Showing posts with label Kastoriadis. Show all posts
Showing posts with label Kastoriadis. Show all posts

Saturday, October 15, 2016

Γιατί σιωπούν οι διανοούμενοι;


Η μονότονα επαναλαμβανόμενη ερώτηση που αιωρείται χωρίς να παίρνει απάντηση.

Ιδού οι ερμηνείες δύο διανοουμένων που, παρά την χρονική τους απόσταση και τις διαφορετικές καταβολές τους, συγκλίνουν σε παρόμοια συμπεράσματα.

1) ΚΑΣΤΟΡΙΑΔΗΣ

...η δουλειά του διανοούμενου θα έπρεπε να είναι μια δουλειά κριτική, και πράγματι αυτόν τον ρόλο έπαιξε συχνά στην ιστορία. Για παράδειγμα, τη στιγμή της γέννησης της φιλοσοφίας στην Ελλάδα οι φιλόσοφοι αμφισβητούν τις κατεστημένες συλλογικές παραστάσεις, τις ιδέες για τον κόσμο, για τους θεούς, για τη σωστή τάξη της πόλεως. Αρκετά γρήγορα όμως επέρχεται εκφυλισμός:οι διανοούμενοι εγκαταλείπουν, προδίδουν τον κριτικό τους ρόλο και γίνονται εκλογικευτές του υπάρχοντος, απολογητές της καθεστηκυίας τάξης. Το πιο ακραίο αλλά και εύγλωττο παράδειγμα είναι ο Χέγκελ, ο οποίος διακηρύσσει στο τέλος:"Ο,τι είναι λογικό είναι πραγματικό, και ότι είναι πραγματικό είναι λογικό". Στα πρόσφατα χρόνια έχουμε δυο χτυπητές περιπτώσεις του ίδιου φαινομένου: στη μεν Γερμανία του Χάιντεγκερ και τη βαθιά του προσχώρηση στο "πνεύμα" του ναζισμού, στη δε Γαλλία τον Σαρτρ, ο οποίος από το 1952 τουλάχιστον και μετά δικαιολόγησε τα σταλινικά καθεστώτα και, όταν ήρθε σε ρήξη με τον τρέχοντα κομμουνισμό, έγινε υποστηρικτής του Κάστρο, του Μάο κλπ.

Η κατάσταση αυτή δεν έχει αλλάξει [...] οι δυτικοί διανοούμενοι στην πλειονότητά τους περνούν τον καιρό τους εξυμνώντας τα δυτικά καθεστώτα, και δηλώνοντας ότι οποιαδήποτε κριτική αυτής της ψευδοδημοκρατίας οδηγεί κατευθείαν στο Γκουλάγκ. Κι έτσι έχουμε την ακατάσχετη επανάληψη της κριτικής του ολοκληρωτισμού [...] που επιτρέπει την αποσιώπηση των καυτών προβλημάτων του παρόντος: της αποσύνθεσης των δυτικών κοινωνιών, της απάθειας, του κυνισμού και της διαφθοράς που βασιλεύουν στην πολιτική, της καταστροφής του περιβάλλοντος, της κατάστασης των εξαθλιωμένων χωρών.

Η άλλη υποπερίπτωση του φαινομένου, βλέπουμε κάποιους ν' αποτραβιούνται στον πλαστικό πύργο τους και μέσα σ'αυτόν να κανακεύουν τα πολύτιμα προσωπικά τους δημιουργήματα.

(Η Άνοδος της Ασημαντότητας, απόσπασμα από συνέντευξη του το 1994)


2) ΑΔΩΝΙΣ (Συριακής καταγωγής ποιητής εγκατεστημένος στη Γαλλία)

Ο διανοούμενος τείνει να εξελιχθεί σε ένα είδος δημόσιου λειτουργού, και επομένως παύει να θέλει να αλλάξει τα πράγματα. Δεν μπορείς να είσαι γρανάζι του συστήματος και συγχρόνως να καλλιεργείς τη δημιουργική σκέψη.

(Βία και Ισλάμ, εκδ. Πατάκη, 2015)



Saturday, March 31, 2012

Εθνικές αντιφάσεις, ιδιοσυγκρασιακές αντινομίες και νεοελληνική σχιζοφρένεια.



