Sunday, February 20, 2022

Κάτοικοι των δρόμων


Η ζωή τα έφερε έτσι και συνδέθηκα με το Ρίο ντε Τζανέιρο. Δεν εγκαταστάθηκα εκεί ποτέ αλλά το επισκέπτομαι συχνά. Μετά τα πρώτα εντελώς τουριστικά ταξίδια ο ορίζοντας μου άρχισε να διευρύνεται πέρα από τις διάσημες παραλίες και τους γύρω δρόμους, την βιτρίνα δηλαδή της πόλης, και τα βήματα μου με πήγαν σε γειτονιές κοντύτερα στην πραγματική ζωή. 

Όχι πως και στην κοσμοπολίτικη ατμόσφαιρα της Ipanema  ή της Copacabana δεν υπάρχουν λόγοι για να υποπτευθεί κανείς πόσο δύσκολα τα φέρνουν βόλτα οι στρατιές φτωχοδιαβόλων που παρελαύνουν ασταμάτητα πέρα-δώθε κάτω από τον καυτό ήλιο στην υπηρεσία των λουομένων. Ο περιστασιακός επισκέπτης, όμως, που αφήνει για λίγες μέρες πίσω του τη ρουτίνα και αντικρίζει για πρώτη φορά αυτό το θαυμάσιο τοπίο, που λιάζεται και ρουφά την καιπιρίνια του, δικαιολογείται να εστιάζει στις ομορφιές κι όχι στη μιζέρια. 

 

Προχωρώντας στα ενδότερα λοιπόν, μακριά από τη μυρωδιά του αντηλιακού και τα πολύχρωμα μπικίνι τα πράγματα ζορίζουν. Ο αριθμός των αστέγων είναι συνταρακτικός. Οι “κάτοικοι των δρόμων”, όπως τους αποκαλούν στα πορτογαλικά, βρίσκονται παντού. Ξαπλωμένοι σε πεζοδρόμια και πλατείες, στο επιχειρηματικό κέντρο, σε εμπορικούς δρόμους, σε καλοβαλμένες συνοικίες, ζαρωμένοι πάνω στα χαρτόνια τους με ήλιο και βροχή, οικογένειες με μωρά, μικρά παιδιά και ελάχιστα υπάρχοντα• είναι τόσο πολλοί που συχνά αναγκάζεσαι να περάσεις από πάνω τους. Ένας Θεός ξέρει αν και που βρίσκουν τροφή - μάλλον στα σκουπίδια, ή ίσως κάποιοι να επαφίονται στη γενναιοδωρία των περιοίκων να τους ελεήσουν με τα αποφάγια τους. 

Παρατήρησα ότι, παραδόξως, είναι λίγοι εκείνοι που επαιτούν. Ύστερα πρόσεξα ότι οι περαστικοί έχουν αναπτύξει την ίδια ικανότητα με τους τουρίστες, να τους διαγράφουν από το οπτικό τους πεδίο, όπως το μυαλό μαθαίνει να αγνοεί έναν συνεχή, ενοχλητικό θόρυβο. Εφόσον είναι σχεδόν αόρατοι στους υπόλοιπους, ποιος ο λόγος να μπουν στον κόπο της επαιτείας;

 

Παρά την επιλεκτική μας τύφλωση και τους ευφημισμούς με τους οποίους προσπαθούμε να τους κρύψουμε, στο τελευταίο ταξίδι μου μού δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι ήταν ακόμα περισσότεροι. Μια μέρα, καθώς, εγώ ο καλοθρεμμένος Ευρωπαίος, περνούσα ανάμεσά τους, αναρωτήθηκα γιατί δεν με κατασπαράζουν, τι τους κρατάει από το να μου επιτεθούν, να αρπάξουν ό,τι βρουν, ή έστω για να βγάλουν το άχτι τους. Η εγκληματικότητα της χώρας είναι διαβόητη, και αν πιστέψω τις προειδοποιήσεις φίλων και γνωστών κάθε φορά που πηγαίνω εκεί, αυξάνεται συνεχώς. Ευτυχώς ως τώρα δεν μου έτυχε τίποτα, δυσκολεύομαι όμως να καταλάβω τι είναι αυτό που συγκρατεί όλους αυτούς τους κολασμένους από το να καταφύγουν μαζικά στη βία.

