς αρκετά συνετούς ώστε να γνωρίζουν πότε το παιχνίδι έχει χαθεί. Στο “Απολείπειν ο θεός Αντώνιον”, ένα από τα γνωστότερα ποιήματα (διασκευασμένο από τον Leonard Cohen ως “Alexandra leaving”) σχετικά με το αγαπημένο του πρόσωπο από την ιστορία, ο Καβάφης παροτρύνει τον ηττημένο Ρωμαίο να μην ανωφέλετα θρηνεί για τα έργα σου που απέτυχαν, τα σχέδια της ζωής σου που βγήκαν όλα πλάνες και να μη γελασθείς, μην πεις πως ήταν ένα όνειρο. Αντίθετα, πρέπει να ακούσει με συγκίνησιν το διερχόμενο πλήθος και να αποχαιρετίσει την πόλη -σύμβολο του αυτοκρατορικού του ονείρου- που χάνεις.


Ακόμα μεγαλύτερος είναι ο θαυμασμός του ποιητή για τον “απρόθυμο αυτοκράτορα” του Βυζαντίου, τον Ιωάννη Κατακουζηνό (περιπου 1295-1383). Ο Κατακουζηνός, ένας ευγενής που έμπλεξε σε μια πικρή μάχη ισχύος με μια διεφθαρμένη και καταστροφική αντιβασιλέα, υπήρξε αυτοκράτορας για λίγο, αλλά τελικά αποσύρθηκε σε ένα μοναστήρι όπου έγραφε ιστορία για το υπόλοιπο της ζωής του. Σε ένα ποίημα του 1925 με τίτλο “Από υαλί χρωματιστό” o Καβάφης αφηγείται πως ο αυτοκράτορας και η γυναίκα του αναγκάστηκαν να φορέσουν εμβλήματα φτιαγμένα από γυαλί κατά την στέψη τους γιατί τα αυτοκρατορικά κοσμήματα είχαν ξεπουληθεί από τους άπληστους εχθρούς τους. Όμως για τον ποιητή δεν υπάρχει τίποτα το ντροπιαστικό στα ταπεινά στολίδια, τα οποία φορούσαν σαν σύμβολα τιμής:

“Είναι τα σύμβολα του τι ήρμοζε να έχουν,
του τι εξ άπαντος ήταν ορθόν να έχουν
στην στέψι των…”



Η ήρεμη αποδοχή και ο ρεαλισμός ήταν για τον ιστορικό ποιητή οι μεγαλύτερες αρετές στην πολιτική ζωή, ιδιαίτερα στις ήττες. Δεν είναι τυχαίο ότι τα τέσσερα ποιήματα σχετικά με τον Κατακουζηνό τα έγραψε στο πρώτο μισό της δεκαετίας του 1920, κατά τη διάρκεια και αμέσως μετά την καταστροφική μικρασιατική εκστρατεία. Ο Καβάφης μπορεί να βυθιζόταν στα ιστορικά του βιβλία διάβαζε όμως και εφημερίδες: οι πολιτικές συνέπειες των προσωπικών και εθνικών αυταπατών ήταν απολύτως πραγματικές για τον ποιητή, που από την γεωγραφική και διανοητική οπτική του σε μια αρχαία πόλη, ήξερε ότι τέτοιες αυταπάτες πληρώνονται με αίμα. Αυτό, βεβαίως, δεν έχει αλλάξει με τα χρόνια.

Η αδράνεια φυσικά μπορεί να είναι το ίδιο καταστροφική όσο η δράση κατόπιν λανθασμένων συμβουλών. Γι’ αυτόν τον λόγο η άσκοπη αναμονή που ο Καβάφης παρουσιάζει καταπληκτικά στο “Περιμένοντας τους Βαρβάρους” είναι τόσο κατακριτέα. Το σθένος των ηγετών, η αποτελεσματικότητα της ρητορείας τους, η πολιτική θέληση των πολιτών έχουν τόσο ατροφήσει από την οκνηρία, την πολυτέλεια και τον εφησυχασμό που μόνο σε μια καταστροφή μπορούν να ελπίζουν να ανανεώσει την πολιτεία. Ανάλογα τις πεποιθήσεις του μπορεί κάποιος να μπει στον πειρασμό να αντιστοιχίσει την τωρινή κρίση στους “Βαρβάρους” με πολλούς τρόπους: Είναι οι βάρβαροι οι Δημοκρατικοί ή οι Ρεπουμπλικάνοι;”