Σε μια συνέντευξή του [1], ο Κορνήλιος Καστοριάδης παρατηρούσε:
“Στην Ελλάδα […] υπάρχει η θεμελιώδης αντινομία, την οποία ο νεότερος ελληνισμός δεν κατάφερε ποτέ του να λύσει. Εννοώ αυτή την καταπληκτικά αντιφατική επίκληση δύο παραδόσεων τελείως ασυμβίβαστων μεταξύ τους: της αρχαίας ελληνικής παράδοσης και, ταυτοχρόνως, της βυζαντινής.
Ή θεωρεί κανείς σημείο αφετηρίας τον Επιτάφιο του Περικλή ή είναι με τους βυζαντινούς αυτοκράτορες. Ή θεωρούμε την αρχαία αθηναϊκή δημοκρατία πρότυπο και σπέρμα ή είμαστε με τη βυζαντινή θεοκρατία.
Όμως τα δύο μαζί δεν συμβιβάζονται.




Ο Μάριος Πλωρίτης αναλύει την αντίφαση αυτή στο άρθρο του Περί «ελληνοχριστιανισμού» ή ο κληρικός ανθελληνισμός της Βυζαντινής αυτοκρατορίας:

"H ορθοδοξία και ελληνισμός δεν είναι έννοιες ταυτόσημες

ΟΛΕΣ αυτές τις μέρες του ιερού περί ταυτοτήτων πολέμου, οι σύγχρονοι σταυροφόροι, από του ανωτάτου μέχρι του κατωτάτου, κρα­δαίνουν αδιάκοπα τα συνθήματα: «Η Ορθοδο­ξία είναι αναπόσπαστο στοιχείο της ταυτότητας των Ελλήνων»... «Χριστιανική Εκκλησία και Ελληνικό Εθνος είναι έννοιες αλληλοσυμπληρούμενες» και τα παρόμοια.
Αξίζει, λοιπόν, να δούμε πόσο αληθεύουν αυτά τα «σλόγκαν». Και, για τούτο, ας γυρίσουμε πίσω στις ρίζες, στην εποχή όπου ο Χριστιανισμός καθιερώθηκε ως επίσημη θρησκεία του Βυζαντινού κράτους, και θεμελιώθηκε η συνύπαρξη κοσμικής και θρησκευτικής εξουσίας.
Η ΙΣΤΟΡΙΑ αρχίζει με μια γοερή αντίφαση: Οι Βυζαντινοί ένιωθαν συνεχιστές των αρχαίων Ελλήνων, διατηρούσαν πάμπολλα έθιμα τους, μιλούσαν τη γλώσσα τους, οι λόγιοι τους μελετούσαν την αρχαία Γραμματεία, τη «συντηρούσαν» αντιγράφοντας τα κείμενα της. Και, γι' αυτό το τελευταίο, τους χρωστάμε άπειρες χάρες, αφού χωρίς τον δικό τους μόχθο, μεγάλο μέρος του αρχαίου θησαυρού θα είχε χαθεί για πάντα.
Απ' την άλλη, όμως, αποστρέφονταν την Ελλάδα και τους Έλληνες, επειδή τους ταύτιζαν με την επάρατη ειδωλολατρία, τον εχθρό και αλλοτινό διώκτη της χριστιανικής θρησκείας. Έτσι, έγιναν αυτοί διώκτες ανελέητοι των παλιών διωκτών τους. Και, φυσικά, πρωταρχικό ρόλο στο μίσος κατά «παντός του ελληνικού» και στον λυσσαλέο κατατρεγμό του, έπαιξε η Εκκλησία, που ήταν ο φορέας και λειτουργός της νέας θρησκείας και ο μοναδικός σχεδόν πνευματι­κός οδηγητής των Βυζαντινών.
Η πρώτη τους κίνηση ήταν να καταστρέφουν τους ναούς και τα αγάλματα των Ελλήνων στερώντας, έτσι, τον κόσμο από ανεπανάληπτα δημιουργήματα της αρχαίας τέχνης, για να μη μείνη ίχνος από τη «βδελυρή θρησκεία των ειδώλων», Ο πατριάρχης Αλεξανδρείας Θεόφιλος, πρωτοστάτησε, το 391, στην πυρπόληση της βιβλιοθήκης του Σεραπείου, με τους 42.000 τόμους της μοναδική κιβωτό της αρχαίας γνώσης και λογοτεχνίας... Ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος Α' κατάργησε τους Ολυμπιακούς Αγώνες (395) και ο πολύς Ιουστινιανός έκλεισε τις φιλοσοφικές σχολές της Αθήνας (529)...

