Η Lifo μας πληροφορεί πως είναι πλέον συχνό το φαινόμενο στο μετρό, ενώ κάποιος επιβάτης επικυρώνει το εισιτήριο του, πίσω του να καραδοκεί ένας τζαμπατζής για να τρυπώσει μαζί του στις αυτόματες πόρτες.
Τι πρέπει να κάνει ο επιβάτης στην περίπτωση αυτή, ρωτά το άρθρο.
Οι απόψεις των αναγνωστών, αντικρουόμενες, εκτείνονταν σε όλο το φάσμα των πιθανών απαντήσεων:
-Θα του έριχνα γροθιά στο στομάχι, ο ένας.
-Θα τον αφήσω να περάσει. Δεν είναι δουλειά μου να κάνω τον ελεγκτή, ο άλλος.
-Με τόση ανεργία και τέτοιους μισθούς αφήστε τους ανθρώπους να περάσουν, ο τρίτος, κοκ.
Απολύτως δικαιολογημένη η πολυγνωμία, καθότι το ζήτημα είναι πιο περίπλοκο από ότι φαίνεται εκ πρώτης όψεως. Κάτι καθημερινό και συνηθισμένο εγείρει θεμελιώδη ερωτήματα για την λειτουργία της Πολιτείας και της κοινωνίας, όπως:
-Ποιος είναι ο ρόλος του πολίτη απέναντι στην παρανομία του διπλανού του; Παρεμβαίνει ή κοιτάζει τη δουλειά του;
-Η νομιμοφροσύνη πρέπει να είναι απόλυτη ή εξαρτάται από τη φύση του νόμου;
Η προσπάθεια απάντησης τους με συστηματικό τρόπο αποτελεί ουσιαστική πολιτική σκέψη (και όχι οι άναρθρες κραυγές που εκστομίζονται από τα "πολιτικά πρόσωπα" στις τηλεόρασεις και τη Βουλή).
Δυστυχώς η κοινωνία μας δεν μπήκε στον κόπο, σε αντίθεση με τους προκάτοχους της που δεν κουράζονταν να εμβαθύνουν σε αυτά.
Ο Πλάτων (στους “Νόμους”) είναι σαφής: Οφείλεις να καταγγέλεις την παρανομία του συμπολίτη σου. Εάν δεν το κάνεις γίνεσαι συνένοχος στην ηθική και πολιτική ανομία.
(Επομένως, όχι, ο έλεγχος της νομιμότητας δεν είναι αποκλειστική ευθύνη των ελεγκτών ή της αστυνομίας. Είναι υπόθεση όλων των πολιτών.)
Μα εάν έχουμε να κάνουμε με κάποιον δυστυχή που εμφανώς δεν μπορεί να πληρώσει το εισιτήριό του, τι κάνουμε;
Ο Αριστοτέλης ενθάρρυνε την γενναιοδωρία προς τους αδύναμους. Γενναιοδωρία όμως δεν είναι η καταλήστευση των δημοσίων αγαθών (που τελικά θα οδηγήσει στην χρεοκοπία ή την υποβάθμιση τους, των ΜΜΜ εν προκειμένω). Γενναιοδωρία είναι να βοηθάμε τον αδύναμο με δικούς μας πόρους.
Ιδού λοιπόν τι (πιστεύω ότι) θα έπρατταν οι φιλόσοφοι μας σε αυτήν την περίπτωση:
Δεν θα επέτρεπαν στον επίδοξο λαθρεπιβάτη να περάσει (χωρίς φυσικά να τον γρονθοκοπήσουν). Εάν, δε, έβλεπαν κάποιον που έχει ανάγκη πιθανότατα θα αγόραζαν ένα εισιτήριο και θα του το πρόσφεραν.
Κι αν ο νόμος είναι άδικος τι γίνεται, θα επιμείνει κάποιος καχύποπτος (στην Ελλάδα έχουμε μια ροπή στην καχυποψία). Για παράδειγμα, στην κατοχική Ελλάδα θα έπρεπε να γίνουν όλοι καταδότες γιατί έτσι απαιτούσαν οι Αρχές των κατακτητών; Προφανώς όχι: για αυτές τις περιπτώσεις που ο νόμος έρχεται σε σύγκρουση με θεμελιώδεις αξίες, οι φιλόσοφοι εισήγαγαν την πολιτική ανυπακοή.
Εννοείται, προφανώς, ότι η περίπτωση του Μετρό δεν είναι τέτοια. Εδώ έχουμε να κάνουμε με την παροχή μιας πολύτιμης για το κοινωνικό σύνολο υπηρεσίας, που έχει σημαντικό κόστος και συνεπώς είναι απολύτως θεμιτή η επιβολή ενός εύλογου τιμήματος. Η μη πληρωμή του δεν είναι τίποτα περισσότερο ή λιγότερο παρά κλοπή. Όχι μόνο προς την εταιρία που το διαχειρίζεται αλλά και προς τους υπόλοιπους επιβάτες που το έχουν ανάγκη.
Showing posts with label Politics. Show all posts
Showing posts with label Politics. Show all posts
Saturday, January 19, 2019
Sunday, June 26, 2016
Ακούγοντας τον Ποιητή
«...γιατί, ενώ οι Εβραίοι υπάκουσαν (έστω και με ιδιαίτερο τρόπο) στη φωνή των προφητών τους, οι Έλληνες έκλεισαν τ' αυτιά τους στη φωνή των φιλοσόφων και των ποιητών τους; Γιατί δεν κατευθύνθηκαν κι αυτοί επίσης προς το άπειρο;», διερωτήθηκε ο Κώστας Αξελός [1].
Στην ίδια κατεύθυνση μας προτρέπει να στραφούμε ένας κορυφαίος γνώστης και λάτρης της ελληνικής γραμματείας που μάλιστα τυχαίνει να είναι -τι όμορφη ειρωνεία!- εβραϊκής καταγωγής. Στην απολαυστική συλλογή δοκιμίων του Daniel Mendelsohn [2] που κυκλοφόρησε πρόσφατα στη γλώσσα μας, δεν περιλαμβάνονται δυστυχώς δύο άρθρα ([3], [4]) που έγραψε με αφορμή τις εθνικές μας περιπέτειες.
Στο πρώτο διαπιστώνει ότι, αντίθετα με τα αγαπημένα στερεότυπα των ΜΜΕ που παρουσιάζουν την ελληνική κρίση σαν αρχαιοελληνικό δράμα (“δρακόντεια μέτρα”, “προκρούστεια πολιτική”, “βγαλμένη από τραγωδία του Ευρυπίδη η σύγκρουση με τους δανειστές” κλπ), η Ελληνιστική περίοδος και το Βυζάντιο προσφέρουν καλύτερο πλαίσιο για να εξεταστεί η νεοελληνική συνθήκη. Ο ποιητικός στοχασμός του Καβάφη -βαθύς γνώστης της Ιστορίας και εμβριθής παρατηρητής της εποχής του- είναι το συνδετικό νήμα που προτείνει.
— Γιατί μέσα στην Σύγκλητο μια τέτοια απραξία;
Τι κάθοντ’ οι Συγκλητικοί και δεν νομοθετούνε;
Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
Τι νόμους πια θα κάμουν οι Συγκλητικοί;
Οι βάρβαροι σαν έλθουν θα νομοθετήσουν.
Τους στίχους αυτούς από το “Περιμένοντας τους Βαρβάρους” χρησιμοποιεί ως εισαγωγή στο δεύτερο άρθρο με τίτλο “Περιμένοντας τους Βαρβάρους” και η Απενεργοποίηση της Κυβέρνησης.
Το ποίημα, γράφει ο D.M, “ξεκινά με ένα κινηματογραφικό πλάνο επικείμενης εθνικής παρακμής. Σε μια τεράστια πλατεία κάποιας πόλης που δεν κατονομάζεται (Ρώμη; Κωνσταντινούπολη; Δεν έχει σημασία γιατί, έτσι κι αλλιώς, αυτό συμβαίνει ξανά και ξανά παντού), ένα πλήθος έχει συγκεντρωθεί και περιμένει ανήσυχο την άφιξη κάποιων “βαρβάρων” (που επίσης δεν κατονομάζονται). Η κυβέρνηση, όπως δηλώνουν οι αρχικοί στίχοι, έχει τεθεί σε αδράνεια - αν μη τι άλλο γιατί οι ισχυρότεροι άνδρες της χώρας, περιλαμβανομένου του ίδιου του αυτοκράτορα με τους αξιωματούχους του περιφέρονται περιμένοντας του βαρβάρους.”
Και συνεχίζει:
“Ο αυτοκράτορας ετοιμάζεται να προσφέρει μια περγαμηνή με τίτλους πολλούς κι ονόματα στον αρχηγό των βαρβάρων- αν και υποπτευόμαστε ότι ο άξεστος ξένος δε θα νοιαστεί• είναι ξεκάθαρο ότι οι βάρβαροι μπορούν να πάρουν ό,τι θέλουν. Ίσως γι' αυτό οι μόνοι που δεν εκπροσωπούνται στην υποδοχή είναι οι άξιοι ρήτορες που σε όλες τις σημαντικές περιστάσεις έρχονται για να βγάλουνε τους λόγους τους, να πούνε τα δικά τους. Διαισθανόμαστε ότι έχει ξεπεραστεί το στάδιο της συζήτησης και της αντιπαράθεσης επιχειρημάτων. Έτσι κι αλλιώς, παρατηρεί ο Καβάφης, οι βάρβαροι βαρυούντ’ ευφράδειες και δημηγορίες. Στη σιωπή που ακολουθεί, βλέπουμε μόνο τις δυσάρεστες εικόνες που προηγούνται του φημισμένου απρόσμενου τέλους του ποιήματος: τα πρόσωπα του πλήθους ξαφνικά σοβαρεύουν, οι δρόμοι αδειάζουν, οι πολίτες γυρίζουν στα σπίτια τους συλλογισμένοι.
Γιατί αδειάζει ξαφνικά η πλατεία, γιατί σκορπίζεται το πλήθος; Γιατί ενύκτωσε κι οι Βάρβαροι δεν ήλθαν. Μόνο στους δύο τελευταίους στίχους ο ποιητής αφήνει να ξεπηδήσει η έκπληξη του φινάλε: το πλήθος περίμενε με ανυπομονησία τους βαρβάρους: Και τώρα τι θα γενούμε χωρίς βαρβάρους. Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις.
Η πολιτισμική εξουθένωση, η πολιτική απραξία, η διεστραμμένη προσδοκία για μια βίαιη κρίση που ίσως άρει το αδιέξοδο και αναζωογονήσει την πολιτεία: αυτά τα τόσο οικεία σε εμάς θέματα ήταν τα αγαπημένα του Καβάφη. Ήταν άλλωστε κάτοικος της Αλεξάνδρειας, μιας πόλης που είχε υπάρξει έμβλημα πολιτισμικής υπεροχής και που είχε καταστεί ασήμαντη όταν γεννήθηκε εκείνος το 1863. Όταν έχεις δει τόση ιστορία να ξετυλίγεται, τόσο μεγαλείο και τόση παρακμή, έχεις πολύ λίγες προσδοκίες από την ιστορία- δηλαδή από την ανθρώπινη φύση και την πολιτική θέληση. Ποίημα το ποίημα, σε στίχους με θέματα από τους αρχαίους μύθους και την αρχαία ιστορία, ο ποιητής απεικόνισε την αναπόφευκτη αποτυχία των καλύτερων προσπαθειών μας.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα οι στίχοι αυτοί από τους “Τρώες”:
Θαρρούμε πως με απόφασι και τόλμη
θ’ αλλάξουμε της τύχης την καταφορά,
κ’ έξω στεκόμεθα ν’ αγωνισθούμε.
Aλλ’ όταν η μεγάλη κρίσις έλθει,
η τόλμη κι η απόφασίς μας χάνονται·
ταράττεται η ψυχή μας, παραλύει·
κι ολόγυρα απ’ τα τείχη τρέχουμε
ζητώντας να γλυτώσουμε με την φυγή.
Η μεγαλειώδης υπόσχεση, η άθλια πραγματικότητα: αυτός είναι κατά τον Καβάφη ο αναπόφευκτος κύκλος των ανθρώπινων υποθέσεων. Το ενδιαφέρον με αυτόν τον ποιητή είναι ότι δεν κρίνει. Απλώς οι άνθρωποι έτσι είναι.
Πράγματι ο Καβάφης έτρεφε τεράστια συμπάθεια για τους απλούς ανθρώπους που είναι τα θύματα αυτού του τρομερού κύκλου. Έγραψε ένα καταπληκτικό ποίημα, “Το 31 π.Χ στην Αλεξάνδρεια”, για έναν μικροπωλητή που τυχαίνει να φτάσει στην πόλη λίγο μετά την ναυμαχία του Ακτίου στην οποία ο μελλοντικός αυτοκράτορας Αύγουστος κέρδισε τον Αντώνιο και την Κλεοπάτρα. Προσπαθώντας απλώς να πουλήσει την πραμάτεια του περιφέρεται στην πόλη με το πλήθος να “τον σκουντά, τον σέρνει, τον βροντά”. Αδυνατεί να καταλάβει “τι είναι η τρέλα αυτή”• στο τέλος πρέπει να δεχθεί την επίσημη εκδοχή του παλατιού, ότι ο Αντώνιος και η Κλεοπάτρα είχαν νικήσει. Το αστείο είναι ότι στην πιο σημαντική στιγμή της ιστορίας τους ο λαός εξαπατάται από μια ηγεσία που ενδιαφέρεται μόνο για την εικόνα της.”