Προφανώς τέτοιες αντιστοιχήσεις έρχονται αυτόματα στο μυαλό του Έλληνα αναγνώστη: Είναι οι Βάρβαροι το ένα κόμμα ή το άλλο; Είναι οι ανίκανες ελληνικές κυβερνήσεις ή οι μοχθηροί ξένοι που ευθύνονται για τα δεινά του; Είναι η δημαγωγία των πολιτικών ή η δική του ευπιστία που τον φέρνουν στη θέση του εξαπατημένου;

“Για τον Καβάφη αυτές οι λεπτομέρειες μικρή σημασία έχουν. Το ζήτημα είναι ότι αυτά τα πράγματα συμβαίνουν ξανά και ξανά, και πέραν από οτιδήποτε άλλο μπορεί να σημαίνουν, θέτουν πάντοτε σε δοκιμασία τους χαρακτήρες - μεμονωμένων πολιτικών ή ολόκληρων εθνών. Ειδικά όταν οι βάρβαροι (όποιοι κι αν είναι) βρίσκονται προ των πυλών, όταν η κρίση είναι αναπόφευκτη, είναι τότε που η σωστή δράση είναι η μόνη επιλογή, ανεξάρτητα από τις πιθανότητες επιτυχίας. Ακόμα και στην πολιτική, είναι το ταξίδι που μετράει, όχι ο προορισμός."



Κλείνω όπως ξεκίνησα, με τη σκέψη του Αξελού. Μήπως η αιτία αλλά και το πιο αποκρουστικό πρόσωπο της παρακμής είναι η περιφρόνηση του άπειρου και η αποθέωση του ευτελούς; Ας ακούσουμε επιτέλους τους ποιητές και τους φιλοσόφους μας.



Περιμένοντας τους Bαρβάρους


— Τι περιμένουμε στην αγορά συναθροισμένοι;

Είναι οι βάρβαροι να φθάσουν σήμερα.

— Γιατί μέσα στην Σύγκλητο μια τέτοια απραξία;
Τι κάθοντ’ οι Συγκλητικοί και δεν νομοθετούνε;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
Τι νόμους πια θα κάμουν οι Συγκλητικοί;
Οι βάρβαροι σαν έλθουν θα νομοθετήσουν.


—Γιατί ο αυτοκράτωρ μας τόσο πρωί σηκώθη,
και κάθεται στης πόλεως την πιο μεγάλη πύλη
στον θρόνο επάνω, επίσημος, φορώντας την κορώνα;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
Κι ο αυτοκράτωρ περιμένει να δεχθεί
τον αρχηγό τους. Μάλιστα ετοίμασε
για να τον δώσει μια περγαμηνή. Εκεί
τον έγραψε τίτλους πολλούς κι ονόματα.


— Γιατί οι δυο μας ύπατοι κ’ οι πραίτορες εβγήκαν
σήμερα με τες κόκκινες, τες κεντημένες τόγες·
γιατί βραχιόλια φόρεσαν με τόσους αμεθύστους,
και δαχτυλίδια με λαμπρά, γυαλιστερά σμαράγδια·
γιατί να πιάσουν σήμερα πολύτιμα μπαστούνια
μ’ ασήμια και μαλάματα έκτακτα σκαλιγμένα;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα·
και τέτοια πράγματα θαμπώνουν τους βαρβάρους.


—Γιατί κ’ οι άξιοι ρήτορες δεν έρχονται σαν πάντα
να βγάλουνε τους λόγους τους, να πούνε τα δικά τους;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα·
κι αυτοί βαρυούντ’ ευφράδειες και δημηγορίες.

— Γιατί ν’ αρχίσει μονομιάς αυτή η ανησυχία
κ’ η σύγχυσις. (Τα πρόσωπα τι σοβαρά που εγίναν).
Γιατί αδειάζουν γρήγορα οι δρόμοι κ’ η πλατέες,
κι όλοι γυρνούν στα σπίτια τους πολύ συλλογισμένοι;

Γιατί ενύχτωσε κ’ οι βάρβαροι δεν ήλθαν.
Και μερικοί έφθασαν απ’ τα σύνορα,
και είπανε πως βάρβαροι πια δεν υπάρχουν.