Και να ήταν μόνο τα άψυχα; Οι πρόδρομοι των σημερινών ζηλωτών επιδόθηκαν σε φοβερούς διωγμούς και σφαγές των «εθνι­κών», που τις ομολογούν και οι χριστιανοί χρονικογράφοι... Ο ελληνολάτρης αυτοκράτορας Ιουλιανός όχι μόνο συκοφαντήθηκε και αναθεματίσθηκε σαν «αποστάτης» και «παραβάτης» αλλά και δολοφονήθηκε (πιθανότατα) από χρι­στιανό, ενώ πολεμούσε εναντίον των Περσών... Ο ανεψιός και διάδοχος του πατριάρχη Θεόφιλου, ο Κύριλλος, θεωρείται ηθικός αυτουργός της δολοφονίας της σπουδαίας νεοπλατωνικής φιλοσόφου Υπατίας (415)... Και το 797, η Σύνοδος της Νικαίας αναθεμάτιζε όσους «μελετούσαν διεξοδικώς τα ελληνικά μαθήματα»...
ΑΚΟΜΑ και το όνομα «Έλλην» πήρε νόημα υβριστικό και αποκρουστικό. Το Βυζάντιο «πολέμιον υπελάμβανε (θεωρούσε εχθρικό) το των Ελλήνων όνομα, καθ' όσον ανέκαθεν το όνομα τούτο εταυτίσθη μετά της εννοίας του ειδωλολάτρου», γράφει ο κάθε άλλο παρά «αντίχριστος», βέβαια ιστορικός Κ. Παπαρηγόπουλος. «Ανόσιους, μυσαρούς, παμμίαρους» αποκαλούσαν τους Ελληνες οι αυτοκρατορικοί νόμοι και οι εκκλησιαστικοί πατέρες.
Ο Αθανάσιος κατακεραύνωνε τους «μιαρούς» Ελληνες... ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός στηλίτευσε την «κίβδηλον ποίησιν» των αρχαί­ων... και ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος θεωρούσε πως Χριστιανισμός και Ελληνισμός είναι ασυμβίβαστοι, διαφωνώντας με τους νυν ελληνοχρι­στιανικούς κήρυκες...
«Το όνομα Ελλην κατήντησε θρησκευτικόν και ελέγετο περί μη χριστιανών και αν ακόμη ούτοι ήσαν Σαρακηνοί», λέει ο ιστορικός Κ. Αμαντος. Και, αυτό, όχι μόνο από τους τότε ζηλωτές και τις «θεούσες». Ακόμα και κορυφαί­οι διανοητές, όπως ο πατριάρχης Φώτιος (9ος αιώνας) έγραφε πως οι Ρώσοι, προτού εκχρι­στιανισθούν, είχαν «ελληνικήν και άθεον δόξαν», ενώ ο «πλατωνιστής» Μιχαήλ Ψελλός (11ος αιώνας) έλεγε πως οι Κινέζοι ήταν «Ελλη­νες το δόγμα»! Και όταν, το 968, απεσταλμένοι του Πάπα εγχείρισαν στον αυτοκράτορα Νικη­φόρο Φωκά γράμματα του Ποντιφηκα με την προσφώνηση «αυτοκράτωρ των Ελλήνων», ο Φωκάς τους έριξε στη φυλακή!