Ας συγχωρέσουν στο σημείο αυτό ο Καβάφης και ο Mendelsohn την ποταπή μου παρέμβαση, αλλά δεν μπορώ να αντισταθώ στον πειρασμό να αναφέρω ότι το πρώτο πράγμα που φέρνουν στο νου μου οι παραπάνω σκέψεις είναι αυτή η εικόνα:
Επιστροφή στον Αλεξανδρινό:
“Εκείνους που ο ποιητής κρίνει -και κρίνει σκληρά- είναι οι ηγέτες που αποποιούνται τις ευθύνες τους προς τις αρχές και προς τους λαούς τους. Ο Καβάφης δεν είχε σε καμία υπόληψη εκείνους που από προσωπικό συμφέρον ή αυταρέσκεια οδηγούν τον λαό σε επικίνδυνες αυταπάτες. Σε ένα καυστικό ποίημα του 1915 , “Η Διορία του Νέρωνος”, ο διαβόητος αυτοκράτορας λαμβάνει μια προφητεία που τον προειδοποιεί για την ηλικία των εβδομήντα τριών. Ο τριαντάχρονος Ρωμαίος σκέφτεται αυτάρεσκα ότι “είχε καιρόν ακόμα να χαρεί”- αγνοώντας μακαρίως ότι ένας από τους σπουδαίους στρατηγούς του, που έμελλε να συμμετέχει στο πραξικόπημα που θα τον ανέτρεπε, ήταν εβδομήντα τριών ετών.
Τα θεμελιώδη αμαρτήματα σύμφωνα με την ματιά του Καβάφη στην ιστορία και την πολιτική είναι ο εφησυχασμός, η αυταρέσκεια και μια σολιψιστική ανικανότητα να δει κανείς τη μεγάλη εικόνα. Εκείνοι που θαύμαζε ήταν οι πολιτικές μορφές που κάνουν το σωστό ακόμα κι αν γνωρίζουν ότι έχουν μικρές πιθανότητες επιτυχίας: τους μεγάλους “losers” της ιστορίας, αξιολάτρευτους στην άκαρπη αφοσίωση τους στην ηθική συμπεριφορά - ή απλώς αρκετά συνετούς ώστε να γνωρίζουν πότε το παιχνίδι έχει χαθεί. Στο “Απολείπειν ο θεός Αντώνιον”, ένα από τα γνωστότερα ποιήματα (διασκευασμένο από τον Leonard Cohen ως “Alexandra leaving”) σχετικά με το αγαπημένο του πρόσωπο από την ιστορία, ο Καβάφης παροτρύνει τον ηττημένο Ρωμαίο να μην ανωφέλετα θρηνεί για τα έργα σου που απέτυχαν, τα σχέδια της ζωής σου που βγήκαν όλα πλάνες και να μη γελασθείς, μην πεις πως ήταν ένα όνειρο. Αντίθετα, πρέπει να ακούσει με συγκίνησιν το διερχόμενο πλήθος και να αποχαιρετίσει την πόλη -σύμβολο του αυτοκρατορικού του ονείρου- που χάνεις.
Ακόμα μεγαλύτερος είναι ο θαυμασμός του ποιητή για τον “απρόθυμο αυτοκράτορα” του Βυζαντίου, τον Ιωάννη Κατακουζηνό (περιπου 1295-1383). Ο Κατακουζηνός, ένας ευγενής που έμπλεξε σε μια πικρή μάχη ισχύος με μια διεφθαρμένη και καταστροφική αντιβασιλέα, υπήρξε αυτοκράτορας για λίγο, αλλά τελικά αποσύρθηκε σε ένα μοναστήρι όπου έγραφε ιστορία για το υπόλοιπο της ζωής του. Σε ένα ποίημα του 1925 με τίτλο “Από υαλί χρωματιστό” o Καβάφης αφηγείται πως ο αυτοκράτορας και η γυναίκα του αναγκάστηκαν να φορέσουν εμβλήματα φτιαγμένα από γυαλί κατά την στέψη τους γιατί τα αυτοκρατορικά κοσμήματα είχαν ξεπουληθεί από τους άπληστους εχθρούς τους. Όμως για τον ποιητή δεν υπάρχει τίποτα το ντροπιαστικό στα ταπεινά στολίδια, τα οποία φορούσαν σαν σύμβολα τιμής:
“Είναι τα σύμβολα του τι ήρμοζε να έχουν,
του τι εξ άπαντος ήταν ορθόν να έχουν
στην στέψι των…”
Η ήρεμη αποδοχή και ο ρεαλισμός ήταν για τον ιστορικό ποιητή οι μεγαλύτερες αρετές στην πολιτική ζωή, ιδιαίτερα στις ήττες. Δεν είναι τυχαίο ότι τα τέσσερα ποιήματα σχετικά με τον Κατακουζηνό τα έγραψε στο πρώτο μισό της δεκαετίας του 1920, κατά τη διάρκεια και αμέσως μετά την καταστροφική μικρασιατική εκστρατεία. Ο Καβάφης μπορεί να βυθιζόταν στα ιστορικά του βιβλία διάβαζε όμως και εφημερίδες: οι πολιτικές συνέπειες των προσωπικών και εθνικών αυταπατών ήταν απολύτως πραγματικές για τον ποιητή, που από την γεωγραφική και διανοητική οπτική του σε μια αρχαία πόλη, ήξερε ότι τέτοιες αυταπάτες πληρώνονται με αίμα. Αυτό, βεβαίως, δεν έχει αλλάξει με τα χρόνια.
Η αδράνεια φυσικά μπορεί να είναι το ίδιο καταστροφική όσο η δράση κατόπιν λανθασμένων συμβουλών. Γι’ αυτόν τον λόγο η άσκοπη αναμονή που ο Καβάφης παρουσιάζει καταπληκτικά στο “Περιμένοντας τους Βαρβάρους” είναι τόσο κατακριτέα. Το σθένος των ηγετών, η αποτελεσματικότητα της ρητορείας τους, η πολιτική θέληση των πολιτών έχουν τόσο ατροφήσει από την οκνηρία, την πολυτέλεια και τον εφησυχασμό που μόνο σε μια καταστροφή μπορούν να ελπίζουν να ανανεώσει την πολιτεία. Ανάλογα τις πεποιθήσεις του μπορεί κάποιος να μπει στον πειρασμό να αντιστοιχίσει την τωρινή κρίση στους “Βαρβάρους” με πολλούς τρόπους: Είναι οι βάρβαροι οι Δημοκρατικοί ή οι Ρεπουμπλικάνοι;”
Προφανώς τέτοιες αντιστοιχήσεις έρχονται αυτόματα στο μυαλό του Έλληνα αναγνώστη: Είναι οι Βάρβαροι το ένα κόμμα ή το άλλο; Είναι οι ανίκανες ελληνικές κυβερνήσεις ή οι μοχθηροί ξένοι που ευθύνονται για τα δεινά του; Είναι η δημαγωγία των πολιτικών ή η δική του ευπιστία που τον φέρνουν στη θέση του εξαπατημένου;
“Για τον Καβάφη αυτές οι λεπτομέρειες μικρή σημασία έχουν. Το ζήτημα είναι ότι αυτά τα πράγματα συμβαίνουν ξανά και ξανά, και πέραν από οτιδήποτε άλλο μπορεί να σημαίνουν, θέτουν πάντοτε σε δοκιμασία τους χαρακτήρες - μεμονωμένων πολιτικών ή ολόκληρων εθνών. Ειδικά όταν οι βάρβαροι (όποιοι κι αν είναι) βρίσκονται προ των πυλών, όταν η κρίση είναι αναπόφευκτη, είναι τότε που η σωστή δράση είναι η μόνη επιλογή, ανεξάρτητα από τις πιθανότητες επιτυχίας. Ακόμα και στην πολιτική, είναι το ταξίδι που μετράει, όχι ο προορισμός."
Κλείνω όπως ξεκίνησα, με τη σκέψη του Αξελού. Μήπως η αιτία αλλά και το πιο αποκρουστικό πρόσωπο της παρακμής είναι η περιφρόνηση του άπειρου και η αποθέωση του ευτελούς; Ας ακούσουμε επιτέλους τους ποιητές και τους φιλοσόφους μας.
Περιμένοντας τους Bαρβάρους
— Τι περιμένουμε στην αγορά συναθροισμένοι;
Είναι οι βάρβαροι να φθάσουν σήμερα.
— Γιατί μέσα στην Σύγκλητο μια τέτοια απραξία;
Τι κάθοντ’ οι Συγκλητικοί και δεν νομοθετούνε;
Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
Τι νόμους πια θα κάμουν οι Συγκλητικοί;
Οι βάρβαροι σαν έλθουν θα νομοθετήσουν.
—Γιατί ο αυτοκράτωρ μας τόσο πρωί σηκώθη,
και κάθεται στης πόλεως την πιο μεγάλη πύλη
στον θρόνο επάνω, επίσημος, φορώντας την κορώνα;
Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
Κι ο αυτοκράτωρ περιμένει να δεχθεί
τον αρχηγό τους. Μάλιστα ετοίμασε
για να τον δώσει μια περγαμηνή. Εκεί
τον έγραψε τίτλους πολλούς κι ονόματα.
— Γιατί οι δυο μας ύπατοι κ’ οι πραίτορες εβγήκαν
σήμερα με τες κόκκινες, τες κεντημένες τόγες·
γιατί βραχιόλια φόρεσαν με τόσους αμεθύστους,
και δαχτυλίδια με λαμπρά, γυαλιστερά σμαράγδια·
γιατί να πιάσουν σήμερα πολύτιμα μπαστούνια
μ’ ασήμια και μαλάματα έκτακτα σκαλιγμένα;
Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα·
και τέτοια πράγματα θαμπώνουν τους βαρβάρους.
—Γιατί κ’ οι άξιοι ρήτορες δεν έρχονται σαν πάντα
να βγάλουνε τους λόγους τους, να πούνε τα δικά τους;
Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα·
κι αυτοί βαρυούντ’ ευφράδειες και δημηγορίες.
— Γιατί ν’ αρχίσει μονομιάς αυτή η ανησυχία
κ’ η σύγχυσις. (Τα πρόσωπα τι σοβαρά που εγίναν).
Γιατί αδειάζουν γρήγορα οι δρόμοι κ’ η πλατέες,
κι όλοι γυρνούν στα σπίτια τους πολύ συλλογισμένοι;
Γιατί ενύχτωσε κ’ οι βάρβαροι δεν ήλθαν.
Και μερικοί έφθασαν απ’ τα σύνορα,
και είπανε πως βάρβαροι πια δεν υπάρχουν.
__
Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους.
Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις.
Τρώες
Είν’ η προσπάθειές μας, των συφοριασμένων·
είν’ η προσπάθειές μας σαν των Τρώων.
Κομμάτι κατορθώνουμε· κομμάτι
παίρνουμ’ επάνω μας· κι αρχίζουμε
νάχουμε θάρρος και καλές ελπίδες.
Μα πάντα κάτι βγαίνει και μας σταματά.
Ο Aχιλλεύς στην τάφρον εμπροστά μας
βγαίνει και με φωνές μεγάλες μάς τρομάζει.—
Είν’ η προσπάθειές μας σαν των Τρώων.
Θαρρούμε πως με απόφασι και τόλμη
θ’ αλλάξουμε της τύχης την καταφορά,
κ’ έξω στεκόμεθα ν’ αγωνισθούμε.
Aλλ’ όταν η μεγάλη κρίσις έλθει,
η τόλμη κι η απόφασίς μας χάνονται·
ταράττεται η ψυχή μας, παραλύει·
κι ολόγυρα απ’ τα τείχη τρέχουμε
ζητώντας να γλυτώσουμε με την φυγή.
Όμως η πτώσις μας είναι βεβαία. Επάνω,
στα τείχη, άρχισεν ήδη ο θρήνος.
Των ημερών μας αναμνήσεις κλαιν κ’ αισθήματα.
Πικρά για μας ο Πρίαμος κ’ η Εκάβη κλαίνε.
Το 31 π.X. στην Aλεξάνδρεια
Aπ’ την μικρή του, στα περίχωρα πλησίον, κώμη,
και σκονισμένος από το ταξείδι ακόμη
έφθασεν ο πραγματευτής. Και «Λίβανον!» και «Κόμμι!»
«Άριστον Έλαιον!» «Άρωμα για την κόμη!»
στους δρόμους διαλαλεί. Aλλ’ η μεγάλη οχλοβοή,
κ’ η μουσικές, κ’ η παρελάσεις πού αφίνουν ν’ ακουσθεί.
Το πλήθος τον σκουντά, τον σέρνει, τον βροντά.
Κι όταν πια τέλεια σαστισμένος, «Τι είναι η τρέλλα αυτή;» ρωτά,
ένας του ρίχνει κι αυτουνού την γιγαντιαία ψευτιά
του παλατιού — που στην Ελλάδα ο Aντώνιος νικά.
Η Διορία του Nέρωνος
Δεν ανησύχησεν ο Νέρων όταν άκουσε
του Δελφικού Μαντείου τον χρησμό.
«Τα εβδομήντα τρία χρόνια να φοβάται.»
Είχε καιρόν ακόμη να χαρεί.
Τριάντα χρονώ είναι. Πολύ αρκετή
είν’ η διορία που ο θεός τον δίδει
για να φροντίσει για τους μέλλοντας κινδύνους.
Τώρα στην Pώμη θα επιστρέψει κουρασμένος λίγο,
αλλά εξαίσια κουρασμένος από το ταξείδι αυτό,
που ήταν όλο μέρες απολαύσεως —
στα θέατρα, στους κήπους, στα γυμνάσια ...
Των πόλεων της Aχαΐας εσπέρες ...
A των γυμνών σωμάτων η ηδονή προ πάντων ...
Aυτά ο Νέρων. Και στην Ισπανία ο Γάλβας
κρυφά το στράτευμά του συναθροίζει και το ασκεί,
ο γέροντας ο εβδομήντα τριώ χρονώ.