 

Προϋπόθεση για τη συγκρότηση της κοινωνίας είναι όλα τα μέλη της να ωφελούνται σε κάτι εγκαταλείποντας της άγρια ζωή, λέει η παμπάλαια θεωρία του Κοινωνικού Συμβολαίου. Σε τι, αναρωτιέμαι, ωφελούνται οι άνθρωποι αυτοί από μια κοινωνία η οποία ούτε καν τους βλέπει; Το πιθανότερο είναι πως οι ζωές τους θα ήταν καλύτερες αν επέστρεφαν στη ζούγκλα και σίγουρα θα είχαν ελάχιστα να χάσουν αν προκαλούσαν συνθήκες ζούγκλας. Είμαστε τυχεροί επομένως που δεν είχαν ποτέ την ευκαιρία να διδαχθούν περί κοινωνικών συμβολαίων, ή και οτιδήποτε άλλο, ώστε να μην τους μπαίνουν τέτοιες ιδέες. Επίσης είμαστε τυχεροί που είναι πολύ απασχολημένοι με το να ψάχνουν κανένα ξεροκόμματο ή να αναζητούν μια γωνιά να κοιμηθούν αντί να σκέφτονται επαναστάσεις.

 

Σκηνή  στον δρόμο: ένας νεαρός άντρας καθισμένος στο πεζοδρόμιο κοπανάει με μια κοτρόνα τενεκεδάκια αναψυκτικών που τα στοιβάζει σε έναν πελώριο σάκο, προφανώς για να τα πουλήσει για πενταροδεκάρες στην ανακύκλωση. Η ταλαιπωρημένη του όψη και η πρωτόγονη εργασία του μου φέρνουν στο νου εκείνον τον μακρινό πρόγονο του ανθρώπου στην Οδύσσεια 2001 του Κιούμπρικ που, χτυπώντας ένα κόκκαλο στη γη, ανακαλύπτει την χρήση των εργαλείων. Ο πολιτισμός μπορεί να εξελίχθηκε πολύ από τότε, αλλά όχι το ίδιο για όλους. Βλέπεις στρατιές ανθρώπων να κάνουν δουλείες κυρίως εξ’ αιτίας της δικής τους απελπισίας παρά γιατί έχουν κάποια ιδιαίτερη χρησιμότητα. Τα γεροντάκια που περιφέρονται στο λιοπύρι για να πουλήσουν παγωτά, άνθρωποι του Κιούμπρικ να κουβαλούν στην πλάτη τα σκουπίδια που αφήνουν οι τουρίστες, πιτσιρικάδες που κάνουν ταχυδακτυλουργικά στα φανάρια, μανάδες που πουλούν ζαχαρωτά, τύπους που κουβαλούν σε παραφορτωμένες χειράμαξες ό,τι μπορεί να φανταστεί ο νους του ανθρώπου κλπ εργασίες, αδιανόητες στην εποχή των ρομπότ, που ίσως τουλάχιστον τους εξασφαλίζουν στέγη σε κάποια φαβέλα. Αν τους προσθέσουμε κι αυτούς στους άστεγους, ο αριθμός εκείνων που δεν έχουν πολλά να χάσουν αυξάνει επικίνδυνα.

 

Όταν κάποτε κάναμε μια σχετική συζήτηση, ένας φίλος με ρώτησε αν ήμουν αριστερός. Για λόγους που δεν είναι της στιγμής πιστεύω πως και η Αριστερά μέρος του προβλήματος είναι παρά μέρος της λύσης του. Ούτε είμαι αναρχικός, ούτε πιστεύω ότι οι επαναστάσεις μπορούν να είναι οτιδήποτε άλλο παρά οι ύστατες λύσεις σε ακραίες συνθήκες.

Συνεπώς οι σκέψεις αυτές δεν έχουν ιδεολογική προέλευση. Είναι η συνείδηση και η λογική που τις υπαγορεύουν. Η συνείδηση, γιατί η εικόνα είναι τόσο θλιβερή που δεν μπορεί παρά να προξενεί ενοχές σε όποιον μπει στον κόπο να την κοιτάξει έστω κι αν είναι επισκέπτης από την άλλη άκρη του κόσμου. Η λογική, γιατί όλα τα παραπάνω αποτελούν αποδείξεις σοβαρών σφαλμάτων στην αρχιτεκτονική του κόσμου, σφάλματα που κάνουν τις ζωές πολλών αφόρητες, σε βαθμό που αργά ή γρήγορα ενδέχεται να αποσταθεροποιήσουν το οικοδόμημα. Λογικά πρέπει να υπάρχει ένα όριο αδικίας, ανέχειας και συστημικής δυσλειτουργίας πέραν του οποίου οι θεμελιώδεις προϋποθέσεις του πολιτισμού καταρρέουν και το όριο αυτό είναι όταν σε έναν σημαντικό αριθμό ανθρώπων δεν έχει μείνει πια τίποτα να χάσει. 