__

Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους.
Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις.




Τρώες


Είν’ η προσπάθειές μας, των συφοριασμένων·
είν’ η προσπάθειές μας σαν των Τρώων.
Κομμάτι κατορθώνουμε· κομμάτι
παίρνουμ’ επάνω μας· κι αρχίζουμε
νάχουμε θάρρος και καλές ελπίδες.

Μα πάντα κάτι βγαίνει και μας σταματά.
Ο Aχιλλεύς στην τάφρον εμπροστά μας
βγαίνει και με φωνές μεγάλες μάς τρομάζει.—


Είν’ η προσπάθειές μας σαν των Τρώων.
Θαρρούμε πως με απόφασι και τόλμη
θ’ αλλάξουμε της τύχης την καταφορά,
κ’ έξω στεκόμεθα ν’ αγωνισθούμε.

Aλλ’ όταν η μεγάλη κρίσις έλθει,
η τόλμη κι η απόφασίς μας χάνονται·
ταράττεται η ψυχή μας, παραλύει·
κι ολόγυρα απ’ τα τείχη τρέχουμε
ζητώντας να γλυτώσουμε με την φυγή.

Όμως η πτώσις μας είναι βεβαία. Επάνω,
στα τείχη, άρχισεν ήδη ο θρήνος.
Των ημερών μας αναμνήσεις κλαιν κ’ αισθήματα.
Πικρά για μας ο Πρίαμος κ’ η Εκάβη κλαίνε.




Το 31 π.X. στην Aλεξάνδρεια


Aπ’ την μικρή του, στα περίχωρα πλησίον, κώμη,
και σκονισμένος από το ταξείδι ακόμη

έφθασεν ο πραγματευτής. Και «Λίβανον!» και «Κόμμι!»
«Άριστον Έλαιον!» «Άρωμα για την κόμη!»

στους δρόμους διαλαλεί. Aλλ’ η μεγάλη οχλοβοή,
κ’ η μουσικές, κ’ η παρελάσεις πού αφίνουν ν’ ακουσθεί.

Το πλήθος τον σκουντά, τον σέρνει, τον βροντά.
Κι όταν πια τέλεια σαστισμένος, «Τι είναι η τρέλλα αυτή;» ρωτά,

ένας του ρίχνει κι αυτουνού την γιγαντιαία ψευτιά
του παλατιού — που στην Ελλάδα ο Aντώνιος νικά.




Η Διορία του Nέρωνος


Δεν ανησύχησεν ο Νέρων όταν άκουσε
του Δελφικού Μαντείου τον χρησμό.
«Τα εβδομήντα τρία χρόνια να φοβάται.»
Είχε καιρόν ακόμη να χαρεί.
Τριάντα χρονώ είναι. Πολύ αρκετή
είν’ η διορία που ο θεός τον δίδει
για να φροντίσει για τους μέλλοντας κινδύνους.

Τώρα στην Pώμη θα επιστρέψει κουρασμένος λίγο,
αλλά εξαίσια κουρασμένος από το ταξείδι αυτό,
που ήταν όλο μέρες απολαύσεως —
στα θέατρα, στους κήπους, στα γυμνάσια ...
Των πόλεων της Aχαΐας εσπέρες ...
A των γυμνών σωμάτων η ηδονή προ πάντων ...


Aυτά ο Νέρων. Και στην Ισπανία ο Γάλβας
κρυφά το στράτευμά του συναθροίζει και το ασκεί,
ο γέροντας ο εβδομήντα τριώ χρονώ.




Απολείπειν ο θεός Aντώνιον


Σαν έξαφνα, ώρα μεσάνυχτ’, ακουσθεί
αόρατος θίασος να περνά
με μουσικές εξαίσιες, με φωνές—
την τύχη σου που ενδίδει πια, τα έργα σου
που απέτυχαν, τα σχέδια της ζωής σου
που βγήκαν όλα πλάνες, μη ανωφέλετα θρηνήσεις.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
αποχαιρέτα την, την Aλεξάνδρεια που φεύγει.
Προ πάντων να μη γελασθείς, μην πεις πως ήταν
ένα όνειρο, πως απατήθηκεν η ακοή σου·
μάταιες ελπίδες τέτοιες μην καταδεχθείς.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
σαν που ταιριάζει σε που αξιώθηκες μια τέτοια πόλι,
πλησίασε σταθερά προς το παράθυρο,
κι άκουσε με συγκίνησιν, αλλ’ όχι
με των δειλών τα παρακάλια και παράπονα,
ως τελευταία απόλαυσι τους ήχους,
τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου,
κι αποχαιρέτα την, την Aλεξάνδρεια που χάνεις.