Από τον 13ο αιώνα, οι Έλληνες ανθρωπιστές του Βυζαντίου προσπάθησαν να ξαναδώ­σουν στα ονόματα «Ελλάς» και «Έλληνες» την παλιά τους αίγλη, και διεκδίκησαν την πνευματι­κή «κληρονομιά» της Αθήνας. Ωστόσο, αυτή η «αποκατάσταση» δεν εξάλειψε τον (κληρικό προπάντων) ανθελληνισμό ως το τέλος της αυτοκρατορίας. Ο μέγας λογοθέτης (πρωθυπουργός) του Ανδρόνικου Β' Παλαιολόγου, Θεόδωρος Μετοχίτης (αρχές 14ου αιώνα), θεωρούσε τους Έλληνες «εχθρούς του κρά­τους» και ευχόταν να «εξολοθρευθουν με την βοήθειαν του θεού», ενώ ο προοδευτικός θεο­λόγος Βαρλαάμ (14ος αιώνας) θα κατηγορη­θεί, ανάμεσα στ' άλλα, και σαν «ελληνομανής». Και ο Γεννάδιος Σχολάριος (ο κατοπινός πρώτος πατριάρχης της Τουρκοκρατίας), όταν ρωτήθηκε, τρία χρόνια πριν απ' την Άλωση, αν είναι Έλλην, απάντησε με αποστροφή: «... ει τις έροιτό μοι (αν με ρωτήσει κανείς) τις ειμί, αποκρινούμαι Χριστιανόν είναι».
Και ο ιστορικός Παύλος Καλλιγάς επιλέ­γει: «Αυτούς τους διώκοντας τον Χριστιανισμόν Τούρκους, αποκαλεί η Εκκλησία «νέους Ελληνας», διότι το όνομα Έλλην ήτο τότε συνώνυμον τω αντιχρίστω... Οι περισωθέντες επίσημοι αναθεματισμοί του ελληνικού ονόματος, αποδεικνύουν ότι οι ακαταλόγιστοι εκείνοι άνθρωποι ενόσουν (έπασχαν από) αληθή ελληνοφοβίαν»3...
Αυτά τα ολίγα. Εκτός αν οι σημερινοί «ελληνοχριστιανοί» υποστηρίζουν πως το Βυζάντιο δεν έχει σχέση με το ελληνικό έθνος - ξεχνώντας πως εκεί βρίσκονται οι απαρχές του νέου ελληνισμού, πως πλήθος παραδόσεις του συνεχίζουμε και - προπάντων - πως, στην εποχή του βυζαντινού κράτους, οι πατέρες της Εκκλησίας και οι Οικουμενικές σύνοδοι χάρα­ξαν τις αρχές και τους κανόνες, όπου στηρίζε­ται και σήμερα η Ορθοδοξία.
ΕΙΝΑΙ προφανές λοιπόν πώς δεν ισχύουν οι κορώνες «ορθοδοξία και ελληνισμός είναι ταυτόσημοι». Ο βυζαντινός ιερός πόλεμος κατά των Ελλήνων, που κράτησε έντεκα αιώνες, απόδειξε πόσο τυφλώνει ο δογματικός φανατισμός, αλλά και πόσο ανέσπερη αλκή έχει ο ελληνικός πολιτισμός, αφού κατόρθωσε να επι­βιώσει ακόμα κι όταν τον μαχόταν ανένδοτα η πιο κραταιή (μαζί με τον αυτοκράτορα) δύναμη του Βυζαντίου, η ιεραρχία..."


Πολύ φοβάμαι ότι η περίπτωση μας είναι ακόμα πιο περίπλοκη, καθώς η νεοελληνική σχιζοφρένεια περιλαμβάνει και τρίτο πόλο (εκτός της κλασσικής αρχαιότητας και του βυζαντίου): τα οθωμανικά κατάλοιπα, που όσο και αν προσπαθούμε να αποποιηθούμε φαίνεται ότι παραμένουν ισχυρά. Η ίδια η γλώσσα μας είναι αδιάψευστος μάρτυρας:
Η διαβόητη διαφθορά που αντιμετωπίζουμε συνίσταται σε μεγάλο βαθμό στο ρουσφέτι και το μπαξίσι. Οι γερμανοί μας κατηγορούν ότι παραείμαστε επιρρεπείς στο ραχάτι, ενώ το κράτος επιβάλλει χαράτσια ώστε να μη μπατιρήσει.