Στο μεταξύ διαβάζω ότι στους αντίποδες της κοινωνίας η καινούργια επενδυτική μόδα είναι η αγορά εικονικών ακίνητων στο metaverse. Άνθρωποι δηλαδή που μη βρίσκοντας τι καλύτερο να κάνουν με τα χρήματά τους, αγοράζουν εικονικά ακίνητα, με ψηφιακά νομίσματα, σε ένα εικονικό σύμπαν προσδοκώντας να αποκομίσουν πραγματικά κέρδη. 

Ύστερα είμαστε και όλοι εμείς που περνάμε τον ελεύθερο χρόνο μας φτιάχνοντας γοητευτικά avatars για να εκπροσωπούν στα καλλιστεία ευδαιμονίας του Instagram και του Facebook, εμείς που χάσαμε την ικανότητα να συγκεντρωνόμαστε σε ένα βιβλίο, σε μια ταινία, σε μια συζήτηση με την σύντροφό ή τον φίλο μας υπνωτισμένοι από την ηλεκτρική λάμψη του smartphone.

 

 

Είναι τελικά ο κόσμος που φτιάξαμε τόσο άσχημος ώστε οι μισοί έχουν κάθε λόγο να επαναστατήσουν και οι υπόλοιποι να φυγαδευτούν στον εικονικό; 

 

Saturday, April 17, 2021

Παλιές Φωτογραφίες


 

17/04/2021

Έφτασε η στιγμή να αναμετρηθώ με τον χαοτικό σωρό από φωτογραφίες που στοιβάζονταν επί δεκαετίες σε σακούλες, σκόρπιους φακέλους και κουτιά. Ασπρόμαυρες, τσαλακωμένες, έγχρωμες, ξεθωριασμένες, παρακολουθούν την διαδρομή οικογένειας και φίλων, από  την πρώτη δαγκεροτυπία κάποιου προπάππου έως τις πρόσφατες ψηφιακές, για περισσότερο από ενάμισυ αιώνα.

Πρόσωπα άγνωστα που υπήρξαν πριν εμφανιστώ εγώ κι άλλα αγαπημένα σε τόσο νεαρή ηλικία που με δυσκολία αναγνωρίζω· φίλοι και φιλενάδες ·οι γονείς μου χορεύουν, διασκεδάζουν και ερωτοτροπούν σε ασπρόμαυρο φόντο, κι εγώ σε έγχρωμο· σκηνές που ανασύρονται από τα βάθη της μνήμης ή της φαντασίας (όσο πιο μακρινό το παρελθόν τόσο πιο δυσδιάκριτα τα όρια των δύο: η ανάμνηση προέρχεται από το συμβάν καθαυτό ή θυμάμαι την φωτογραφία του; ήμουν πράγματι εκεί ή έχω δει την εικόνα τόσες φορές που πείστηκα πως ήμουν;) Ένα τεράστιο καλειδοσκόπιο σχηματίζεται πάνω στο τραπέζι κι εγώ προσπαθώ να το ανθολογήσω.

Κοιτάζω τους γονείς μου, νεότερους από εμένα, να ξεφαντώνουν, να αγγίζονται τρυφερά, να ταξιδεύουν. Ξέρω ότι οι εικόνες συχνά εξαπατούν, τα πρόσωπα όμως ελπίζω όχι – τουλάχιστον όχι τότε, πολύ πριν μας καταλάβει o ψηφιακός ναρκισσισμός και μας απορροφήσει ο διαγωνισμός εικονικής ευτυχίας. Βλέποντας τους να ρουφούν την ζωή σε σέπια τόνους σκέφτομαι με ανακούφιση -ίσως και κάποια ζήλια- ότι έζησαν καλά.