Απολείπειν ο θεός Aντώνιον
Σαν έξαφνα, ώρα μεσάνυχτ’, ακουσθεί
αόρατος θίασος να περνά
με μουσικές εξαίσιες, με φωνές—
την τύχη σου που ενδίδει πια, τα έργα σου
που απέτυχαν, τα σχέδια της ζωής σου
που βγήκαν όλα πλάνες, μη ανωφέλετα θρηνήσεις.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
αποχαιρέτα την, την Aλεξάνδρεια που φεύγει.
Προ πάντων να μη γελασθείς, μην πεις πως ήταν
ένα όνειρο, πως απατήθηκεν η ακοή σου·
μάταιες ελπίδες τέτοιες μην καταδεχθείς.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
σαν που ταιριάζει σε που αξιώθηκες μια τέτοια πόλι,
πλησίασε σταθερά προς το παράθυρο,
κι άκουσε με συγκίνησιν, αλλ’ όχι
με των δειλών τα παρακάλια και παράπονα,
ως τελευταία απόλαυσι τους ήχους,
τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου,
κι αποχαιρέτα την, την Aλεξάνδρεια που χάνεις.
Από υαλί χρωματιστό
Πολύ με συγκινεί μια λεπτομέρεια
στην στέψιν, εν Βλαχέρναις, του Ιωάννη Καντακουζηνού
και της Ειρήνης Aνδρονίκου Aσάν.
Όπως δεν είχαν παρά λίγους πολυτίμους λίθους
(του ταλαιπώρου κράτους μας ήταν μεγάλ’ η πτώχεια)
φόρεσαν τεχνητούς. Ένα σωρό κομμάτια από υαλί,
κόκκινα, πράσινα ή γαλάζια. Τίποτε
το ταπεινόν ή το αναξιοπρεπές
δεν έχουν κατ’ εμέ τα κομματάκια αυτά
από υαλί χρωματιστό. Μοιάζουνε τουναντίον
σαν μια διαμαρτυρία θλιβερή
κατά της άδικης κακομοιριάς των στεφομένων.
Είναι τα σύμβολα του τι ήρμοζε να έχουν,
του τι εξ άπαντος ήταν ορθόν να έχουν
στην στέψι των ένας Κυρ Ιωάννης Καντακουζηνός,
μια Κυρία Ειρήνη Aνδρονίκου Aσάν.
Το σύνολο του έργου του Καβάφη υπάρχει εδώ.
[1] Η Μοίρα της σύγχρονης Ελλάδας, Κ. Αξελός, εκδ. Νεφέλη
[2] Περιμένοντας τους Βαρβάρους, Ντ. Μέντελσον, εκδ. Πατάκη
[3] http://www.newyorker.com/magazine/2015/07/27/the-right-poem
[4] http://www.newyorker.com/books/page-turner/waiting-for-the-barbarians-and-the-government-shutdown
Sunday, June 28, 2015
Περί Δημοψηφισμάτων
Πολλοί πιστεύουν ότι τα δημοψηφίσματα είναι εξ ορισμού η κορυφαία έκφραση της Δημοκρατίας. Είναι πράγματι έτσι; Όχι απαραίτητα, απαντάει ο Ρ. Ρούφος (ένας αφοσιωμένος υπερασπιστής της δημοκρατίας και της ελευθερίας και νηφάλιος -και γι' αυτό δυστυχώς λησμονημένος- στοχαστής), και εξηγεί πότε ένα δημοψήφισμα είναι αθέμιτο:
"Δυο λογιών δημοψηφίσματα είναι θεμιτά με δημοκρατικά κριτήρια. Το ένα (Referendum), που εφαρμόζεται από παλιά στα ελβετικά καντόνια, διενεργείται μέσα σε ένα ισχύον πολίτευμα και ζητάει να αποφανθούν οι εκλογείς άμεσα πάνω σ΄ένα απλό και συγκεκριμένο ερώτημα, όπου μπορεί κανείς ν' απαντήσει πραγματικά μ΄ένα "Ναι" ή μ΄ένα "Όχι":λ.χ "Θέλετε να ψηφίζουν οι γυναίκες;" Το άλλο (Plebiscite) αφορά το ίδιο το πολίτευμα και είναι και εκείνο θεμιτό όταν το ερώτημα, και πάλι, είναι απλό- του τύπου "Βασιλευομένη ή Αβασίλευτη Δημοκρατία;"
Η αθέμιτη εκμετάλλευση του θεσμού αρχίζει όταν χρησιμοποιείται σαν υποκατάστατο άλλης δημοκρατικής διαδικασίας, ζητώντας πονηρά μ΄ένα ¨Ναι" ή μ΄ένα "Όχι" σε θέματα που από τη φύση τους δεν επιδέχονται μονολεκτική απάντηση (χωρίς να δίνεται σοβαρή διαζευκτική λύση). Μ' αυτή τη νοθευμένη μορφή μεταχειρίζονται συνήθως το δημοψήφισμα τα καθεστώτα, είτε για να προσδώσουν "λαϊκό χρίσμα" στην εξουσία τους είτε για να επικυρώσουν τετελεσμένα γεγονότα ή να επιβάλλουν πλατιές και περίπλοκες μεταρρυθμίσεις με τη "συγκατάθεση" των εκλογέων. Χαρακτηριστικό, σ'όλες τις περιπτώσεις, είναι ότι ο ψηφοφόρος δεν έχει γνήσια εκλογή. Κι όταν ακόμα του δίνουν τη δυνατότητα να ψηφίσει εναντίον στην πρόταση-πράγμα σπάνιο, γιατί κατά κανόνα τέτοια δημοψηφίσματα διεξάγονται σε κλίμα ψυχολογικής ή υλικής βίας- το ερώτημα είναι διατυπωμένο με τέτοιο τρόπο, ώστε η πρόταση όσο οδυνηρή κι αν είναι να φαίνεται σε πολλούς προτιμότερη από την εναλλακτική που μοιάζει να οδηγεί σε αδιέξοδο."
Το απόσπασμα είναι από το δοκίμιο Οι Περιφρονητές του Πλήθους, που περιλαμβάνεται στο βιβλίο του Ρόδη Ρούφου, Οι Μεταμορφώσεις του Αλαριχου και άλλα Δοκίμια, εκδ. Ίκαρος, 1971
Saturday, March 8, 2014
Το νέο κόμμα
Από το συγκλονιστικό φθινώπορο του 2009, όταν χάσαμε τη γη κάτω από το πόδια μας, έχουν περάσει πια 4,5 χρόνια, διάστημα ικανό για μια ανασκόπηση του πως η οικονομική κατάρρευση επηρέασε το πολιτικό σκηνικό της χώρας.
Στα χρόνια αυτά συντελείται ο κατακερματισμός του παραδοσιακού δικομματισμού της μεταπολίτευσης. Η ΝΔ είναι ευτυχής με ένα ποσοστό που αντιστοιχεί στο μισό του πρόσφατου παρελθόντος και το ΠΑΣΟΚ έχει σχεδόν αφανιστεί. Το εκκολαπτώμενο δίπολο ΝΔ-ΣΥΡΙΖΑ με δυσκολία προσεγγίζει αθροιστικά το 40%, που ωχριά σε σχέση με το 80 και βάλε που χτυπούσαν οι γαλαζοπράσινοι στους καλούς καιρούς. Από τη συρρίκνωση αυτή ωφελήθηκαν σχήματα που είτε φυτοζωούσαν (Χ.Α), είτε προέκυψαν στην πορεία (ΑΝΕΛ, ΔΗΜΑΡ), και ενθαρρύνθηκε η δημιουργία νέων κομμάτων ή/και κινημάτων (Δημιουργία Ξανά, Δράση, «58», Ποτάμι κλπ.)
Η διαδικασία της πολυδιάσπασης, αν και δυσκολεύει το σχηματισμό σταθερής κυβέρνησης, είναι μια θετική εξέλιξη: εφόσον συμφωνούμε (οι περισσότεροι τουλάχιστον) ότι το σύστημα που διαμορφώθηκε στα 40 χρόνια της Μεταπολίτευσης εκτροχιάστηκε και οδήγησε τη χώρα στον όλεθρο, η αντικατάστασή του από κάτι νέο είναι επιτακτική. Στην περίοδο της παντοδυναμίας του, ο δικομματισμός είχε τη δύναμη να φιλτράρει εξελίξεις και πρόσωπα, καθορίζοντας τους πρωταγωνιστές της κεντρικής πολιτικής σκηνής. Κανένα πρόσωπο, όσο ικανό και αν ήταν, δεν είχε πιθανότητα να ακουστεί, παρά μόνο μέσα από τα γαλάζια ή πράσινα κανάλια (κομματικά ή τηλεοπτικά). Διάφοροι μηχανισμοί που ονομάστηκαν «κομματική πειθαρχία» ή «πολιτικό κόστος» επιστρατεύτηκαν ώστε οι όποιοι ικανοί, είτε να μετατραπούν και αυτοί σε πιόνια, είτε να περιθωριοποιηθούν.
Το ενδεχόμενο τα παραδοσιακά κόμματα εξουσίας να αυτοδιορθωθούν, αν και δεν μπορεί να αποκλειστεί, μοιάζει απίθανο: η αντίληψη τους περί άσκησης πολιτικής φαίνεται να έχει περάσει στο γονίδιο τους. Και αν ακόμα κατόρθωναν την υπέρβαση, δύσκολα θα έπειθαν την κοινωνία για την ειλικρινή τους μεταμέλεια. Ο κατακερματισμός, συνεπώς, είναι η μόνη δυνατότητα για να ανοίξουν οι πόρτες στο καινούργιο.
Μολονότι, λοιπόν, το αναγκαίο πρώτο βήμα για την ανατροπή του σκηνικού πραγματοποιείται, προφανώς από μόνο του δεν αρκεί. Αρκεί να δει κανείς τι νέο έχει προκύψει ως τώρα:
α) Κόμματα διαμαρτυρίας, που με τη ρητορική τους εξαργυρώνουν και υποδαυλίζουν τη δικαιολογημένη οργή του κόσμου (Χ.Α και ΑΝΕΛ τυπικά παραδείγματα). Με κραυγές και κατάρες μπορεί να επιτυγχάνονται πρόσκαιρα δημοσκοπικά ωφέλη, τα προβήματα όμως δεν λύνονται.
β) Κινήματα καλών προθέσεων, όπως η «Σπίθα» του Μ. Θεοδωράκη, η «Δυναμική Ελλάδα» του Μόσιαλου, ο «Κοινωνικός Σύνδεσμος» του Φλωρίδη και άλλα παρόμοια, που διατυμπάνισαν για μερικές εβδομάδες την πρόθεση τους να παρέμβουν, αλλά το μόνο που άφησαν πίσω τους είναι κάποιες εγκαταλελειμένες σελίδες στο ίντερνετ. Άγνωστο γιατί, παραιτήθηκαν πολύ γρήγορα από τις προσπάθειες, που αποδείχθηκαν πυροτεχνήματα των εμπνευστών τους και μέσο εκτόνωσης του κοινού που τους ακολούθησε. Αν δεν αλλάξει κάτι θεαματικά, παρόμοια τύχη διαφαίνεται και για τους «58». Το «Ποτάμι» είναι πολύ πρόσφατο για να κριθεί, θα πρέπει όμως να προσέξει πολύ για να μην έχει την ίδια κατάληξη. Θα πρέπει να αποφύγει την προχειρότητα και την αοριστολογία, να δείξει επιμονή που να εκτείνεται πέρα από τις πρώτες ενθουσιώδεις ημέρες• οι διάσπαρτες ιδέες και επιθυμίες των εμπνευστών του να μετασχηματιστούν σε συγκροτημένο πολιτικό λόγο.
γ) Μικρά προσωποπαγή κόμματα με αποσπασματική ατζέντα. Η «Δράση» του Μάνου, ή η «Δημιουργία Ξανά» του Τζήμερου επικαλέστηκαν την ανάγκη μεταρρυθμίσεων, συμφωνούσαν στα περισσότερα, αλλά απέτυχαν να συνεργαστούν. Η γελοιότητα των ΚΚΕ-ΜΛ και ΜΛ-ΚΚΕ έπληξε και το μεταρρυθμιστικό κέντρο. Προφανώς η χώρα δεν πρόκειται να σωθεί από έναν άνθρωπο, όσο ευφυής ή επικοινωνιακός και αν είναι.
δ) Τέλος υπάρχει και ο ενισχυμένος ΣΥΡΙΖΑ που συνδιάζει όλα τα παραπάνω, καθώς αποτελεί ένα ανομοιγενές κράμα στελεχών παλαιοκομματικής λογικής, αντιδραστικών συνδικαλιστών και αριστερών ρευμάτων αφοσιωμένων στον καταγγελτικό λόγο.