Από υαλί χρωματιστό


Πολύ με συγκινεί μια λεπτομέρεια
στην στέψιν, εν Βλαχέρναις, του Ιωάννη Καντακουζηνού
και της Ειρήνης Aνδρονίκου Aσάν.
Όπως δεν είχαν παρά λίγους πολυτίμους λίθους
(του ταλαιπώρου κράτους μας ήταν μεγάλ’ η πτώχεια)
φόρεσαν τεχνητούς. Ένα σωρό κομμάτια από υαλί,
κόκκινα, πράσινα ή γαλάζια. Τίποτε
το ταπεινόν ή το αναξιοπρεπές
δεν έχουν κατ’ εμέ τα κομματάκια αυτά
από υαλί χρωματιστό. Μοιάζουνε τουναντίον
σαν μια διαμαρτυρία θλιβερή
κατά της άδικης κακομοιριάς των στεφομένων.
Είναι τα σύμβολα του τι ήρμοζε να έχουν,
του τι εξ άπαντος ήταν ορθόν να έχουν
στην στέψι των ένας Κυρ Ιωάννης Καντακουζηνός,
μια Κυρία Ειρήνη Aνδρονίκου Aσάν.



Το σύνολο του έργου του Καβάφη υπάρχει εδώ.




[1] Η Μοίρα της σύγχρονης Ελλάδας, Κ. Αξελός, εκδ. Νεφέλη
[2] Περιμένοντας τους Βαρβάρους, Ντ. Μέντελσον, εκδ. Πατάκη
[3] http://www.newyorker.com/magazine/2015/07/27/the-right-poem
[4] http://www.newyorker.com/books/page-turner/waiting-for-the-barbarians-and-the-government-shutdown

Friday, July 31, 2015

Il Conformista



Οι εθνικές επέτειοι γίνονται ακόμα σημαντικότερες όταν διδάσκουν κάτι. Το κέρδος μου από τον φετινό εορτασμό της πτώσης της χούντας ήταν ότι έφερε στην αντίληψή μου αυτό το εύγλωττο ποίημα του Μανώλη Αναγωνστάκη:

Φοβάμαι

Φοβάμαι
τους ανθρώπους που εφτά χρόνια
έκαναν πως δεν είχαν πάρει χαμπάρι
και μια ωραία πρωία –μεσούντος κάποιου Ιουλίου–
βγήκαν στις πλατείες με σημαιάκια κραυγάζοντας
«Δώστε τη χούντα στο λαό».
Φοβάμαι τους ανθρώπους
που με καταλερωμένη τη φωλιά
πασχίζουν τώρα να βρουν λεκέδες στη δική σου.
Φοβάμαι τους ανθρώπους
που σου 'κλειναν την πόρτα
μην τυχόν και τους δώσεις κουπόνια
και τώρα τους βλέπεις στο Πολυτεχνείο
να καταθέτουν γαρίφαλα και να δακρύζουν.
Φοβάμαι τους ανθρώπους
που γέμιζαν τις ταβέρνες
και τα 'σπαζαν στα μπουζούκια
κάθε βράδυ
και τώρα τα ξανασπάζουν
όταν τους πιάνει το μεράκι της Φαραντούρη
και έχουν και «απόψεις».
Φοβάμαι τους ανθρώπους
που άλλαζαν πεζοδρόμιο όταν σε συναντούσαν
και τώρα σε λοιδορούν
γιατί, λέει, δεν βαδίζεις στον ίσιο δρόμο.
Φοβάμαι, φοβάμαι πολλούς ανθρώπους.
Φέτος φοβήθηκα ακόμα περισσότερο.


(Νοέμβριος 1983)



Όσο η Ιστορία προχωρά, ο κατάλογος των "φοβάμαι" μεγαλώνει.