Εκδρομές στην εξοχή, γλέντια, ερωτευμένα ζευγάρια, ευτυχείς νεόνυμφοι, καμαρωτοί γονείς και κλαμένα βαφτιστήρια, οικογενειακές γιορτές και νεανικά πάρτι, παιχνίδια στην ακροθαλασσιά, τόσοι και τόσοι άνθρωποι σε στιγμές που επέλεξαν για να διατηρήσουν στον χρόνο, στιγμές χαράς ή γεγονότα που χάραξαν τις ζωές τους. Οι περισσότεροι έχουν χαθεί προ πολλού, ίσως και τα παιδιά ή τα παιδιά των παιδιών τους· μαζί τους η πρώτη μου αγάπη και φίλοι παιδικοί.

Δυο παράλληλες σειρές από φωτογραφίες ξετυλίγονται νοερά μπροστά μου. Η πρώτη διηγείται την πορεία του πατέρα μου από την νεότητα ως το βαθύ γήρας. Η δεύτερη ακολουθεί τα δικά μου βήματα, στρουμπουλό μωρό στην αγκαλιά της μάνας μου, μαθητής στην παρέλαση, φοιτητής, ναύτης, μαλλιά που αρχίζουν να αραιώνουν και ν’ ασπρίζουν. Οι συνειρμοί προφανείς.

Φωτοσκιάσεις σε κιτρινισμένο χαρτί είναι ό,τι απομένει;

Το Μακόντο ξεμυτίζει δειλά από το χώμα, απλώνεται, ακμάζει, τελικά μαραζώνει ώσπου να το καταπιεί για πάντα η σκόνη. Πού κρύβεται το νόημα σε όλα αυτά αναρωτιέμαι, εκείνο που αναζητούν σοφοί και ποιητές αιώνες τώρα; Σε κάποιες από αυτές τις στιγμές με τα γελαστά πρόσωπα ίσως;

«Ποιο νόημα;» είναι σαν να ακούω τον πατέρα μου να λέει και να γελάει βροντερά. «Τίποτα δεν κατάλαβες ακόμα!» θα συμπλήρωνε πριν βγει έξω να παίξει με τα σκυλιά του.

Αποφασίζω πως αυτή είναι η τελευταία φορά που τακτοποιώ άλμπουμ. Ευτυχώς η ψηφιακή εποχή, μετατρέποντας τις αναμνήσεις μας σε ηλεκτρικό θόρυβο στο νέφος, μας εξασφαλίσει ίσως μια ευσπλαχνική λήθη.

Βγαίνω έξω στη λιακάδα να παίξω.

 

Time is so old and love so brief
Love is pure gold and time a thief
We´re late, darling, we´re late
The curtain descends, everything ends too soon, too soon
 
που θα'λεγε και η Billy Holiday.

Sunday, March 22, 2020

Μην ξεμείνουμε από χάρτι!





Στην αρχή γέλασα με την φρενίτιδα του κόσμου για κωλόχαρτο• μετά έσπευσα κι εγώ.
Ίσως είναι μια μαζική υστερία υπό το κράτος πανικού, μια αντίδραση στον κίνδυνο που προσφέρει μια παρηγορητική ψευδαίσθηση ελέγχου, η ανάγκη να πιστέψουμε ότι μπορούμε ακόμα κάτι να κάνουμε.

Αργότερα βρήκα αυτή την φωτογραφία που τράβηξα πριν μερικά χρόνια στην Αβάνα. Κι εκεί, που οι ελλείψεις αγαθών και η αβεβαιότητα είναι ο κανόνας και αντιμετωπίζεται με στωικότητα, η ίδια εικόνα.

Ποιόν ισχυρό συμβολισμό έχει το κωλόχαρτο στο συλλογικό υποσυνείδητο;

Πιθανόν να εκφράζει το απώτατο όριο αξιοπρέπειας στο πλαίσιο του πολιτισμένου βίου.

Saturday, March 14, 2020

Δύσπιστοι Πολίτες και Κράτος


Η καχυποψία των πολιτών απέναντι στο Κράτος τους δεν είναι ελληνική πρωτοτυπία. Ο Μπόρχες στο δοκίμιο Ο Κακόμοιρος ο Ατομικισμός μας [1] παρατηρεί για τους Αργεντινούς (με τους οποίους φαίνεται πως έχουμε αρκετά κοινά, π.χ δες εδώ):

Ο Αργεντινός, αντίθετα με τους Βορειοαμερικάνους και όλους σχεδόν τους Ευρωπαίους, δεν ταυτίζεται με το Κράτος. Αυτό μπορεί να οφείλεται στην περίσταση ότι, σε τούτη τη χώρα, οι κυβερνήσεις είναι συνήθως χείριστες, ή στο γενικότερο γεγονός ότι το Κράτος είναι μια αδιανόητη αφηρημένη έννοια. (Το Κράτος είναι απρόσωπο•για τον Αργεντινό η μόνη νοητή σχέση είναι η προσωπική. Γι' αυτό και δεν θεωρεί έγκλημα την κλοπή δημοσίου χρήματος.) Ένα είναι βέβαιο:ο Αργεντινός δεν είναι πολίτης•είναι άτομο.