Αυτό που ως τώρα ΔΕΝ έχει εμφανιστεί, είναι μια ομάδα ανθρώπων με ένα κοινό όραμα για τη χώρα και ένα εύλογα σαφές σχέδιο για να το υποστηρίξει, με διάθεση για επίμονη δουλεία και ειλικρινή επιθυμία για συνεργασία. Για να μην πέσω και εγώ στην παγίδα της γενικολογίας, διευκρινίζω το «όραμα»: μια αντίληψη για τα κυρίαρχα χαρακτηριστικά που θα πρέπει να έχει ο δημόσιος (πολιτικός και οικονομικός) βίος της Ελλάδας, ώστε να μπορέσει να ανακάμψει και να ευημερίσει. Για παράδειγμα, θέλουμε ο νόμος να είναι κυρίαρχος ή θέλουμε να υπάρχει για να τον παρακάμπτουμε, θέλουμε αξιοκρατία ή βουλευτές που υπάρχουν για να βολεύουν τα παιδιά μας, θέλουμε οι πολίτες να συμμετέχουν στη λήψη αποφάσεων ή να είναι απλοί παρατηρητές των εξελίξεων, θέλουμε να επιτρέψουμε σε νέους ανθρώπους να αναδειχθούν με τον μόχθο και τις ικανότητες τους ή επιθυμούμε να προστατεύουμε τα παλιά «τζάκια», θέλουμε να είμαστε ανεκτικοί στο διαφορετικό ή απαιτούμε τη συμμόρφωση όλων στις κυρίαρχες αντιλήψεις, θέλουμε να είμαστε σε επικοινωνία με το παγκόσμιο γίγνεσθαι ή προτιμάμε να μας αφήσουν στην ησυχία μας, κλπ. Τα ερωτήματα αυτά δεν είναι ρητορικά, αντιθέτως οι απαντήσεις σε αυτά συνιστούν το «όραμα» και στη συνέχεια καθορίζουν το σχεδίου για την υλοποίηση του.
Το δε σχέδιο δεν είναι απλώς ένας κατάλογος επιθυμίων και ευχών, αλλά μια σειρά συγκεκριμένων δράσεων με ιεραρχημένες προτεραιότητες και χρονοδιαγράμματα, με οργανόγραμμα και δομές για την υλοποίηση τους, με τακτική αξιολόγηση των αποτελεσμάτων.
Είναι πολύ απογοητευτικό το γεγονός ότι το μόνο εμπεριστατωμένο σχέδιο για την ανάκαμψη της οικονομίας που έχει εκπονηθεί ως τώρα, προέρχεται από μια ξένη, ιδιωτική εταιρία (ΜcΚinsey). Αξίζει τον κόπο μια γρήγορη ανάγνωση, έστω και της 80σέλιδης περίληψης που είναι δημοσιευμένη στο διαδίκτυο, για να κατανοήσει κανείς τι πρέπει να περιέχει ένα τέτοιο σχέδιο (ακόμα και αν διαφωνεί με τις επιμέρους προτάσεις) και να αντιληφθεί ότι κάτι ανάλογο δεν έχει προταθεί από κανένα πολιτικό φορέα της χώρας. Και ακόμα χειρότερα, ούτε καν αυτή η μασημένη τροφή δεν έχει τεθεί σε δημόσια συζήτηση (η οποία περιορίζεται σε συνθήματα, απειλές, σαρκασμό και μια ακατάσχετη ασημαντολογία).
Ύστερα δυσανασχετούν πολλοί γιατί, όπως λένε, μας κάνουν κουμάντο οι ξένοι. Πως θα μπορούσε να ήταν διαφορετικά, αν εμείς δεν έχουμε ιδέα για το τι χώρα θέλουμε και πως να την οικοδομήσουμε;
Ο κατακερματισμός του πολιτικού φάσματος πραγματοποιείται και, παρά τις δυσάρεστες παρενέργειές του (ανάδειξη σκοταδιστικών δυνάμεων, πολιτική αστάθεια), δημιουργεί το ζωτικό χώρο για το καινούργιο που θα έρθει για να τον καταλάβει και να κυριαρχήσει στην περίοδο μετά την ιστορική καμπή που διανύουμε. Κατά τη γνώμη μου, αυτό θα το πετύχουν οι δυνάμεις εκείνες που θα κατορθώσουν να συνδιάσουν ένα θελκτικό όραμα με ένα συγκροτημένο σχέδιο καθώς και να υπερβούν τη γνωστή δυσκολία της φυλής μας για συνεργασία. Δεν είναι εύκολο: καλούμαστε να αφήσουμε πίσω μας μηχανισμούς και νοοτροπίες που ήταν ακλόνητες επί δεκαετίες. Είναι λογικό, επομένως, ότι καμία από τις ως τώρα προσπάθειες δεν είχε αίσια κατάληξη. Ελπίζω όμως, ότι οι ζυμώσεις για τη διαμόρφωση ενός κινήματος με τα παραπάνω χαρακτηριστικά βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη.
Friday, February 7, 2014
Τα ιερά και όσια
Είναι εντυπωσιακό σε ποιό βαθμό κατορθώνουν η θρησκευτική και «πατριωτική» προπαγάνδα να διαστρεβλώνουν την Ιστορία, ή και να την γράφουν καταπώς τις εξυπηρετεί.
Στα «ανδραγαθήματα» του Μέγα και Άγιου Κωνσταντίνου, του οποίου το όνομα έχουμε κατηχηθεί να δοξάζουμε και να διαιωνίζουμε, βαφτίζοντας σχεδόν τα μισά αγόρια κάθε γεννιάς προς τιμήν του, περιλαμβάνονται και τα εξής:
- Toν Ιούνιο του 326 διατάζει την εκτέλεση του μεγαλύτερου γιού του Κρίσπου. Τον επόμενο μήνα, κατόπιν εντολής της μητέρας του και μετέπειτα λατρευτής μας αγίας Ελένης, εκτέλεσε τη σύζυγο του αυτοκράτειρα Φαούστα αφήνοντας την να πεθάνει σε υπερθερμασμένο λουτρό (με άλλα λόγια την έβρασε ζωντανή) [1]
- Το 332 επέτρεψε στους γαιοκτήμονες να αλυσοδένουν τους καλλιεργητές όταν υποψιάζονταν ότι σκόπευαν να αποδράσουν. [2]
Αυτές οι - όχι και τόσο χριστιανικές- πράξεις δεν εμπόδισαν τα ιερατεία να τον ανακυρήξουν άγιο. Θα ήταν άλλωστε μέγιστη αγνωμοσύνη από μέρος τους, εφόσον ήταν εκείνος που τους άνοιξε τις πύλες της θρησκευτικής εξουσίας.
Αν τον 4ο αι. μ.Χ ή το Μεσαίωνα ο εναγκαλισμός πολιτικής και θρησκείας ήταν αυτονόητος, τα ισχυρά του κατάλοιπα στον 21ο αι. συνιστούν έναν αδιανόητο αναχρονισμό που καθηλώνει ολόκληρες κοινωνίες σε στασιμότητα.
Γύρω στο 1500, ο βασιλιάς της Αγγλίας δήμευσε όλες τις εκκλησιαστικές γαίες καταργώντας ουσιαστικά την εξουσία της εκκλησίας και συγκεντρώνοντας την στο κράτος. Ο συγκεντρωτισμός των κρατικών θεσμών κατέστησε εφικτή τη δημιουργία ανοικτών πολιτικών θεσμών [3], οι οποίοι με τη σειρά τους επέτρεψαν την οικονομική διεύρυνση που αργότερα μετέτρεψε τη χώρα σε εμπορική δύναμη και αφετηρία της Βιομηχανικής Επανάστασης.
Πεντακόσια (!) χρόνια αργότερα, η Ελληνική κοινωνία δεν είναι ακόμα πρόθυμη να περιορίσει την εκκλησία στη σφαίρα που εγγενώς ανοίκει, δηλ. του πνευματικού και του μεταφυσικού. Ως εκ τούτου, τέτοιου είδους μεταρυθμίσεις δεν έχουν συντελεστεί και η περιουσία της εκκλησίας -αλλα και η εξουσία της γενικότερα- παραμένει ακλόνητη. Δεν είναι, επομένως, να απορεί κανείς που η Βιομηχανική, ή οποιαδήποτε άλλη δημιουργική Επανάσταση, θα αργήσει πολύ ακόμα να φτάσει στα μέρη μας.
[1] http://en.wikipedia.org/wiki/Constantine_the_Great
[2] Daron Acemoglu & James a Robinson, Γιατί αποτυγχάνουν τα Έθνη, σελ. 188
[3] Γιατί αποτυγχάνουν τα Έθνη, σελ. 204
Saturday, July 20, 2013
"Burn in hell"
When Margaret Thatcher was at the peak of her power, I was a schoolboy living in a suburb of Athens. My age, my interests and my location back then, were simply too far from her affairs for me to have a personal and contemporary impression of her. I only remember the general feeling from the adults around: only Hitler was less popular. Years later and only after she had retired, some politicians back home dared to refer to her policies and ideas in a positive way.
When I started following the news, reading the newspapers etc. I got a rough idea of her ideology which I think the Pet Shop Boys accurately summarized in just one verse of their song "Shopping": I heard it in the House of Commons: everything's for sale
The ethics of political correctness require that immediately after the death of someone, especially of someone important, the achievements and qualities of the deceased should be underlined and the controversies should be overlooked. The text of Andrew O'Hagan, published (in the New York Books Review) just one month after the death of M.T is a spectacular expression of disrespect to this hypocritical rule and, at least for this reason, I think it is worth reading.
Some passages:
- She always slightly hated England’s elite, or hated the idea that you couldn’t have an elite of shopkeepers, and by the end she left Britain a greedier and seedier place. Despite the pomp and circumstance of her funeral and the many plaudits she has garnered since her death, her great experiment actually didn’t work: the people who could get rich got richer, of course, but she and her followers had no plan to relieve the economic misery that befell the others, the people who were now forced to live on state benefits, which continued to grow. It is the communities of the other—where no new investment took hold, where no new jobs came to replace the ones that were scrapped—that continue to fester in modern Britain.
- There was a country that died, the one in which the classes felt a little responsible for one another, survived wars together, a country in which young people used to have options outside the service industry or the gambling fraternity. And you can still see that country dying every day of the week on television. Gap-toothed and overlagered, unemployed and proud of nothing, the great-grandsons and daughters of the respectable working class are seen screaming at each other on The Jeremy Kyle Show, a tribute to Thatcher’s legacy and her impact on British social cohesion.
It was an impressive work of social engineering but ultimately a dreadful one. She created a population that is more dependent and less productive. She made us more individual but less cooperative.
- She ground the unions down but left workers with no alternative form of self-esteem or protection, and the result, today, is a workforce of the alienated. She boasted of setting people free but British working people have never been more enslaved to the whims of fashion, corporate greed, and agism than they are now. A young person from a former mining community where there might have been classes in the evenings and a sense of propriety, decency, modesty, and community can now only hope for a place in “the zone”—the world of the “haves”—by winning a celebrity contest or by thriving on the black market.
She made a Lottery nation.
- I grew up on one of those housing estates in Scotland. It was Ayrshire: a mining community and one also given over to farming and manufacturing. The first time I heard someone from our street talk about Thatcher, it was a couple of neighbors who had decided to buy their council house. Thatcher had made it possible for the government’s housing stock to be sold, giving tenants a “leg up” onto the property ladder. The couple loved Maggie: they were able to buy their house cheap and immediately changed the color of their front door, to show their neighbors they were now different.
All the kids in my class were given a small bottle of milk every day at mid-morning. It was nice to drink the milk, but nicer, in some larger way, to learn that you lived in a country where the government your parents paid their taxes to cared about you that minutely. Thatcher stopped the milk. It seemed new, the thought that people who didn’t want to strive and become better than their neighbors were totally lacking in spirit.
At first it seemed like a small philosophical problem: older people, hard-working people, contented people, sick people would argue that they didn’t have to be winners. They didn’t want to do better: they were quite happy to do fine. They liked being like other people. It squared with their sense of belonging and with their idea of what made British life stable. My mother worked in a youth club and Thatcher closed it down.
-In 1984 the coal miners down the road at Auchinleck went on strike. It wasn’t controversial to hold the view that some of the unions were out of control, that change had to happen, and that arrogance was rife. But suddenly there was a turn in the conversation, not locally, but on the TV news: the union men were now corrupt, evil, violent criminals. To us they were hardworking men who made half-decent wages in terrible conditions, people who lived in modest houses and had holidays at the English seaside. But in the news they were tyrants and Mrs. Thatcher was going to bring them down.
There was never any sense that she respected these men or the dangers they endured; no sense that these people were fighting for something real and good and irreplaceable. To us Thatcher was always a politician made of hard dogma, almost sociopathic in her inability to see the human beings behind the percentages she wielded like knives.
- Those who want to test the view that Mrs. Thatcher’s government had excellent recovery plans for Auchinleck and New Cumnock should visit the towns today. Unemployment and social problems have destroyed community life there and in March 2013 New Cumnock was voted Scotland’s most dismal town. There are no shops, there are derelict houses, the town hall is facing closure, and the church is empty. And that is only one of hundreds of towns in Britain that felt the impact of the Thatcher revolution.
- There was a vanity in Mrs. Thatcher, much copied by her followers, that the enmity she stirred up in people was merely a reflection of her toughness when it came to “getting things done.” But it was mindless of her to think so. Politicians have always been disliked and always blamed, but Thatcher appeared to many people in Britain to have no feeling for the people whose lives were hurt by her policies. No feeling and no understanding. Her stridency appeared to excite boys who remembered their nannies, but to other men and women, the poorer sort, she was the incarnation of blind authority. She knew there were real families out there in Britain’s hinterlands or northern lands, yet, like a crazed statistician or a bad novelist, she couldn’t really imagine what their lives must be like.
- “Can’t pay. Won’t pay.” That was another slogan born around the same time in response to the Poll Tax introduced by Mrs. Thatcher. The idea was to levy the same local rates regardless of income, a boost to rich people on large incomes in the south but a misery for those struggling in the north, which was already blighted by industry closures. It was the final nail. Even her biggest supporters recognized that, with the Poll Tax, Mrs. Thatcher was contravening a basic tenet of fairness that had always, at some level, seemed crucial in Britain. (Even if it wasn’t: it seemed so.) It wasn’t fair what she was doing and the fact that she tried out the Poll Tax in Scotland before bringing it to England felt like a beastly act. It was probably the single biggest contributing factor to the resurgence of the Scottish National Party and the later establishment of a devolved Scottish parliament. She hated the idea of such a parliament but it can be counted as one of her unwitting creations.