Φοβάμαι κι εγώ...
Εκείνους που φόρεσαν ζιβάγκο και έθρεψαν μουστάκες τότε που η πολιτική μόδα τα επέβαλε.
Τους παλιούς αφισοκολλητές που έβαλαν κουστούμια και ντύθηκαν εκσυγχρονιστές.
Όσους όψιμα σαγηνεύτηκαν από το επαναστατικό πνεύμα της Αριστεράς για να προστατεύσουν τις καπιταλιστικές/αστικές τους ανέσεις.
Φοβάμαι τους χαμαιλέοντες και τους κομφορμιστές που, σαν τον ήρωα του Μοράβια, συμπορεύονται με οποιονδήποτε θεωρούν ότι εξασφαλίζει τη βολή τους. Και όταν τα πράγματα στραβώσουν, μαζεύονται στις πλατείες, μουτζώσουν εκείνους που επευφημούσαν και περιμένουν να δουν προς τα που θα φυσήξει ο επόμενος άνεμος για να προσαρμόσουν τα πανιά τους.

Δεν έχω αναμνήσεις από τα χρόνια εκείνα, αλλά είναι σα να βλέπω μπροστά μου
τους ανθρώπους που εφτά χρόνια
έκαναν πως δεν είχαν πάρει χαμπάρι
και μια ωραία πρωία –μεσούντος κάποιου Ιουλίου–
βγήκαν στις πλατείες με σημαιάκια κραυγάζοντας
«Δώστε τη χούντα στο λαό».

Sunday, June 28, 2015

Περί Δημοψηφισμάτων


Πολλοί πιστεύουν ότι τα δημοψηφίσματα είναι εξ ορισμού η κορυφαία έκφραση της Δημοκρατίας. Είναι πράγματι έτσι; Όχι απαραίτητα, απαντάει ο Ρ. Ρούφος (ένας αφοσιωμένος υπερασπιστής της δημοκρατίας και της ελευθερίας και νηφάλιος -και γι' αυτό δυστυχώς λησμονημένος- στοχαστής), και εξηγεί πότε ένα δημοψήφισμα είναι αθέμιτο:

"Δυο λογιών δημοψηφίσματα είναι θεμιτά με δημοκρατικά κριτήρια. Το ένα (Referendum), που εφαρμόζεται από παλιά στα ελβετικά καντόνια, διενεργείται μέσα σε ένα ισχύον πολίτευμα και ζητάει να αποφανθούν οι εκλογείς άμεσα πάνω σ΄ένα απλό και συγκεκριμένο ερώτημα, όπου μπορεί κανείς ν' απαντήσει πραγματικά μ΄ένα "Ναι" ή μ΄ένα "Όχι":λ.χ "Θέλετε να ψηφίζουν οι γυναίκες;" Το άλλο (Plebiscite) αφορά το ίδιο το πολίτευμα και είναι και εκείνο θεμιτό όταν το ερώτημα, και πάλι, είναι απλό- του τύπου "Βασιλευομένη ή Αβασίλευτη Δημοκρατία;"

Η αθέμιτη εκμετάλλευση του θεσμού αρχίζει όταν χρησιμοποιείται σαν υποκατάστατο άλλης δημοκρατικής διαδικασίας, ζητώντας πονηρά μ΄ένα ¨Ναι" ή μ΄ένα "Όχι" σε θέματα που από τη φύση τους δεν επιδέχονται μονολεκτική απάντηση (χωρίς να δίνεται σοβαρή διαζευκτική λύση). Μ' αυτή τη νοθευμένη μορφή μεταχειρίζονται συνήθως το δημοψήφισμα τα καθεστώτα, είτε για να προσδώσουν "λαϊκό χρίσμα" στην εξουσία τους είτε για να επικυρώσουν τετελεσμένα γεγονότα ή να επιβάλλουν πλατιές και περίπλοκες μεταρρυθμίσεις με τη "συγκατάθεση" των εκλογέων. Χαρακτηριστικό, σ'όλες τις περιπτώσεις, είναι ότι ο ψηφοφόρος δεν έχει γνήσια εκλογή. Κι όταν ακόμα του δίνουν τη δυνατότητα να ψηφίσει εναντίον στην πρόταση-πράγμα σπάνιο, γιατί κατά κανόνα τέτοια δημοψηφίσματα διεξάγονται σε κλίμα ψυχολογικής ή υλικής βίας- το ερώτημα είναι διατυπωμένο με τέτοιο τρόπο, ώστε η πρόταση όσο οδυνηρή κι αν είναι να φαίνεται σε πολλούς προτιμότερη από την εναλλακτική που μοιάζει να οδηγεί σε αδιέξοδο."