Έχουμε και λέμε (σύμφωνα με το ετυμολογικό λεξικό του Μπαμπινιώτη):
Ρουσφέτι: χαριστική πράξη, εκδούλευση. Προέρχεται από την τουρκική λέξη rűşvet (δωροδοκία).
Μπαξίσι: φιλοδώρημα, από την τουρκική λέξη bahşiş (δώρο).
Ραχάτι: τεμπελιά, από το τουρκικό rahat.
Μπατίρης: φτωχαδάκι, από το τουρκικό batirmak (βουλιάζω).
Χαράτσι: κεφαλικός φόρος, από το τουρκικό haraç.

Προφανώς το παρελθόν δεν μπορούμε να το διαγράψουμε, εφόσον όμως οι αναφορές μας είναι τόσο αντιφατικές, ωφείλουμε να επιλέξουμε από ποιές επιθυμούμε να εμπνεόμαστε και με βάση ποιές αξίες θα οικοδομήσουμε την κοινωνία μας.
Θέλουμε να θαυμάζουμε εκείνους που διαμόρφωσαν τη δημοκρατία, θεμελίωσαν τη φιλοσοφία και την ελεύθερη σκέψη, έδωσαν πνοή στις περισσότερες από τις γνωστές επιστήμες και αποθέωσαν τις τέχνες;
Ή προτιμάμε το αυτοκρατορικό μεγαλείο του Βυζαντίου, με την εκκλησία να έχει κυρίαρχο ρόλο στα του κράτους, με την ακόρεστη δίψα των πορφυρογέννητων για εξουσία, τις αλλεπάλληλες συνωμοσίες και την πνευματική στασιμότητα;
Ή θα επιμείνουμε στο ρουσφέτι, ώστε να παίζουμε ανενόχλητοι με το μπεγλέρι (τουρκ. beğleri). Σε αυτή την περίπτωση, όμως, ας μην μας ενοχλεί που μας λένε μπουνταλάδες (τουρκ. budala).

Όλα, πάντως, δεν μπορούμε να τα έχουμε και όσο καθυστερούμε να διαλέξουμε, η χώρα θα μοιάζει περισσότερο με τσαντίρι (τουρκ. çadir) παρά με δημοκρατική πολιτεία.

Εύλογα, ο Κωστής Παπαγιώργης χαρακτηρίζει τα παραπάνω ως "άλυτο γρίφο" [2]:
"Αυτό που κατέστησε τη χώρα άλυτο γρίφο είναι το πού επιτέλους ανήκει. Είναι χώρα της Ανατολής; Χαμένο μέλος της ευρωπαϊκής οικογένειας; Βαλκανικό κρατίδιο με όλα τα συμπαρομαρτούντα; Κληρονόμος του μεγαλύτερου πολιτισμού; Ιστορικό λάθος;"


[1] Είμαστε υπεύθυνοι για την Ιστορία μας, εκδ. Πόλις.
[2] Άρθρο Το (ανύπαρκτο) κρυφό σχολειό. στη Lifo, http://www.lifo.gr/team/apopseis/32112

Friday, March 2, 2012

Δημοκρατία, idiot!

Σε καιρούς ταραγμένους και εποχές γενικευμένης σύγχισης, όπως η τωρινή, είναι χρήσιμο να πιάνει κανείς το νήμα από την αρχή. Ας επιστρέψουμε στα βασικά λοιπόν.
Ακούμε για αυτή διαρκώς, υπάρχει σε κάθε κουβέντα που σχετίζεται με την πολιτική, αλλά όπως συμβαίνει με κάθε έννοια που εκφυλίζεται σε σύνθημα, κινδυνεύουμε να ξεχάσουμε το πραγματικό της νόημα.

Τι είναι Δημοκρατία;

Στο σχολείο μας έλεγαν ότι είναι κάτι καλό, για το οποίο οι λαοί αγωνίστηκαν και όλη η ανθρωπότητα ωφείλει να ευγνωμονεί αιώνια τους Έλληνες γιατί οι πρόγονοί μας την ανακάλυψαν. Όσοι υπήρξαν επιμελείς μαθητές, ίσως θυμούνται και κάποιες λεπτομέρειες για τον Περικλή ή την Εκκλησία του Δήμου. Ελάχιστη ως καθόλου, όμως, πληροφορία για την ουσία του πολιτεύματος που σήμερα θεωρούμε αυτονόητο (στο δικό μου σχολείο, όπως και στα περισσότερα υποθέτω, το μάθημα της Αγωγής του Πολίτη αντιμετωπιζόταν, από καθηγητές, μαθητές και γονείς εξίσου, σαν ώρα χαλάρωσης και ξεκούρασης).