- The Economist, still admiring her linkage of low taxes and the end of the cold war, sees that she was too often driven by something punitive. “Hatred, it is true, sometimes blinded her,” said the magazine in a recent editorial.
- Her stridency, from her early days as “Thatcher the milk snatcher” to her defenestration by her own party, was divisive. Under her the Conservatives shrank from a national force to being a party of the rich south. She couldn’t hold the nation together, indeed she drove it apart, and that is because she didn’t really believe in the nation except as a sentimental or martial entity. That’s the strangest legacy of all about Maggie: if you listen to those who loved her and thought she was manifestly right, you find, after a while, that you are with people who don’t know their own country and don’t like it either. They think they like it because they don’t like Europe, but in fact, they abjure both. They like their own lives, of course, and their own kind, but they imagine the rest of Britain is mainly an unspeakable place of aliens and scroungers. This feeling borrows heavily from Thatcher and her notion that there is no such thing as society.
- She wasn’t fair and she didn’t know the meaning of the word. If she had, she would have helped, not opposed, Nelson Mandela in his fight against apartheid. She wouldn’t have personally ordered the sinking of the Argentinian warship General Belgrano even though it was outside the defined exclusion zone. (Three hundred and twenty-three men died that night.) She wasn’t fair and she wasn’t just, either, otherwise she would have seen—as many of her ministers did—that the Poll Tax would only make life harder for people who were already struggling.
- Those who questioned the rise of get-rich-quick-ness as a responsible way to live and a decent way to support the population were treated as Communists. Speaking personally, I never particularly liked the manners and corruptions of a certain bullying group of trade unionists. But still, looked at with open eyes, one might argue that the excesses of those union men were a little smaller-scale, a little local, when compared with a good many of today’s bankers and oligarchs. To Thatcher’s metaphorical children there is no argument there: a free-market criminal is always preferable to a left-leaning one, even though, as we have discovered, both can be state-sponsored.
- Mrs. Thatcher gave the modern world a new kind of distrust for liberal values whenever they came up against market demands. She thought people who didn’t agree with her revelations were “the enemy within.” People who didn’t agree with Mrs. Thatcher were just not “one of us,” they deserved no empathy, had to be beaten, and Britain for a while found her drama of certainty addictive.
- There was, appropriately enough, a gun carriage and a military procession in London on the day of her funeral, while 378 miles away, in the former mining town of New Cumnock, the third-generation unemployed put their dole money together to throw a street party.
Sunday, July 14, 2013
"Πως να κυβερνήσετε την Ελλάδα, for dummies"
Έχει καταντήσει αστεία αυτή, η τόσο προβλεψιμη πλέον, επανάληψη, ο (φαύλος) κύκλος που ακολουθούν όλα τα κόμματα στην Ελλαδα μ.Κ (μετά Κρίσης):
Στην αρχή (όταν τα ποσοστα είναι χαμηλά) το σύνθημα είναι να σκίσουμε τα μνημόνια και να βγούμε από το ευρώ, μετά (όταν ανεβούμε κανά-δυό μονάδες) το αλλάζουμε λίγο: να σκίσουμε τα μνημόνια αλλά να μεινουμε στο ευρώ. Όταν τα ποσοστά ανεβούν αρκετά ώστε να υπάρχει κυβερνητική πιθανότητα το σλόγκαν γίνεται: να διαπραγματευτούμε με τους εταίρους (την απαγγίστρωση, το κούρεμα, τη μερική διαγραφή, την ολική διαγραφή διαλέξτε τι σας αρέσει). Όταν, με το καλό γίνουμε κυβέρνηση, επειδή δεν έχουμε κανένα δικό μας σχέδιο αλλά χρειαζόμαστε τα δανεικά ευρώπουλα, υπογράφουμε ό,τι βρούμε μπροστά μας.
Το έκαναν όλοι (από πασοκ ως, νδ, απο καρατζαφέρη ως δημαρ), τώρα έμαθε τα κόλπα και ο συριζα:
"Tο νέο ενιαίο κόμμα που προέκυψε από το τετραήμερο Συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ, καταψήφισε όλες τις "ριζοσπαστικές" προτάσεις της Αριστερής Πλατφόρμας, εκφωνώντας ένα ηχηρό "Όχι" στην έξοδο της χώρας από την Ευρωζώνη καθώς και οιοδήποτε ενδεχόμενο μονομερούς καταγγελίας του Μνημονίου."
Άντε και πρωθυπουργός Αλέξη, είσαι έτοιμος.
Ρε όλοι το ίδιο manual "Πως να κυβερνήσετε την Ελλάδα, for dummies" διαβάζουν;
Υ.Γ στοιχιματιζω οτι και η Χ.Α αν ξεπεράσει το 20% θα γινει πιο διαλλακτική...
Friday, June 14, 2013
Πολυφωνία και έλλειμμα αντιπροσώπευσης
Για ένα πράγμα δε μπορούμε να έχουμε παράπονο στον τόπο μας και αυτό είναι η κομματική πολυφωνία.
Είσαι θαυμαστής του Χίτλερ, του Μουσολίνι, νεοναζί, φασίστας ή φιλοχουντικός; Είσαι ρατσιστής ή ξενοφοβικός; Υπάρχει κόμμα που σε αντιπροσωπεύει.
Είσαι υπερ-πατριώτης, υπερ-ορθόδοξος ή απλά αισθάνεσαι ψεκασμένος; Κάπου θα βρεις μια φιλόξενη κομματική στέγη.
Νοσταλγείς βασιλείς και πριγκηπόπουλα; Υπάρχει χώρος και για σένα. Το ίδιο, αν αναπολείς τον Στάλιν (ή τον Λένιν, τον Μάο, τον Τρότσκι) και την κομμουνιστική ουτοπία σε οποιαδήποτε από τις ιδεολογικές της αποχρώσεις.
Παραμένεις οπαδός των κομμάτων που εναλλάχθηκαν στην εξουσία τα τελευταία 40 χρόνια με τα γνωστά αποτελέσματα; Τυχερός είσαι, γιατί συνεχίζουν απρόσκοπτα την προσφορά τους στο έθνος και σε θέλουν κοντά τους.
Εξακολουθείς να ονειρεύεσαι την δημοσιοϋπαλληλική νιρβάνα• είσαι αντι-αμερικάνος, αντι-γερμανός ή μήπως είσαι νοικοκυρέος, τουρκοφάγος και αντι-σημίτης; Κάτι θα βρεθεί και για εσένα.
Κυνηγοί, ψαράδες, οικολόγοι, χακεράδες, όλοι έχουν – δόξα τω Θεώ- κάπου την κεφαλή κλίναι.
Εντούτοις, παρά την ομολογουμένως εντυπωσιακή ποικιλία επιλογών, υπάρχει μια μειονότητα που έχει μείνει ορφανή. Αναφέρομαι σε εκέινους τους πολίτες που πιστεύουν στον ορθολογισμό, στη γνώση, στη νηφαλιότητα, στη λογική• σε εκείνους τους ανθρώπους που τάσονται υπέρ μιας Ανοικτής Κοινωνίας, που το διαφορετικό δεν τους τρομάζει και δεν διστάζουν να διαλεχθούν μαζί του• σε εκείνο το τμήμα της κοινωνίας που επιθυμεί η χώρα τους να ανήκει ισότιμα στον Πρώτο Κόσμο και που θεωρεί ότι τα προβλήματα αντιμετωπίζονται με σύνεση, σχέδιο και σκληρή δουλειά• που δεν φοβάται την αυτοκριτική και δεν ανέχεται την αποποίηση ευθυνών• που δεν αναζητά απεγνωσμένα όμορφους μύθους να μασκαρέψουν τη ζοφερή πραγματικότητα, αλλά επιθυμεί να τη διορθώσει.
Διακινδυνεύω την υπόθεση ότι ο λόγος που αυτοί οι πολίτες δεν αντιπροσώπευονται δεν είναι γιατί δεν υπάρχουν, αλλά γιατί οι ήρεμες φωνές τους χάνονται μέσα στο θόρυβο των κραυγών, των βρισιών, των αναθεμάτων και της ημιμάθειας. Όσο η μειονότητα αυτή παραμένει στο περιθώριο δεν υπάρχουν βάσιμες ελπίδες ανόρθωσης.
Saturday, February 16, 2013
Φιλοσοφούμεν άνευ μαλακίας
Στον, κατά Θουκυδίδη, Επιτάφιο που εκφωνεί ο Περικλής για να τιμήσει τους πεσόντες στη μάχη συμπολίτες του, πλέκει το εγκώμιο στην Πολιτεία τους. Στο διασημότερο ίσως εγκώμιο στην Αθηναϊκή Δημοκρατία, ο ηγέτης της της αποδίδει τις εξής αρετές:
- Οικονομική αυτάρκεια.
- Το πολίτευμα και οι νόμοι είναι δίκης τους έμπνευσης, δεν τα αντέγραψαν από κανέναν• αντιθέτως οι άλλοι τους μιμούνται.
- Ισονομία. Όλος ο δήμος έχει τα ίδια δικαιώματα απέναντι στο νόμο.
- Αξιοκρατία. Ο καθένας έχει την ευκαιρία να προκόψει, όχι λόγω της καταγωγής ή του πλούτου που διαθέτει, αλλά με την ικανότητα του.
- Αμοιβαίος σεβασμός και εμπιστοσύνη ανάμεσα στους πολίτες. Δεν κοιτάζει με καχυποψία ο ένας τον άλλο στις καθημερινές τους δουλειές, δεν θυμώνουν με τον γείτονα όταν κάνει κάτι κατά την όρεξή του.
- Σεβασμός στους νόμους. Και μάλιστα όχι από τον φόβο της τιμωρίας αλλά γιατί αυτό επιβάλλει η συνείδηση.
- Η πόλη είναι ανοιχτή σε όλους. Οι ξένοι είναι ευπρόσδεκτοι και δεν έχουμε τίποτε να τους κρύψουμε.
- Αγάπη για το ωραίο.
- «Φιλοσοφούμεν άνευ μαλακίας». Ενασχόληση, δηλαδή, με τη θεωρητική σκέψη χωρίς αυτή να επιφέρει νοθρότητα και αποχή από τη δράση.
- Ο πλούτος δεν θεωρείται τίποτε περισσότερο από ένα μέσο και σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί λόγο για έπαρση.
- Συμμετοχή των πολιτών στα κοινά. Οι Αθηναίοι παράλληλα με τις ιδιωτικές τους υποθέσεις δεν παραμελούσαν να ασχολούνται με τα ζητήματα της πόλης. Όσοι δεν ανταποκρίνονταν σε αυτό το καθήκον θεωρούνταν άχρηστοι.
- Απόλαυση της ζωής. Σε αντίθεση με τους σκληροτράχηλους Σπαρτιάτες οι Αθηναίοι ψυχαγωγούνταν με γιορτές και απολάμβαναν τα αγαθά.
- Υπεράσπιση της πολιτείας. Όχι από κάποια νομική υποχρέωση, αλλά σαν καθήκον να προστατευθεί ο τρόπος ζωής τους.
Η θεμελιωδέστερη όλων των αρετών, που διατρέχει όλο το κείμενο του Θουκυδίδη και χαρακτηρίζει την στάση ζωής των Αθηναίων ήταν η μεσότητα, το χάρισμα τους να βρίσκουν την λεπτή ισορροπία ανάμεσα σε αντικρουόμενες αξίες της ζωής. Όπως εξηγεί ο Ι. Κακριδής: O Αθηναίος κατορθώνει να φέρει σε ισορροπία τις ορμές τις ψυχής και του κορμιού, κατακτά την ατομική ελευθερία σεβόμενος τους νόμους και τους άρχοντες, είναι έτοιμος για δράση χωρίς να παραμελεί την σκέψη και η σκέψη δεν χαλαρώνει την ενεργητικότητα του, αναπτύσει την ατομικότητά του χωρίς να απομακρύνεται από το σύνολο. Αντίστοιχα, η Πολιτεία του εφαρμόζει την δημοκρατία χωρίς να εκτρέπεται σε οχλοκρατία.
Οποιαδήποτε απόπειρα σύγκρισης της Αθηναϊκής Πολιτείας με την σύγχρονη Ελλάδα θα ήταν χονδροειδές ατόπημα. Η Αθήνα του Περικλή ήταν μια παγκόσμια υπερδύναμη, ενώ η σημερινή Ελλάδα είναι μια μικρή, αδύναμη χώρα που αγωνίζεται να βρει τη θέση της στον κόσμο. Επιπλέον, δυστυχώς, η αντίληψη περί συνέχειας του ελληνικού πολιτισμού από την αρχαιότητα ως σήμερα αποδεικνύεται επίπλαστη. Εφόσον οι νεοέλληνες δεν μελετάμε τον στοχασμό των προγόνων μας, αδιαφορώντας για την σημαντικότερη παρακαταθήκη τους, το μόνο που μένει να μας συνδέει με εκείνους είναι ότι ζούμε κάτω από τον ίδιο ουρανό. Αυτό το καπρίτσιο της μοίρας αρκεί, ίσως, για να θρέψει μια ανούσια υπερηφάνια• δεν είναι ικανό, όμως, να μας καταστήσει πνευματικούς τους κληρονόμους.
Το ζήτημα της πολιτικής οργάνωσης απασχολούσε έντονα τους αρχαίους που αναζητούσαν επίμονα το καλύτερο σύστημα διακυβέρνησης. 2500 χρόνια αργότερα τα συμπεράσματά τους δεν θα μπορούσαν να έχουν άμεση εφαρμογή σε ένα τόσο διαφορετικό κόσμο. Εντούτοις, οι προβληματισμοί και τα ερωτήματα που θέτουν είναι η ιδανική πρώτη ύλη για να ξεκινήσουμε μια συζήτηση που θα μπορούσε να διαμορφώσει ουσιαστική πολιτική σκέψη.