[...]

Ο Ευρωπαίος και ο Βορειοαμερικάνος θεωρούν ότι ένα βιβλίο που πήρε κάποιο βραβείο, δεν μπορεί παρά να είναι καλό•ο Αργεντινός παραδέχεται ότι, παρά το βραβείο, μπορεί και να μην είναι κακό. Γενικά, ο Αργεντινός δυσπιστεί στις περιστάσεις.



Η ομοιότητα με τα δικά μας, προφανής. Η ελληνική ιδιαιτερότητα ενδεχομένως έγκειται στην σχιζοφρενική στάση υπονόμευσης-εξάρτησης των πολιτών/ατόμων προς το Κράτος. Το να δυσπιστεί μια κοινωνία απέναντι στο Κράτος (ειδικά όταν αυτό συστηματικά αποτυγχάνει να ανταποκριθεί στις προσδοκίες της) είναι αναμενόμενο. Κατανοητό είναι, επίσης, η δυσπιστία αυτή να οδηγεί στην υπονόμευση (φοροδιαφυγή, καταπάτηση δημοσίων εκτάσεων, βανδαλισμούς δημοσίων χώρων κλπ.). Το παράδοξο όμως είναι όταν, ταυτόχρονα με τα παραπάνω, η κοινωνία θεωρεί το επάρατο αυτό Κράτος ως κύριο τροφό της και προσδοκά από αυτό διορισμούς, συνεταιρισμούς, χορηγίες και business (ειδικά τότε που λεφτά υπήρχαν).

Το να αντιλαμβάνεται κανείς το Κράτος σαν κακό λύκο είναι πρόβλημα. Το ίδιο και να βλέπει σε αυτό μια ζουμερή αγελάδα έτοιμη για άρμεγμα. Και τα δύο μαζί είναι παράνοια.



[1] Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Δοκίμια, μτφ. Αχιλλέας Κυριακίδης, εκδ. Ελληνικά Γράμματα

Sunday, March 8, 2020

Το Τρόπαιο



Το τοπίο κάτι τέτοιες χειμωνιάτικες ημέρες στις ακτές της Βόρειας Θάλασσας μοιάζει έτσι και αλλιώς μετα-αποκαλυπτικό. Καθώς περπατάω στον έρημο παραλιακό δρόμο με τον αέρα και τη βροχή να με μαστιγώνουν και τα μολυβένια σύννεφα να βαραίνουν τους ώμους μου, θυμάμαι τον πρωταγωνιστή στο "Ο Δρόμος" του Cormac McCarthy. Τώρα συναισθάνομαι κάπως καλύτερα πως θα ένιωσε όταν ξετρύπωσε σ'ένα εγκαταλελειμμένο σπίτι μερικές κονσέρβες φρούτων και ψαχουλεύω ανήσυχος την τσέπη μου για να σιγουρευτώ ότι το δικό μου πολύτιμο εύρημα εξακολουθεί να βρίσκεται εκεί.

Νωρίτερα το πρωί είχε πέσει σύρμα ότι εμφανίστηκαν αντισηπτικά gel και έσπευσα στα καταστήματα να αγοράσω. Πρόλαβα το τελευταίο και το κρατάω σφιχτά, καλά κρυμμένο.

Πόσο λίγο θέλει να καταρρεύσουν τα αυτονόητα του πολιτισμού! Ανακούφιση για ένα gel χεριών...
Ένα χαλασμένο ψάρι ή φίδι σε κάποιο χωριό της Κίνας και σε λίγες μέρες οι αξίες και οι βεβαιότητες μας ραγίζουν. Ταξίδια αναψυχής, ψώνια, καριέρες, παραγωγικότητες, προαγωγές, γκουρμέ εστιατόρια μοιάζουν τόσο δευτερεύοντα μπροστά σε ένα απολυμαντικό σήμερα και -ποιός ξέρει- ίσως μια κονσέρβα ανανά μεθαύριο.