Αν επιχειρήσουμε να προσδιορίσουμε την δημοκρατία εμπειρικά, κρίνοντας από τις συνθήκες που επικρατούν στις κοινωνίες που έχουμε μάθει να θεωρούμε δημοκρατικές, ή σε αντιδιαστολή με τα καθεστώτα που κατακεραυνώνουμε ως αντιδημοκρατικά, θα καταλήξουμε (πάνω-κάτω) στα εξής χαρακτηριστικά:
- απουσία των τανκς από τους δρόμους, μη επιβολή στρατιωτικού νόμου,
- διεξαγωγή εκλογών σε τακτά χρονικά διαστήματα,
- απουσία συστηματικής λογοκρισίας,
- απουσία πολιτικών διώξεων σε αντιφρονούντες (φυλακίσεις, βασανιστήρια κλπ).

Σε αυτόν τον, μάλλον φτωχό, απολογισμό θεωρώ ότι συμπυκνώνεται η γενική γνώση επί του θέματος. Είναι δυνατόν να αντιλαμβανόμαστε την περιλάλητη και χιλιοτραγουδισμένη δημοκρατία απλά σαν το αντίθετο του ολοκληρωτισμού; Δεν μπορεί, θα υπάρχει κι άλλο σκέφτηκα και γι' αυτό ανέτρεξα στα βιβλία:

Κατά τον Russell, το μόνο φιλοσοφικό ρεύμα που υποστηρίζει θεωρητικά τη δημοκρατία, και ταιριάζει μαζί της ως προς την ηπιότητα της σκέψης, είναι ο εμπειρισμός (empiricism). Ο Locke –θεμελιωτης του εμπειρισμού- τονίζει τη σύνδεση του με το φιλελεύθερο πνεύμα, την ανεκτικότητα και την αντίθεση του στην απόλυτη μοναρχία. Θεωρεί ότι οι γνώσεις μας είναι αβέβαιες, θέλοντας να υποδείξει ότι πάντα υπάρχει η πιθανότητα να σφάλλουμε και ότι την πιθανότητα αυτή πρέπει να την έχουμε υπόψη στις συζητήσεις με ανθρώπους που έχουν διαφορετικές απόψεις.
Η φιλελεύθερη (liberal) πολιτική σκέψη είναι προιόν του εμπορίου. Στην αρχαία Αθήνα εμφανίστηκε όταν εκείνη ανέπτυξε έντονη εμπορική δραστηριότητα με άλλες πόλεις της Μεσογείου. Πολύ αργότερα, το Μεσαίωνα, αναβίωσε στις πόλεις της Λομβαρδίας. Αργότερα ακολούθησαν η Αγγλία, η Ολλανδία, η Αμερική.
Το εμπόριο φέρνει σε επαφή ανθρώπους διαφορετικών πολιτισμικών καταβολών και έτσι καταστρέφει τον δογματισμό του αταξίδευτου. Επίσης η ελεύθερη διαπραγμάτευση μεταξύ αγοραστή και πωλητή είναι πιό αποδωτική όταν ο ένας κατανοεί την άποψη του άλλου.
Το φιλελεύθερο σκεπτικό είναι αυτό της ανεκτικότητας και ελευθερίας- όσο η δημόσια τάξη επιτρέπει, της μετριοπάθειας και της απουσίας φανατισμού στα πολιτικά προγράμματα. Οι φανατικές εμμονές καθιστούν αδύνατους τους δημοκρατικούς θεσμούς. Ο πραγματικός Φιλελεύθερος δε λέει «αυτό είναι αλήθεια», αλλά «τείνω να πιστέψω ότι υπό τις παρούσες συνθήκες αυτή η άποψη είναι πιθανότατα η καλύτερη».