Πάνω σε αυτό το θέμα έχω εντοπίσει κάποια αξιόλογα βιβλία, απολύτως κατανοητά στον μη ειδικό. Ελπίζω με τον καιρό να διευρύνω τη λίστα:
[1] Περικλέους Επιτάφιος, μετάφραση, σχόλια, επιλεγόμενα Ι.Θ. Κακριδή, εκδ. Εστία
[2] Πόσο επίκαιρη είναι η Αθηναϊκή Δημοκρατία σήμερα; Jaqueline de Romilly, εκδ. Ερμής
[3] Η Αρχαία Ελληνική Δημοκρατία και η σημασία της για εμάς σήμερα, Κ. Καστοριάδης, εκδ. Ύψιλον
[4] Πολιτεία του Πλάτωνα. Ένας οδηγός ανάγνωσης. Νickolas Pappas, εκδ. Οκτώ
Saturday, January 19, 2013
Περιούσιος λαος
Από τα Πρακτικά της Βουλής του 1911 η ρήση του Ελευθερίου Βενιζέλου:
«Μόνον οι δημαγωγούντες τους λαούς, οι θέλοντες να φέρωσιν αυτούς εις αποφάσεις ολεθρίας διά το μέλλον, λέγουσιν εις ένα λαόν, "Συ είσαι ο περιούσιος λαός, και όλα τα γινόμενα εις τον άλλον κόσμον, δ' εσέ δεν εφαρμόζονται". Οντες ο περιούσιος λαός, τον οποίον η εκάστοτε δημαγωγία διεκήρυσσεν, εφθάσαμεν, προ ετών, να γίνωμεν περιούσιος λαός εις τους λόγους και καταφρόνημα των λαών εις τα έργα».
Ας το έχουμε υπόψη μας όταν ακούμε διάφορα περί "εκλεκτών", "περιούσιων" λαών και "ιδιαιτεροτήτων" .
Wednesday, September 19, 2012
Μια δικτατορία θα μας σώσει
Η άποψη ότι «ένας δικτάτορας θα μας σώσει» ή «ένας Παπαδόπουλος μας χρειάζεται» είχε ανέκαθεν απήχηση σε ένα σημαντικό ποσοστό της ελληνικής κοινής γνώμης, ακόμα και σε καιρούς πολύ καλύτερους από τους τωρινούς που η οργή και η σύγχιση μετέτρεψαν την Χ.Α από μια ασήμαντη παρέα περιθωριακών σε υπολογίσιμη πολιτική δύναμη.
Σκαλίζοντας ανάμεσα σε παλιά άρθρα του Μ. Πλωρίτη, έπεσα πάνω σε ένα του 2002 που αναφέρεται σε αυτό το θέμα. Αφορμή ήταν μια έρευνα του «Βήματος», που εν μέσω προ-ολυμπιακής ευφορίας, κατέγραψε μεγάλα ποσοστά νοσταλγών του ολοκληρωτισμού.
Ιδού οι σκέψεις του:
Ο δικτατορικός Παράδεισος
* Τα ίδια τα πρωτοπαλίκαρα της δικτατορίας έχουν αποκαλύψει τη διαφθορά, την απάτη και τη βαρβαρότητα του απριλιανού άγους
ΔΕΝ έφτανε που, σύμφωνα με έρευνα του «Βήματος» (21.4), το 20,7% απ' τους ερωτηθέντες απεφάνθη πως η απριλιανή δικτατορία «έκανε καλό» στην Ελλάδα κι άλλο ένα 19,8% πως «ούτε καλό έκανε ούτε κακό». (Σύνολο 40,5%). Νεότερη έρευνα της εφημερίδας (23.4) προσκόμισε ακόμα πιο φωτερά αποτελέσματα, όχι πια για το παρελθόν αλλά για το μέλλον: το 13,2% πιστεύει «απόλυτα» πως «μόνο μια δικτατορία θα μπορούσε να αντιμετωπίσει τα φαινόμενα διαφθοράς που παρατηρούνται στη χώρα» και ένα 7,3% «μάλλον συμφωνεί» μαζί τους (Σύνολο 20,5%).
Ηγουν: τέσσερις στους δέκα Ελληνες θεωρούν πως η στρατιωτική τυραννία στάθηκε ευεργετική ή έστω ανώδυνη, ενώ ένας στους πέντε πιστεύει πως μια (νέα) δικτατορία θα ήταν εθνοσωτήρια. Δηλαδή, θα εξασφάλιζε διοίκηση έντιμη και αποτελεσματική, δίκαιη και εξυπηρετική των εθνικών συμφερόντων.
Επειδή, λοιπόν, φαίνεται πως ορισμένων «η κρίση έφυγε να πάει σε κτήνη αναίσθητα κι αυτοί έχασαν το νου τους» [1], ανάγκη να τους θυμίσουμε ή να τους πληροφορήσουμε τι «μάννα εξ ουρανού» στάθηκε η πεφιλιμένη τους δικτατορία για τη χώρα - όπως και για κάθε χώρα. Και κριτές και μάρτυρες δεν θα καλέσουμε τους «κακόπιστους» πολέμιους της τότε και πάσης δικτατορίας, αλλά τους ίδιους τους δικτάτορες και τα πρωτοπαλίκαρά τους.
ΠΕΡΙ ΣΩΤΗΡΙΑΣ, ΑΛΗΘΕΙΑΣ ΚΑΙ ΠΑΤΡΙΩΤΙΣΜΟΥ. Το μέγα επιχείρημα των εθνοσωτήρων ήταν ο «επικείμενος κομμουνιστικός κίνδυνος», που θα «υποδούλωνε τη χώρα».
Αλίμονο, όμως! Τον ισχυρισμό τους τον διέψευσαν κατηγορηματικά όχι μόνο ο άπεφθος «τέως», λέγοντας στη Ρώμη (μετά το αποτυχημένο αντιπραξικόπημά του της 13.12.67) πως η χούντα «δεν κατόρθωσε να προσκομίση καμμίαν απόδειξιν περί υπάρξεως κάποιας παρανόμου ενόπλου ομάδος, η οποία ήτο έτοιμη να επαναστατήση», αλλά και αυτός ούτος ο πανέντιμος αρχιπραξικοπηματίας Γ. Παπαδόπουλος: «Στα χρόνια πριν από την κατάληψιν της εξουσίας (21.4), η δημοκρατία στην Ελλάδα δεν εκινδύνευε να ανατραπή από την άμεση δράση του κομμουνισμού»[2].
Για να ολοκληρωθεί, όμως, η απάτη, οι στασιαστές πρόσθεσαν και την παραχάραξη: ο σεπτός «τέως» δήλωνε, στο διάγγελμά του της 13.12.67: «Η κατάστασις της 21 Απριλίου επλαστογράφησε ακόμη και το όνομά μου» στο Β. Διάταγμα που κήρυττε στον Στρατιωτικό Νόμο...
ΠΕΡΙ ΗΘΟΥΣ ΚΑΙ ΔΙΑΦΘΟΡΑΣ. Οπως φαντάζονται οι σημερινοί εραστές της δικτατορίας, έτσι και οι απριλιανοί δράστες της αυτοπαρουσιάζονταν σαν θεραπευτές πάσης νόσου και πάσης διαφθοράς του κοινοβουλευτισμού.
Το «περίεργο» είναι πως οι ίδιοι διαπρέψανε όσο κανένας άλλος σ' αυτό το άθλημα - αν πιστέψουμε τους δικούς τους αδαμάντινους λόγους:
Ο περινούστατος Παττακός λ.χ. έγραφε σε έκθεσή του της 7.8.1968 προς τον «αδελφό» του Παπαδόπουλο: «Υπάρχει ανηθικότης, αδικία, νεποτισμός... Η "χούντα" (sic) καλοπερνά... κλέβει... φιλοξενείται». Και ο έτερος «αδελφός» Ν. Μακαρέζος δήλωνε τον Νοέμβριο 1973: «Ευτελής ποιότης και κακοσμία μεθόδων, αι οποίαι προσιδιάζουν σε φασιστικά καθεστώτα»... Ενώ ένα άλλο πρωτοπαλίκαρο, ο Δ. Σταματόπουλος, έφριττε, τον ίδιο μήνα, για την «συσσωρευθείσα κόπρον του Αυγείου»... Λίγο αργότερα (12.12.73) ο «υπουργός» Δικαιοσύνης Σπ. Τριανταφύλλου μιλούσε για «περιπτώσεις οικονομικών σκανδάλων, χαριστικών παροχών και παρανόμων πλουτισμών υπό προσώπων αναμιχθέντων εις την διαχείρισιν των κοινών κατά τα τελευταία έτη»... Ακόμα και ο υμνωδός πάσης δικτατορίας Σάββας Κωνσταντόπουλος έγραφε στην εφημερίδα του «Ελεύθερος Κόσμος» (3.2.1974): «Το καθεστώς περιεβάλλετο από ατμόσφαιραν βαρείαν, ασφυκτικήν θα ελέγαμεν, περί σκανδάλων και ατασθαλιών... έχει υποστή ηθικήν φθοράν βαρείας μορφής... Χρειάζεται ισχυρότατον απορρυπαντικόν»...
ΠΕΡΙ ΑΨΟΓΟΥ ΔΙΟΙΚΗΣΕΩΣ. Οι νυν τυραννολάτρες νομίζουν πως η δικτατορία (η παρελθούσα και κάποια μέλλουσα) εξασφαλίζει την άρτια και τελεσφόρα λειτουργία του κράτους.
Κάπως διαφορετικός, όμως, ήταν ο απολογισμός της απριλιανής τοιαύτης - κατά τους αρχισυμμορίτες πάντα:
«Η γραφειοκρατία και ο μανδαρινισμός ευρίσκονται και πάλιν εις την δόξαν των», έγραφε ο Παττακός στην παραπάνω έκθεσή του... «Χρησιμοποιούνται σε θέσεις κλειδιά τα πλέον φαυλοκρατικά πρόσωπα», πρόσθετε ο «υπουργός» Δ. Ματθαίου (Νοέμ. 1973)... Ο «πρωθυπουργός» της δικτατορίας Νο 2, Α. Ανδριτσόπουλος, στις προγραμματικές δηλώσεις του (28.11.73), κατάγγελνε την «πλήρη αδυναμίαν λειτουργίας της Πολιτείας», προσθέτοντας: «Οι θεσμοί, αντί να υπηρετούν τον λαόν, μετετρέποντο απροσχηματίστως εις μέσα διατηρήσεως και ανεξελέγκτου ασκήσεως της εξουσίας»... Και ο «θεωρητικός» της δικτατορίας Γ. Γεωργαλάς (άρθρα του 1972 κε) συνόψιζε: «Δεν υπάρχει πουθενά ούτε εξουσία ούτε ευθύνη και, συνεπώς, ούτε αποτέλεσμα... Ολα εφθάρησαν... Σαν έθνος, ζούμε την Ωρα Μηδέν»...
Ο ΧΩΡΟΣ δεν επιτρέπει να επεκταθούμε και σε άλλους τομείς. Αλλά και μόνες οι «ρήσεις» που παράθεσα, φτάνουν να καταδείξουν το ποιον και το ήθος των τυραννίσκων που - κατά τη δική της ομολογία - στήριξαν την υποκλαπείσα εξουσία τους στην απάτη και την πλαστογραφία, στην ανηθικότητα και την αρπαγή, στα σκάνδαλα και τις ατασθαλίες, στη φαυλοκρατία και στην τρομοκρατία, για να καταβασανίσουν, λεηλατήσουν, εξευτελίσουν τη χώρα και τον λαό, και να οδηγήσουν τελικά στην εσαεί ανεπούλωτη κυπριακή τραγωδία.
Ή μήπως θα μας πουν πως μια άλλη από άλλους δικτατορία θα είναι καλύτερη, τιμιότερη, ικανότερη; Οι δικτατορίες έχουν, παντού και πάντα, τα ίδια κι απαράλλακτα ειδεχθή χαρακτηριστικά - και ο λόγος του λόρδου Ακτον ισχύει χωρίς καμιάν εξαίρεση: «Η εξουσία διαφθείρει, η απόλυτη εξουσία διαφθείρει απόλυτα». Και καταλήγει πάντα σε απόλυτες καταστροφές. Οσοι δεν έχουν χάσει μνήμη και κρίση, ας αναλογιστούν πού οδήγησαν οι τυραννίες των Χίτλερ, των Μουσσολίνι, των Στάλιν, των Πινοσέτ, των Παπαδόπουλων και όλων των άλλων ουρανόσταλτων αρχαγγέλων του πατριωτισμού και του εθνικού καθαρμού... Αυτά θέλουν να ζήσουν ή να ξαναζήσουν;
....................
[1]. Σαίξπηρ, Ιούλιος Καίσαρας, Πράξη Γ´, σκηνή 2, στ. 106. - [2]. Συνέντευξή του στην «Sunday Telegraph», 2.8.1970.
(Το Βήμα, 04/05/2002)
Πάντα είχαμε λόγους να είμαστε δυσαρεστημένοι από την Πολιτεία μας και να επιθυμούμε να αλλάξει, προφανώς προς το καλύτερο. Το αξιοπερίεργο (και ανησυχητικό) είναι ότι, πολλοί από εμάς, σαν απάντηση στην κακής ποιότητας δημοκρατία θεωρούμε τη δικτατορία, αντί για μια βελτιωμένη εκδοχή της δημοκρατίας.