Το απόσπασμα είναι από το δοκίμιο Οι Περιφρονητές του Πλήθους, που περιλαμβάνεται στο βιβλίο του Ρόδη Ρούφου, Οι Μεταμορφώσεις του Αλαριχου και άλλα Δοκίμια, εκδ. Ίκαρος, 1971

Sunday, June 21, 2015

The mechanics of Sisyphus


MC Escher commented on his work Ascending and Descending:

“That staircase is a rather sad, pessimistic subject, as well as being very profound and absurd. With similar questions on his lips, our own Albert Camus has just smashed into a tree in his friend’s car and killed himself. An absurd death, which had rather an effect on me. Yes, yes, we climb up and up, we imagine we are ascending; every step is about 10 inches high, terribly tiring – and where does it all get us? Nowhere.”


Saturday, March 21, 2015

Wasted Beauty


Two images.

The first, a photograph in black and white that captured a situation in a fraction of a second.
The other, a painting, full of vivid colours depicting a rather static scene.



Different media, different formal qualities and yet so relevant, as if they were meant to be placed one next to the other.

Two young girls working in public spaces, serving crowds that hardly notice their existence. It seems as if they were visible only to the eyes of the artists, Robert Frank and Edward Hopper.

The look of the elevator girl and the body posture of the cinema girl radiate the boredom and the frustration caused by their repetitive, uninteresting jobs.

Jack Kerouac, who wrote the foreword of the legendary book The Americans where the photograph belongs, asked Frank if hew new the girl's telephone number. I am sure he wouldn't mind dating the blonde from the painting either.

Luckily we have Art to preserve some humanity in this mechanical world.

Saturday, March 14, 2015

Κυριακή απόγευμα σε έναν ήσυχο επαρχιακό δρόμο.


Υπάρχουν άνθρωποι που έχουν την βαθειά εσωτερική ανάγκη να επικοινωνούν με το κάρμα τους, να ονειροπολούν, να αποτραβιούνται για λίγο από την πεζή πραγματικότητα και να ταξιδεύουν στη σφαίρα του αφηρημένου. Και άλλοι που την ανάγκη αυτή δεν την αισθάνονται, δεν την καταλαβαίνουν και επιμένουν να επαναφέρουν τους "ταξιδιώτες" στον πρακτικό τους κόσμο.


Κάτι τέτοιο απεικονίζει ο πίνακας του Edward Hopper, Four Lane Road (1956).




Ο άντρας, χαλαρωμένος από τον καπνό του πούρου του, ρεμβάζει, βυθισμένος στις σκέψεις του, το ηλιοβασίλεμα. Από το παράθυρο ξεπροβάλλει η γυναίκα του γεμάτη ένταση.
Το φαγητό είναι έτοιμο! Έλα προτού κρυώσει! του φωνάζει.
Εκείνος θα ήθελε να την αγνοήσει, να συνεχίσει την αιθεροβασία του. Η ζημιά όμως έγινε. Το σφιγμένο αριστερό του χέρι μαρτυρά ότι η γαλήνη του έχει πια χαθεί.

Ο τίτλος που δίνω εγώ στον πίνακα είναι "Το Κάρμα και η Φασολάδα"

Γι' αυτό λατρεύω τον Hopper. Κάθε έργο του σε προκαλεί να ανασυνθέσεις μια ιστορία.

Friday, February 6, 2015

Van Gogh and Vivian Maier



I have seen people weeping when overwhelmed by the power of a work of art. I wish I had this kind of sensitivity, but I don't. When I burst into tears, it is because of human beings and their tragic destinies.

One of the most heartbreaking stories among artists is the one of Vincent van Gogh. The painter whose name became almost a synonym for his art, a cursed soul that has been struggling between genius and insanity (I am not strictly speaking mad, for my mind is absolutely normal in the intervals, and even more so than before. But during the attacks it is terrible—and then I lose consciousness of everything. But that spurs me on to work and to seriousness, as a miner who is always in danger makes haste in what he does, he wrote [1]), with a feverish talent that distinguished him from anyone before or after, this person so desperate for recognition as anyone involved in creative activities can be, died without having sold any of his works, that later would be globally considered as masterpieces.