Τις παραπάνω απόψεις εκθέτει ο Russell στο δοκίμιο του “Philosophy and Politics”. Την άρρηκτη σχέση δημοκρατίας και φιλοσοφίας υπογραμμίζει ο Καστοριάδης (βλ. Η αρχαία ελληνική δημοκρατία και η σημασία της για εμάς σήμερα): “Κοινή ρίζα της δημοκρατίας και της φιλοσοφίας είναι η αμφισβήτηση”. Ο φιλόσοφος αμφισβητεί τις δεισιδαιμονίες του παρελθόντος και η δημοκρατία την «ελέω Θεού» (ή Θεών) εξουσία του μονάρχη. “Στην αρχαία Ελλάδα, η φιλοσοφία ήταν η φιλοσοφία των πολιτών που συζητούν στην αγορά με άλλους πολίτες (και όχι φιλοσοφία των ιερατείων ή των αυλικών). […] Η αμοιβαία γονιμοποίηση του πολιτικού κινήματος με την φιλοσοφική ερώτηση είναι το στοιχείο ακριβώς που χαρακτηρίζει τη δημοκρατική πόλη. Από τη μία οι φιλόσοφοι ασχολούνται με τα πολιτικά ερωτήματα και από την άλλη η ίδια η πολιτική ζωή αναγκάζει τις αναζητήσεις να πάνε βαθύτερα: ποιός άρχει, πως νομιμοποιείται η εξουσία εκείνου που άρχει, είναι δίκαιο να άρχουν οι λίγοι ή οι πολλοί, τι σημαίνει δίκαιο, κλπ.”

Στη συνέχεια παρουσιάζει τα βασικά χαρακτηριστικά της πρώτης δημοκρατίας στην Ιστορία:
- Ο δήμος ασκεί την εξουσία, και την ασκεί ως άμεση δημοκρατία, χωρίς αντιπροσώπους. Τα πάντα (πόλεμος, ειρήνη, συμμαχίες, δημόσια έργα, κτίσιμο Παρθενώνα) αποφασίζονταν στην Εκκλησία του Δήμου.
- Τα δικαστήρια δεν ήταν επαγγελματικά. Οι δικαστές ήταν κληρωτοί.
- Στις περιπτώσεις που χρειαζόταν να ανατεθούν αξιώματα, αυτό γινόταν με κλήρωση. Μόνο στα πεδία που χρειαζόταν εξειδικευμένη γνώση (π.χ στρατηγοί) κατέφευγαν στις εκλογές για την επιλογή των αρχόντων. Και σε αυτή την περίπτωση ήταν ανακλητοί (ο δήμος μπορούσε να τους ανακαλέσει αν το έκρινε σκόπιμο).
- Δεν υπάρχουν αρμόδιοι στον πολιτικό τομέα•η γνώμη όλων βαραίνει τι ίδιο. Δεν υπάρχει κάποια επιστήμη ή τέχνη, η γνώση της οποίας να καθιστά κάποιους καλύτερους κυβερνήτες.
Αυτά λέει η θεωρία, που στα γρήγορα συνοψίζονται στα εξής δομικά στοιχεία της δημοκρατίας:
Μετριοπάθεια, ανεκτικότητα στο διαφορετικό, αμφισβήτηση, πολίτες που σκέφτονται, φιλοσοφούν, συζητούν και συμμετέχουν άμεσα στη λήψη αποφάσεων και την κυβέρνηση.