Μερικές αιτίες που μπορώ να φανταστώ:
1. Όπως προκύπτει από τα γραφώμενα του Πλωρίτη, η ιστορική άγνοια και η ασθενής μνήμη. Οι θιασώτες του ολοκληρωτισμού δεν γνωρίζουν ή ξεχνούν, ότι οι επιδόσεις των καθεστώτων αυτών στα προβλήματα που υποτίθεται ότι ανέλαβαν να λύσουν δεν ήταν καθόλου καλύτερες ακόμα και από τις κακές δημοκρατίες.
2. Πολιτική οκνηρία. Μια καλή δημοκρατία προϋποθέτει ενεργούς πολίτες σε διαρκή εγρήγορση. Είναι πολύ βολικότερο να περιμένουμε από έναν «πεφωτισμένο» δικτάτορα να λύσει όλα μας τα προβλήματα και αν αποτύχει να τον βρίζουμε, παρά να αναλάβουμε τις ευθύνες μας σαν πολίτες.
3. Έλλειμμα δημοκρατικού πολιτισμού. Οι περίοδοι δημοκρατικής ομαλότητας στην ιστορία της Ελλάδας είναι η εξαίρεση παρά ο κανόνας, οπότε πιθανόν ένα τμήμα της κοινωνίας να μην έχει αφομοιώσει τους κανόνες της, τις απαιτήσεις της, τις προϋποθέσεις ομαλής λειτουργίας της και τα ευεργετήματα της.
Ένα είναι βέβαιο: η επανάληψη των ίδιων λαθών είναι, όχι μόνο ολέθρια, αλλά και βαρετή. Μακάρι να είχαμε μερικούς Πλωρίτηδες για να μας θυμίζουν αυτά που θα έπρεπε να είναι γνωστά και αυτονόητα.
Σκαλίζοντας ανάμεσα σε παλιά άρθρα του Μ. Πλωρίτη, έπεσα πάνω σε ένα του 2002 που αναφέρεται σε αυτό το θέμα. Αφορμή ήταν μια έρευνα του «Βήματος», που εν μέσω προ-ολυμπιακής ευφορίας, κατέγραψε μεγάλα ποσοστά νοσταλγών του ολοκληρωτισμού.
Ιδού οι σκέψεις του:
Ο δικτατορικός Παράδεισος
* Τα ίδια τα πρωτοπαλίκαρα της δικτατορίας έχουν αποκαλύψει τη διαφθορά, την απάτη και τη βαρβαρότητα του απριλιανού άγους
ΔΕΝ έφτανε που, σύμφωνα με έρευνα του «Βήματος» (21.4), το 20,7% απ' τους ερωτηθέντες απεφάνθη πως η απριλιανή δικτατορία «έκανε καλό» στην Ελλάδα κι άλλο ένα 19,8% πως «ούτε καλό έκανε ούτε κακό». (Σύνολο 40,5%). Νεότερη έρευνα της εφημερίδας (23.4) προσκόμισε ακόμα πιο φωτερά αποτελέσματα, όχι πια για το παρελθόν αλλά για το μέλλον: το 13,2% πιστεύει «απόλυτα» πως «μόνο μια δικτατορία θα μπορούσε να αντιμετωπίσει τα φαινόμενα διαφθοράς που παρατηρούνται στη χώρα» και ένα 7,3% «μάλλον συμφωνεί» μαζί τους (Σύνολο 20,5%).
Ηγουν: τέσσερις στους δέκα Ελληνες θεωρούν πως η στρατιωτική τυραννία στάθηκε ευεργετική ή έστω ανώδυνη, ενώ ένας στους πέντε πιστεύει πως μια (νέα) δικτατορία θα ήταν εθνοσωτήρια. Δηλαδή, θα εξασφάλιζε διοίκηση έντιμη και αποτελεσματική, δίκαιη και εξυπηρετική των εθνικών συμφερόντων.
Επειδή, λοιπόν, φαίνεται πως ορισμένων «η κρίση έφυγε να πάει σε κτήνη αναίσθητα κι αυτοί έχασαν το νου τους» [1], ανάγκη να τους θυμίσουμε ή να τους πληροφορήσουμε τι «μάννα εξ ουρανού» στάθηκε η πεφιλιμένη τους δικτατορία για τη χώρα - όπως και για κάθε χώρα. Και κριτές και μάρτυρες δεν θα καλέσουμε τους «κακόπιστους» πολέμιους της τότε και πάσης δικτατορίας, αλλά τους ίδιους τους δικτάτορες και τα πρωτοπαλίκαρά τους.
ΠΕΡΙ ΣΩΤΗΡΙΑΣ, ΑΛΗΘΕΙΑΣ ΚΑΙ ΠΑΤΡΙΩΤΙΣΜΟΥ. Το μέγα επιχείρημα των εθνοσωτήρων ήταν ο «επικείμενος κομμουνιστικός κίνδυνος», που θα «υποδούλωνε τη χώρα».
Αλίμονο, όμως! Τον ισχυρισμό τους τον διέψευσαν κατηγορηματικά όχι μόνο ο άπεφθος «τέως», λέγοντας στη Ρώμη (μετά το αποτυχημένο αντιπραξικόπημά του της 13.12.67) πως η χούντα «δεν κατόρθωσε να προσκομίση καμμίαν απόδειξιν περί υπάρξεως κάποιας παρανόμου ενόπλου ομάδος, η οποία ήτο έτοιμη να επαναστατήση», αλλά και αυτός ούτος ο πανέντιμος αρχιπραξικοπηματίας Γ. Παπαδόπουλος: «Στα χρόνια πριν από την κατάληψιν της εξουσίας (21.4), η δημοκρατία στην Ελλάδα δεν εκινδύνευε να ανατραπή από την άμεση δράση του κομμουνισμού»[2].
Για να ολοκληρωθεί, όμως, η απάτη, οι στασιαστές πρόσθεσαν και την παραχάραξη: ο σεπτός «τέως» δήλωνε, στο διάγγελμά του της 13.12.67: «Η κατάστασις της 21 Απριλίου επλαστογράφησε ακόμη και το όνομά μου» στο Β. Διάταγμα που κήρυττε στον Στρατιωτικό Νόμο...
ΠΕΡΙ ΗΘΟΥΣ ΚΑΙ ΔΙΑΦΘΟΡΑΣ. Οπως φαντάζονται οι σημερινοί εραστές της δικτατορίας, έτσι και οι απριλιανοί δράστες της αυτοπαρουσιάζονταν σαν θεραπευτές πάσης νόσου και πάσης διαφθοράς του κοινοβουλευτισμού.
Το «περίεργο» είναι πως οι ίδιοι διαπρέψανε όσο κανένας άλλος σ' αυτό το άθλημα - αν πιστέψουμε τους δικούς τους αδαμάντινους λόγους:
Ο περινούστατος Παττακός λ.χ. έγραφε σε έκθεσή του της 7.8.1968 προς τον «αδελφό» του Παπαδόπουλο: «Υπάρχει ανηθικότης, αδικία, νεποτισμός... Η "χούντα" (sic) καλοπερνά... κλέβει... φιλοξενείται». Και ο έτερος «αδελφός» Ν. Μακαρέζος δήλωνε τον Νοέμβριο 1973: «Ευτελής ποιότης και κακοσμία μεθόδων, αι οποίαι προσιδιάζουν σε φασιστικά καθεστώτα»... Ενώ ένα άλλο πρωτοπαλίκαρο, ο Δ. Σταματόπουλος, έφριττε, τον ίδιο μήνα, για την «συσσωρευθείσα κόπρον του Αυγείου»... Λίγο αργότερα (12.12.73) ο «υπουργός» Δικαιοσύνης Σπ. Τριανταφύλλου μιλούσε για «περιπτώσεις οικονομικών σκανδάλων, χαριστικών παροχών και παρανόμων πλουτισμών υπό προσώπων αναμιχθέντων εις την διαχείρισιν των κοινών κατά τα τελευταία έτη»... Ακόμα και ο υμνωδός πάσης δικτατορίας Σάββας Κωνσταντόπουλος έγραφε στην εφημερίδα του «Ελεύθερος Κόσμος» (3.2.1974): «Το καθεστώς περιεβάλλετο από ατμόσφαιραν βαρείαν, ασφυκτικήν θα ελέγαμεν, περί σκανδάλων και ατασθαλιών... έχει υποστή ηθικήν φθοράν βαρείας μορφής... Χρειάζεται ισχυρότατον απορρυπαντικόν»...
ΠΕΡΙ ΑΨΟΓΟΥ ΔΙΟΙΚΗΣΕΩΣ. Οι νυν τυραννολάτρες νομίζουν πως η δικτατορία (η παρελθούσα και κάποια μέλλουσα) εξασφαλίζει την άρτια και τελεσφόρα λειτουργία του κράτους.
Κάπως διαφορετικός, όμως, ήταν ο απολογισμός της απριλιανής τοιαύτης - κατά τους αρχισυμμορίτες πάντα:
«Η γραφειοκρατία και ο μανδαρινισμός ευρίσκονται και πάλιν εις την δόξαν των», έγραφε ο Παττακός στην παραπάνω έκθεσή του... «Χρησιμοποιούνται σε θέσεις κλειδιά τα πλέον φαυλοκρατικά πρόσωπα», πρόσθετε ο «υπουργός» Δ. Ματθαίου (Νοέμ. 1973)... Ο «πρωθυπουργός» της δικτατορίας Νο 2, Α. Ανδριτσόπουλος, στις προγραμματικές δηλώσεις του (28.11.73), κατάγγελνε την «πλήρη αδυναμίαν λειτουργίας της Πολιτείας», προσθέτοντας: «Οι θεσμοί, αντί να υπηρετούν τον λαόν, μετετρέποντο απροσχηματίστως εις μέσα διατηρήσεως και ανεξελέγκτου ασκήσεως της εξουσίας»... Και ο «θεωρητικός» της δικτατορίας Γ. Γεωργαλάς (άρθρα του 1972 κε) συνόψιζε: «Δεν υπάρχει πουθενά ούτε εξουσία ούτε ευθύνη και, συνεπώς, ούτε αποτέλεσμα... Ολα εφθάρησαν... Σαν έθνος, ζούμε την Ωρα Μηδέν»...
Ο ΧΩΡΟΣ δεν επιτρέπει να επεκταθούμε και σε άλλους τομείς. Αλλά και μόνες οι «ρήσεις» που παράθεσα, φτάνουν να καταδείξουν το ποιον και το ήθος των τυραννίσκων που - κατά τη δική της ομολογία - στήριξαν την υποκλαπείσα εξουσία τους στην απάτη και την πλαστογραφία, στην ανηθικότητα και την αρπαγή, στα σκάνδαλα και τις ατασθαλίες, στη φαυλοκρατία και στην τρομοκρατία, για να καταβασανίσουν, λεηλατήσουν, εξευτελίσουν τη χώρα και τον λαό, και να οδηγήσουν τελικά στην εσαεί ανεπούλωτη κυπριακή τραγωδία.
Ή μήπως θα μας πουν πως μια άλλη από άλλους δικτατορία θα είναι καλύτερη, τιμιότερη, ικανότερη; Οι δικτατορίες έχουν, παντού και πάντα, τα ίδια κι απαράλλακτα ειδεχθή χαρακτηριστικά - και ο λόγος του λόρδου Ακτον ισχύει χωρίς καμιάν εξαίρεση: «Η εξουσία διαφθείρει, η απόλυτη εξουσία διαφθείρει απόλυτα». Και καταλήγει πάντα σε απόλυτες καταστροφές. Οσοι δεν έχουν χάσει μνήμη και κρίση, ας αναλογιστούν πού οδήγησαν οι τυραννίες των Χίτλερ, των Μουσσολίνι, των Στάλιν, των Πινοσέτ, των Παπαδόπουλων και όλων των άλλων ουρανόσταλτων αρχαγγέλων του πατριωτισμού και του εθνικού καθαρμού... Αυτά θέλουν να ζήσουν ή να ξαναζήσουν;
....................
[1]. Σαίξπηρ, Ιούλιος Καίσαρας, Πράξη Γ´, σκηνή 2, στ. 106. - [2]. Συνέντευξή του στην «Sunday Telegraph», 2.8.1970.
(Το Βήμα, 04/05/2002)
Πάντα είχαμε λόγους να είμαστε δυσαρεστημένοι από την Πολιτεία μας και να επιθυμούμε να αλλάξει, προφανώς προς το καλύτερο. Το αξιοπερίεργο (και ανησυχητικό) είναι ότι, πολλοί από εμάς, σαν απάντηση στην κακής ποιότητας δημοκρατία θεωρούμε τη δικτατορία, αντί για μια βελτιωμένη εκδοχή της δημοκρατίας.
Μερικές αιτίες που μπορώ να φανταστώ:
1. Όπως προκύπτει από τα γραφώμενα του Πλωρίτη, η ιστορική άγνοια και η ασθενής μνήμη. Οι θιασώτες του ολοκληρωτισμού δεν γνωρίζουν ή ξεχνούν, ότι οι επιδόσεις των καθεστώτων αυτών στα προβλήματα που υποτίθεται ότι ανέλαβαν να λύσουν δεν ήταν καθόλου καλύτερες ακόμα και από τις κακές δημοκρατίες.
2. Πολιτική οκνηρία. Μια καλή δημοκρατία προϋποθέτει ενεργούς πολίτες σε διαρκή εγρήγορση. Είναι πολύ βολικότερο να περιμένουμε από έναν «πεφωτισμένο» δικτάτορα να λύσει όλα μας τα προβλήματα και αν αποτύχει να τον βρίζουμε, παρά να αναλάβουμε τις ευθύνες μας σαν πολίτες.
3. Έλλειμμα δημοκρατικού πολιτισμού. Οι περίοδοι δημοκρατικής ομαλότητας στην ιστορία της Ελλάδας είναι η εξαίρεση παρά ο κανόνας, οπότε πιθανόν ένα τμήμα της κοινωνίας να μην έχει αφομοιώσει τους κανόνες της, τις απαιτήσεις της, τις προϋποθέσεις ομαλής λειτουργίας της και τα ευεργετήματα της.