Τα γράφω αυτά για να μου θυμίζουν τις σημερινές σκέψεις όταν θα έχει περάσει κι αυτό.

Sunday, July 28, 2019

Matrix


Είδα χθες ξανά, μετά από καιρό, το Matrix.
Πάντα με εντυπωσιάζει το πως κατορθώνει η ταινία αυτή να μιλήσει για φιλοσοφικά ζητήματα, περίπλοκα και σημαντικά, με τρόπο προσιτό, με ύφος ποπ.

Πολλές σκηνές της έχουν γίνει κλασσικές (το δίλημμα ανάμεσα στο μπλε ή το κόκκινο χάπι, η χαρακτηριστικότερη), καμία όμως δεν απεικονίζει καλύτερα την ανθρώπινη αδυναμία από τη σκηνή με την μπριζόλα

Ο επαναστάτης προδίδει φίλους, αξίες, ιδέες, τον αγώνα του για ελευθερία, για αλήθεια και γνώση με αντάλλαγμα την ψευδαίσθηση μιας ... ζουμερής μπριζόλας! (Ανατριχιαστική λεπτομέρεια: ξέρει ότι πρόκειται για ψευδαίσθηση).

Εν τέλει, τι απειλεί περισσότερο την ελευθερία; Το Matrix, το "σύστημα" ή η ακαταμάχητη έλξη που ασκούν στον άνθρωπο η βολή, η ευκολία, η άνεση, η ασφάλεια, ακόμα και η ψευδαίσθηση αυτών;

Το δίλημμα του χαπιού μπορεί να επαναδιατυπωθεί: Ελευθερία ή βόλεμα;

Sunday, June 16, 2019

Moonlighting


Ομολογώ ότι οι τηλεοπτικές σειρές δεν είναι το στοιχείο μου. Ούτε οι δράκοι του Game of Thrones, ούτε οι μηχανορραφίες του Frank Underwood με έπεισαν ότι άξιζε τον κόπο να στηθώ μπροστά στην τηλεόραση για χάρη τους. Μόνο το μουσικό Vinyl μου κέντρισε κάπως το ενδιαφέρον αλλά με άφησε στα κρύα του λουτρού (διακόπηκε πρόωρα).

Πρόσφατα ξέθαψα από μια κούτα τους δύο πρώτους κύκλους του Moonlighting. Κάποια βράδια, μετά από κουραστικές μέρες στη δουλειά όταν και χρειάζομαι κάτι ανάλαφρο για να ξεκουράσω το μυαλό μου, βλέπω κάποιο παλιό επεισόδιο. Αν θυμάμαι καλά, αυτή είναι η μόνη σειρά που έχω δει (και ξαναδεί) ολόκληρη όσα χρόνια παρακολουθώ τηλεόραση κι ύστερα από τόσα χρόνια κάτι με τραβάει ξανά σε αυτή.

Ένας λόγος είναι σίγουρα η νοσταλγία. Δύσκολο να αντισταθεί κανείς σε κάτι που του θυμίζει την εποχή που ήταν είκοσι-τόσων χρονών. Πόσω μάλλον όταν η εποχή αυτή ήταν τα πολύχρωμα 80'ς η αισθητική των οποίων χαρακτηρίζει τη σειρά. Τα γυαλιστερά κρεμ φορέματα με τις πελώριες βάτες της Μάντυ Χέις, τα παραφουσκωμένα από τη λακ μαλλιά της ή οι στενές γραβάτες και τα κοκάλινα Rayban του Ντέιβιντ Άντισον προκαλούν τσιμπηματάκια ειδικά σε όσες και όσους από εμάς είχαμε προσπαθήσει τόσο να τα μιμηθούμε.
Κι εκείνο το φοβερό soundtrack του Al Jarreau στην αρχή κάθε επεισοδίου έχει εντυπωθεί στη μνήμη μου σαν ο Ύμνος στο Σαββατοκύριακο, μια γοητευτικά απατηλή υπόσχεση ότι αν βγεις έξω στα φώτα του Σαββατόβραδου κάτι μαγικό θα σου συμβεί.