Τι συμβαίνει, στην πράξη, στις σύγχρονες δημοκρατίες; Κατ’αρχήν δεν είναι άμεσες αλλά αντιπροσωπευτικές. Ο Καστοριάδης (πάλι) αναφέρει σχετικά: “Από τη στιγμή που αναθέτει κανείς την εξουσία σε ορισμένους ανθρώπους, έχει μόνος του αλλοτριωθεί πολιτικά. Ο Ρουσσώ έγραφε για τους Άγγλους (γιατί τότε μόνο η Αγγλία έιχε κοινοβούλιο): Οι Άγγλοι νομίζουν ότι είναι ελεύθεροι επειδή εκλέγουν τους βουλευτές τους• είναι ελεύθεροι μια μέρα στα πέντε χρόνια. Ο Ρουσσώ είναι ενδοτικός: στην πραγματικότητα οι επιλογές που έχει κανείς την ημέρα των εκλογών έχουν προκαθοριστεί από τα προηγούμενα πέντε χρόνια (από τον εκλογικό νόμο, τα υπάρχοντα κόμματα, τους υποψηφίους).”
Σε αυτή την πολιτική αλλοτρίωση ωφείλεται, πιθανότατα, αυτό που παρατηρεί σε ένα άλλο του κείμενο (Το Πρόβλημα της Δημοκρατίας σήμερα): “Οι λαοί σήμερα βρίσκονται σε μια κατάσταση πολιτικής απάθειας, ιδιωτικοποίησης, ανευθυνότητας, κυνισμού, αδιαφορίας για τα κοινά και τα πολιτικά και γενικότερα μιας στάσης απέναντι τόσο στην ιδιωτική όσο και στην κοινή ζωή τους που είναι περίπου μια στάση αποχαύνωσης μέσα στον καταναλωτικό και τηλεοπτικό αυνανισμό. Η σημερινή κατάσταση δεν είναι απλώς αποτέλεσμα συνωμοσιών, δολοπλοκιών, χειραγώγησης εκ μέρους των κυρίαρχων στρωμάτων. Εάν τα κυρίαρχα στρώματα μπορούν να κάνουν αυτά που κάνουν είναι ακριβώς γιατί οι λαοί μένουν απαθείς, ή το πολύ σηκώνουν τους ώμους τους λέγοντας, «τους ξέρουμε, είναι όλοι οι ίδιοι οι παλιάνθρωποι»“. Για αυτούς τους λόγους θεωρεί ότι οι σύγχρονες δημοκρατίες είναι τέτοιες μόνο κατ’όνομα. “Εγώ τις ονομάζω φιλελεύθερες ολιγαρχίες”, καταλήγει.[1]
Κατόπιν αυτών, δεν είναι να απορεί κανείς που η κατάσταση έχει αντίστραφεί πλήρως σε σχέση με την δημοκρατία της αρχαίας Αθήνας και η εξουσία έχει φύγει από τα χέρια των πολιτών και έχει περάσει στους τεχνοκράτες (στην καλύτερη περίπτωση) ή σε κάθε λογής επαγγελματίες πολιτικούς, πολιτικάντηδες, δημαγωγούς, αχυρανθρώπους των κυρίαρχων στρωμάτων (συνήθως). Εκείνο που εκπλήσσει είναι η διαπίστωση ότι η αποποίηση της εξουσίας από την πλευρά του λαού και ο αυτο-υποβιβασμός του πολίτη στην κατάσταση του υπηκόου [2]είναι, ως ένα βαθμό, οικιοθελής.

Μήπως η τεμπελιά μας είναι ισχυρότερη από την επιθυμία μας για ελευθερία; Κάτι μου θυμίζει όμως αυτό... Α, ναι!
"Πρέπει να διαλέξουμε ανάμεσα στην ελευθερία και την οκνηρία", Θουκιδύδης


[1] Στα αγγλικά και σε άλλες γλώσσες υπάρχει η διάκριση ανάμεσα στον όρο "democracy" που αναφέρεται στην "άμεση δημοκρατία" και τον όρο "republic" που αποδίδει την "αντιπροσωπευτική" ή "κοινοβουλευτική" δημοκρατία. Η ταύτιση των δύο εννοιών, αν και συνηθισμένη, είναι λανθασμένη και προκαλέι σύγχιση.
[2] Ενδεικτικό του πόσο αυτονόητη ήταν στην αρχαιότητα η συμμετοχή των πολιτών στα κοινά είναι ότι η λέξη “ιδιώτης” (εκείνος που απέχει από τα κοινα) κατέληξε να σημαίνει “ανόητος” (προφανώς γιατί μόνο κάποιο άτομο περιορισμένης νοημοσύνης “ιδιώτευε”)- εξ’ου και η αγγλική λέξη “idiot” (βλ. ετυμολογικό λεξικό Μπαμπινιώτη).