Vincent was thirty-seven [when he shot himself]. The abbot in Auvers refused to allow a funeral service in his church. Van Gogh was foreign and Protestant and a suicide.

So Theo
(his brother) bought a plot in a new cemetery on a barren plateau above the town, a distance from the church. Vincent was in his element, among the wheat fields, under the sun and stars, an outlier, as always. [1]

By a strange coincidence it was in Amsterdam (at FOAM), a few hundreds of meters away from the van Gogh Museum, that I saw the exhibition of Vivian Maier, a photographer with a similar fate:

Vivian Maier (New York, 1926 - 2009) worked as a professional nanny throughout her life. In her free time, she documented life in large American cities such as New York and Chicago, although no one in her immediate circle ever saw the results. She left behind an imposing body of work, consisting of 100,000 negatives. Its quality can be compared to that of famed contemporaries like Joel Sternfeld, Joel Meyerowitz, Elliot Erwitt and Garry Winogrand. [...]

In 1951 she became a nanny, work she continued to do for the rest of her life. Those who were acquainted with her characterised Maier as extremely intelligent, eccentric, curious and a free spirit. She documented all that caught her attention, in photos as well as sound and motion pictures. On the street she was fairly inconspicuous: she wore a hat, a long dress, a woollen coat and men's shoes, and she never left the house without a camera around her neck.
[2]




Although, it seems, Vivian Maier had not received any formal education on Art or Photography, with my modest knowledge on the topic, I can say that her work is comparable to those of the legends of street photography.

In the 1990's, because of financial problems, she had to stop taking photographs. Her photo archive with the rest of her possessions were auctioned because she could not afford to pay her rent.

In 2008 Maier suffered a nasty fall on the ice in Chicago and died in April 2009. She left behind an immense photographic archive. [2]

The work of V.M can be seen at: www.vivianmaier.com


But then again, Vivian Maier was blessed like those glorious few, who manage to spend most of their lives doing what they love the most.

Real artists paint things not as they are, but as they feel them.
Vincent



[1] http://www.nybooks.com/articles/archives/2015/feb/05/van-gogh-courage-and-cunning/?insrc=whc
[2] www.foam.com, from the catalogue of the exhibition

Ξερόλες και Μαϊντανοί


Ξερόλες, καθώς φαίνεται, υπήρχαν παντού και πάντα και σε αυτούς θα πρέπει να αναφερόταν ο M. de Montaigne στα μνημειώδη Δοκίμια του, όταν έγραφε:

"Για να μαθαίνω πάντα κάτι από την επαφή μου με τους άλλους, ακολουθώ την εξής τακτική: ανακαλώ εκείνους με τους οποίους κουβεντιάζω τα θέματα που γνωρίζουν καλύτερα.

Αρκεί στον τιμονιέρη για τους αέρηδες να κουβεντιάζει,
στον αγρότη για τα ταυριά του,
για τις πληγές του κάνει λόγο ο πολεμιστής, για τα κοπάδια του ο βοσκός.


Γιατί το αντίθετο συμβαίνει συνηθέστερα:ο καθένας διαλέγει μάλλον να πολυλογεί για το επάγγελμα κάποιου άλλου παρά για το δικό του, θεωρώντας ότι αποκτάει έτσι καινούργια φήμη." [*]

Πέντε αιώνες αργότερα, στην εποχή της κυριαρχίας των media, η συμβουλή του συνιστά μια οξυδερκή μέθοδο άμυνας απέναντι στους μαϊντανούς της τηλεόρασης, των εφημερίδων και του facebook. Προσωπικά αντιμετωπίζω με μεγάλο σκεπτικισμό εκείνους τους επώνυμους που καταχρώμενοι το κύρος ή την διασημότητα τους, τοποθετούνται επί παντώς επιστητού και συνήθως επί ζητημάτων που αγνοούν. Το ότι κάποιος κλωτσάει καλά μια μπάλα, συνθέτει όμορφα τραγούδια, ή έχει υπήρξε όμορφος/η στο παρελθόν δεν τον καθιστά ειδήμονα στα οικονομικά, την εξωτερική πολιτική ή τις διεθνείς σχέσεις. Δυστυχώς, πολύ συχνά, τέτοιοι άνθρωποι διαμορφώνουν την κοινή γνώμη.

[*] M. de Montaigne, Δοκίμια, Βιβλίο Πρώτο, Κεφ. 17, εκδ. Εστίας