Με τα σημερινά κριτήρια η σειρά ήταν γυρισμένη με πενιχρά μέσα. Οι ηθοποιοί, πλην των πρωταγωνιστών, ήταν και παρέμειναν άγνωστοι. Ανάθεμα αν η Άγκνες ΝτιΠέστο εμφανίστηκε κάπου άλλου. Τα εξωτερικά γυρίσματα γίνονταν συνήθως σε αδιάφορες τοποθεσίες, χωρίς καμία προσπάθεια να αξιοποιηθεί το καλιφορνέζικο glamour. Το πιο φανταχτερό σκηνικό ήταν το νυχτερινό skyline του LA έξω από τα παράθυρα του Blue Moon Investigations. Ό,τι έλειπε σε μπιχλιμπίδια εντυπωσιασμού περίσσευε σε χιούμορ και ευρηματικότητα. Υπήρξαν επεισόδια ασπρόμαυρα, βουβά, επεισόδια στα οποία τα σκηνικά εξαφανίζονταν για να παρουσιαστούν οι τεχνικοί και το βοηθητικό προσωπικό να ευχηθούν καλά Χριστούγεννα, άλλα στα οποία οι κομπάρσοι έγιναν πρωταγωνιστές και οι πρωταγωνιστές κομπάρσοι, ή έκαναν σύντομα περάσματα ο Orson Welles και η Demy Moore (την οποία ο David ερωτεύεται με την πρώτη ματιά όπως στην πραγματική ζωή). Στο κέντρο όλων αυτών εξελίσσεται το σαδιστικά αργό φλερτ των αταίριαστων -άλλοτε συμπληρωματικών και άλλοτε ασύμβατων- πρωταγωνιστών. Η άκαμπτη, καθωσπρέπει ξανθιά και το ξέγνοιαστο αλάνι δεν μπορούν να αποφασίσουν τι θέλουν. Ποιός δεν έχει βρεθεί στη θέση τους, να αναζητά την ευτυχία αλλά να μην τολμάει να την αγγίξει όταν βρεθεί μπροστά του;

Ξαναβλέποντας την ύστερα από τόσα χρόνια, εκείνο όμως που δεν χορταίνω από τη σειρά είναι η αισιοδοξία της. Αθώα, ίσως και αφελής, αλλά ειλικρινής και ψυχοθεραπευτική για τον άνθρωπο του 2020. Υποπτεύομαι ότι ο κόσμος, τότε που συνέβαινε το Τσερνομπίλ, είχε μεγαλύτερη πίστη στο μέλλον σε σχέση με τώρα που παρακολουθούμε τον ζόφο της ραδιενέργειας δραματοποιημένη σε σήριαλ.

Ίσως πάλι να είμαι εγώ που μεγαλώνω.


http://www.youtube.com/watch?v=MuQaE5zDn1Q


Υ.Γ Αναζητώντας τις υπόλοιπες 3 σεζόν διαπίστωσα ότι δεν κυκλοφορούν πια και τα DVD έχουν γίνει συλλεκτικά. Δικαίως!

Friday, March 8, 2019

Πόσο Έλληνας είσαι;



[...] Γιατί δεν μ' αρέσει να παριστάνω τον πολύ Έλληνα. Θέλω να είμαι όσο είμαι. Καιρός είναι η έννοια Έλληνας να δώσει τη θέση της στην έννοια άνθρωπος. Και τότε πιστεύω θα συνδεθούμε με μια πιο βαθιά παράδοση που, κατά σύμπτωση, είναι κι αυτή γνησίως ελληνική.


Μάνος Χατζηδάκις, Ο Καθρεύτης και το Μαχαίρι (από το κείμενο:Η σημασία της παράδοσης στον καιρό μας)

Sunday, March 3, 2019

Για τον Vincent


Η σκέψη που μου ήρθε βλέποντας αυτά τα δύο γλυπτά του Zadkine για τον Van Gogh:



Αν από την Τέχνη αφαιρέσεις το glamour και το χρήμα αυτό που μένει είναι ο Vincent.


(Van Gogh brothers)

Saturday, January 19, 2019

O Πλάτωνας στο Μετρό

Η Lifo μας πληροφορεί πως είναι πλέον συχνό το φαινόμενο στο μετρό, ενώ κάποιος επιβάτης επικυρώνει το εισιτήριο του, πίσω του να καραδοκεί ένας τζαμπατζής για να τρυπώσει μαζί του στις αυτόματες πόρτες.
Τι πρέπει να κάνει ο επιβάτης στην περίπτωση αυτή, ρωτά το άρθρο.

Οι απόψεις των αναγνωστών, αντικρουόμενες, εκτείνονταν σε όλο το φάσμα των πιθανών απαντήσεων:

-Θα του έριχνα γροθιά στο στομάχι, ο ένας.
-Θα τον αφήσω να περάσει. Δεν είναι δουλειά μου να κάνω τον ελεγκτή, ο άλλος.
-Με τόση ανεργία και τέτοιους μισθούς αφήστε τους ανθρώπους να περάσουν, ο τρίτος, κοκ.

Απολύτως δικαιολογημένη η πολυγνωμία, καθότι το ζήτημα είναι πιο περίπλοκο από ότι φαίνεται εκ πρώτης όψεως. Κάτι καθημερινό και συνηθισμένο εγείρει θεμελιώδη ερωτήματα για την λειτουργία της Πολιτείας και της κοινωνίας, όπως:

-Ποιος είναι ο ρόλος του πολίτη απέναντι στην παρανομία του διπλανού του; Παρεμβαίνει ή κοιτάζει τη δουλειά του;
-Η νομιμοφροσύνη πρέπει να είναι απόλυτη ή εξαρτάται από τη φύση του νόμου;

Η προσπάθεια απάντησης τους με συστηματικό τρόπο αποτελεί ουσιαστική πολιτική σκέψη (και όχι οι άναρθρες κραυγές που εκστομίζονται από τα "πολιτικά πρόσωπα" στις τηλεόρασεις και τη Βουλή).
Δυστυχώς η κοινωνία μας δεν μπήκε στον κόπο, σε αντίθεση με τους προκάτοχους της που δεν κουράζονταν να εμβαθύνουν σε αυτά.

Ο Πλάτων (στους “Νόμους”) είναι σαφής: Οφείλεις να καταγγέλεις την παρανομία του συμπολίτη σου. Εάν δεν το κάνεις γίνεσαι συνένοχος στην ηθική και πολιτική ανομία.
(Επομένως, όχι, ο έλεγχος της νομιμότητας δεν είναι αποκλειστική ευθύνη των ελεγκτών ή της αστυνομίας. Είναι υπόθεση όλων των πολιτών.)

Μα εάν έχουμε να κάνουμε με κάποιον δυστυχή που εμφανώς δεν μπορεί να πληρώσει το εισιτήριό του, τι κάνουμε;

Ο Αριστοτέλης ενθάρρυνε την γενναιοδωρία προς τους αδύναμους. Γενναιοδωρία όμως δεν είναι η καταλήστευση των δημοσίων αγαθών (που τελικά θα οδηγήσει στην χρεοκοπία ή την υποβάθμιση τους, των ΜΜΜ εν προκειμένω). Γενναιοδωρία είναι να βοηθάμε τον αδύναμο με δικούς μας πόρους.

Ιδού λοιπόν τι (πιστεύω ότι) θα έπρατταν οι φιλόσοφοι μας σε αυτήν την περίπτωση:
Δεν θα επέτρεπαν στον επίδοξο λαθρεπιβάτη να περάσει (χωρίς φυσικά να τον γρονθοκοπήσουν). Εάν, δε, έβλεπαν κάποιον που έχει ανάγκη πιθανότατα θα αγόραζαν ένα εισιτήριο και θα του το πρόσφεραν.

Κι αν ο νόμος είναι άδικος τι γίνεται, θα επιμείνει κάποιος καχύποπτος (στην Ελλάδα έχουμε μια ροπή στην καχυποψία). Για παράδειγμα, στην κατοχική Ελλάδα θα έπρεπε να γίνουν όλοι καταδότες γιατί έτσι απαιτούσαν οι Αρχές των κατακτητών; Προφανώς όχι: για αυτές τις περιπτώσεις που ο νόμος έρχεται σε σύγκρουση με θεμελιώδεις αξίες, οι φιλόσοφοι εισήγαγαν την πολιτική ανυπακοή.

Εννοείται, προφανώς, ότι η περίπτωση του Μετρό δεν είναι τέτοια. Εδώ έχουμε να κάνουμε με την παροχή μιας πολύτιμης για το κοινωνικό σύνολο υπηρεσίας, που έχει σημαντικό κόστος και συνεπώς είναι απολύτως θεμιτή η επιβολή ενός εύλογου τιμήματος. Η μη πληρωμή του δεν είναι τίποτα περισσότερο ή λιγότερο παρά κλοπή. Όχι μόνο προς την εταιρία που το διαχειρίζεται αλλά και προς τους υπόλοιπους επιβάτες που το έχουν ανάγκη.