Ένα είναι βέβαιο: η επανάληψη των ίδιων λαθών είναι, όχι μόνο ολέθρια, αλλά και βαρετή. Μακάρι να είχαμε μερικούς Πλωρίτηδες για να μας θυμίζουν αυτά που θα έπρεπε να είναι γνωστά και αυτονόητα.
Friday, May 11, 2012
Τέλος Μεταπολίτευσης, my ass!
ΠΑΣΟΚ-ΝΔ, τα σύμβολα του πολιτικού συστήματος που κυριαρχούσε για δεκαετίες, καταποντίστηκαν. Αυτό δεν σημαίνει ότι μαζί τους ανατράπηκε και ο τρόπος με τον οποίο ψηφοφόροι και κόμματα προσεγγίζουν το ζήτημα των εκλογών και της πολιτικής γενικότερα.
Ποιά ήταν ως τώρα τα κύρια χαρακτηριστικά της προσέγγισης μας;
- O συναισθηματισμός, το πάθος, η οπαδική συμπεριφορά απέναντι σε απόψεις, κόμματα και πολιτικούς. Συμφωνούμε όλοι ότι η ψήφος μας, αυτή τη φορά, ήταν πρωτίστως εκδήλωση οργής. Η οργή εξάπτει τα πάθη και παραμερίζει τη λογική, άρα και πάλι αντιμετωπίσαμε ζητήματα που μόνο ο ορθολογισμός μπορεί να διαχειριστεί με το συναίσθημα.
- Η επιρρέπεια στον λαικισμό των δημαγωγών. Η γοητεία εκείνων που μας λένε όσα θέλουμε να ακούσουμε (και σχεδόν ποτέ την αλήθεια) ανέκαθεν μας σαγήνευε (βλ. φαινόμενο Ανδρέας Παπανδρέου). Όσοι μας κανάκεψαν, ρίχνοντας το ανάθεμα της κρίσης στους άλλους (ευρωπαίους, γερμανούς, αμερικάνους, εβραίους, λαθρομετανάστες, αλλόθρησκους) επιβραβεύθηκαν γενναιόδωρα.
- Η απροθυμία των κομμάτων και των ηγετών τους να συζητήσουν, να συνενοηθούν και εν τέλει να συνεργαστούν, ακόμα και όταν το ιδεολογικό τους υπόβαθρο είναι παραπλήσιο. Με την στερεοτυπική ατάκα, «στην Ελλάδα δεν υπάρχει κουλτούρα συνεργασίας» ερμηνεύουμε τα αδιανόητα, δικαιολογούμε τα παράλογα. Τι συνέβει αυτή τη φορά; Ακόμα και τα μοντέρνα ιντερνετικά κινηματάκια του 1,5%-2%, που ευαγγελίζονται ένα νέο τρόπο σκέψης, δεν χάνουν ευκαιρία να επαναλάβουν την χιλιοειπωμένη επωδό «ΔΕΝ ΣΥΝΕΡΓΑΖΟΜΑΣΤΕ». [Η αναπάντεχη εξαίρεση του κανόνα: το “Μαρξιστικό-Λενινιστικό ΚΚΕ” και το “ΚΚΕ Μαρξιστικό-Λενινιστικό”, ύστερα από δεκαετίες άκαρπων διαβουλεύσεων κατόρθωσαν να συμβιβάσουν τις ιδεολογικές διαφορές τους και να συνασπιστούν! Για συγχώνευση, βέβαια, ούτε λόγος...]
Αν κάτι άλλαξε σε αυτές τις εκλογές είναι ότι, κατά πάσα πιθανότητα, ελαχιστοποιήθηκαν οι ρουσφετολογικές ψήφοι. Και αυτό όμως συνέβει γιατί η κρίση στέρησε από κόμματα και ψηφοφόρους το αντικείμενο της συναλλαγής και όχι γιατί αντιλήφθηκαν τα ολέθρια αποτελέσματα της.
Πρέπει να αναγνωρίσουμε δύο πολύ σημαντικά ελαφρυντικά στον κόσμο. Πρώτον, η αλλαγή του τρόπου σκέψης είναι μια αργή διαδικασία, και προφανώς 24 μήνες οικονομικής κρίσης δεν αρκούν για να διορθώσουν τις στρεβλές αντιλήψεις περί πολιτικής που συσσωρεύονται για γενεές επί γενεών. Δεύτερον, δεν προσφέρθηκε στο εκλογικό σώμα μια νέα, ορθολογική και πειστική πρόταση. Το κρίσιμο (αν και θεωρητικό προς το παρόν) ερώτημα είναι: όταν υπάρξει μια τέτοια πρόταση, θα είναι σε θέση η κοινωνία να την αντιληφθεί και να την στηρίξει;
Ποιά ήταν ως τώρα τα κύρια χαρακτηριστικά της προσέγγισης μας;
- O συναισθηματισμός, το πάθος, η οπαδική συμπεριφορά απέναντι σε απόψεις, κόμματα και πολιτικούς. Συμφωνούμε όλοι ότι η ψήφος μας, αυτή τη φορά, ήταν πρωτίστως εκδήλωση οργής. Η οργή εξάπτει τα πάθη και παραμερίζει τη λογική, άρα και πάλι αντιμετωπίσαμε ζητήματα που μόνο ο ορθολογισμός μπορεί να διαχειριστεί με το συναίσθημα.
- Η επιρρέπεια στον λαικισμό των δημαγωγών. Η γοητεία εκείνων που μας λένε όσα θέλουμε να ακούσουμε (και σχεδόν ποτέ την αλήθεια) ανέκαθεν μας σαγήνευε (βλ. φαινόμενο Ανδρέας Παπανδρέου). Όσοι μας κανάκεψαν, ρίχνοντας το ανάθεμα της κρίσης στους άλλους (ευρωπαίους, γερμανούς, αμερικάνους, εβραίους, λαθρομετανάστες, αλλόθρησκους) επιβραβεύθηκαν γενναιόδωρα.
- Η απροθυμία των κομμάτων και των ηγετών τους να συζητήσουν, να συνενοηθούν και εν τέλει να συνεργαστούν, ακόμα και όταν το ιδεολογικό τους υπόβαθρο είναι παραπλήσιο. Με την στερεοτυπική ατάκα, «στην Ελλάδα δεν υπάρχει κουλτούρα συνεργασίας» ερμηνεύουμε τα αδιανόητα, δικαιολογούμε τα παράλογα. Τι συνέβει αυτή τη φορά; Ακόμα και τα μοντέρνα ιντερνετικά κινηματάκια του 1,5%-2%, που ευαγγελίζονται ένα νέο τρόπο σκέψης, δεν χάνουν ευκαιρία να επαναλάβουν την χιλιοειπωμένη επωδό «ΔΕΝ ΣΥΝΕΡΓΑΖΟΜΑΣΤΕ». [Η αναπάντεχη εξαίρεση του κανόνα: το “Μαρξιστικό-Λενινιστικό ΚΚΕ” και το “ΚΚΕ Μαρξιστικό-Λενινιστικό”, ύστερα από δεκαετίες άκαρπων διαβουλεύσεων κατόρθωσαν να συμβιβάσουν τις ιδεολογικές διαφορές τους και να συνασπιστούν! Για συγχώνευση, βέβαια, ούτε λόγος...]
Αν κάτι άλλαξε σε αυτές τις εκλογές είναι ότι, κατά πάσα πιθανότητα, ελαχιστοποιήθηκαν οι ρουσφετολογικές ψήφοι. Και αυτό όμως συνέβει γιατί η κρίση στέρησε από κόμματα και ψηφοφόρους το αντικείμενο της συναλλαγής και όχι γιατί αντιλήφθηκαν τα ολέθρια αποτελέσματα της.
Πρέπει να αναγνωρίσουμε δύο πολύ σημαντικά ελαφρυντικά στον κόσμο. Πρώτον, η αλλαγή του τρόπου σκέψης είναι μια αργή διαδικασία, και προφανώς 24 μήνες οικονομικής κρίσης δεν αρκούν για να διορθώσουν τις στρεβλές αντιλήψεις περί πολιτικής που συσσωρεύονται για γενεές επί γενεών. Δεύτερον, δεν προσφέρθηκε στο εκλογικό σώμα μια νέα, ορθολογική και πειστική πρόταση. Το κρίσιμο (αν και θεωρητικό προς το παρόν) ερώτημα είναι: όταν υπάρξει μια τέτοια πρόταση, θα είναι σε θέση η κοινωνία να την αντιληφθεί και να την στηρίξει;
Friday, April 20, 2012
Manual εκλογών
Η απογοήτευση είναι διάχυτη, η οργή ξεχειλίζει και η εμπιστοσύνη στην πολιτική είναι ανεπανόρθωτα κλονισμένη. Απολύτως δικαιολογημένα. Ας προσπαθήσουμε να αλλάξουμε πρώτα εμείς, ο λαός, οι πολίτες και ψηφοφόροι, ώστε να αλλάξουν και εκείνοι που μας κυβερνούν.
Το τι θα ψηφίσει ο καθένας εναπόκειται στη συνείδηση και τη διάνοια του. Οι αρχές, όμως με τις οποίες θα προσεγγίσουμε το ζήτημα των εκλογών και της ψήφου δεν είναι καθόλου υποκειμενικές:
1) Συμμετέχουμε όλοι. Ακόμα και αν δεν έχουμε πειστεί από κανένα υποψήφιο, ακόμα και αν δεν έχουμε κατασταλάξει σε κάποια επιλογή, πηγαίνουμε οπωσδήποτε στο εκλογικό τμήμα και ρίχνουμε κάτι στην κάλπη. Οποιοδήποτε μύνημα και αν στείλουμε ένα σημαντικότερο από τη σιωπή.
Ο Ρουσσώ σαρκάζοντας τον κοινοβουλευτισμό έλεγε: νομίζετε ότι είστε ελεύθεροι επειδή εκλέγετε τους βουλευτές σας• στην πραγματικότητα είστε ελεύθεροι μια ημέρα στα τέσσερα χρόνια. Ας μην χαρίσουμε έστω και αυτή τη μια ημέρα ελευθερίας, ας την χρησιμοποιήσουμε σοφά για να μπορέσουμε να διεκδικήσουμε περισσότερες!
2)Είμαι από εκείνους που θεωρούν ότι το λευκό και το άκυρο αποτελούν συνειδητές πολιτικές επιλογές που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και να είναι σεβαστές. Δυστυχώς οι νομοθέτες μας έχουν αντίθετη άποψη και το εκλογικό σύστημα που επέβαλλαν πετά τις λευκές και άκυρες ψήφους στα σκουπίδια. Σε αυτή την απάτη πρέπει να αντισταθούμε και δεν μένει άλλη επιλογή (σε εκείνους που θα έριχναν λευκό/άκυρο) από την αρνητική ψήφο, π.χ ψήφο σε κάποιο μικρό κόμμα ή έστω σε κάποια “Τσιτσιολίνα”!
3)Ποτέ ξανά ρουσφετολογική ψήφος! Οι περισσότεροι από αυτούς που διέλυσαν τη χώρα αναρριχήθηκαν στην εξουσία κάνοντας προσωπικά, εκλογικά χατήρια αδιαφορώντας για το κοινό καλό. Αν ψηφίζεις εκείνον που σου υπόσχεται να διορίσει την κόρη σου, γίνεσαι και εσύ μέρος του προβλήματος!
4)Ποτέ ξανά ψήφος από συνήθεια ή οικογενειακή παράδοση! Αν οι επιλογές του πατέρα σου έβλαψαν τη χώρα δεν έχεις κανένα λόγο να ακολουθείς το παράδειγμά του. Δεν θα ξεχάσω ποτέ μια συγγενή μου να λέει με καμάρι: “Kαι ένα γαιδούρι να βάλουν για αρχηγό εγώ αυτούς θα ψηφίσω”. Τα ίδια επαναλαμβάνουν τα παιδιά και τα εγκόνια της...
5)Όλοι καταλαβαίνουμε ότι βρισκόμαστε σε μια μεταβατική περίοδο. Ένα θνησιγενές σύστημα, χτισμένο σε σαθρό έδαφος, που κυριάρχησε για δεκαετίες, καταρρέει. Η κατάρευση του, όσο επώδυνη και αν είναι, δημιουργεί χώρο για νέους ανθρώπους, νέες ιδέες που θα διαμορφώσουν τη νέα κατάσταση. Αυτή η μετάβαση, ειδικά εν μέσω κρίσης, οργής και σύγχισης, δεν θα είναι ούτε εύκολη, ούτε σύντομη. Ας μην απογοητευόμαστε αν δεν ακούμε αρκετές φωνές που να μας πείθουν. Ας προσπαθήσουμε ακόμα περισσότερο να αφουγκραστούμε το καινούργιο που έρχεται. Οι νέες τεχνολογίες και κυρίως το ίντερνετ μας δίνει τη δυνατότητα να ακούσουμε όλους εκείνους που έχουν κάτι να πουν και να προτείνουν. Ας αφιερώσουμε το χρόνο μας και ας χρησιμοποιήσουμε την κρίση μας για να εντοπίσουμε τους καλύτερους και ας τους δώσουμε την ευκαιρία τους.
6)Ο Ράσσελ έλεγε ότι είναι εξαιρετικά σημαντικό για τους πολίτες μιας δημοκρατίας να μπορούν να μένουν ανεπηρέαστοι από την ευγλωττία ενός ομιλητή γιατί δυστυχώς πολλοί συνηθίζουν να πιστεύουν μια άποψη που εκφράζεται με έμφαση, αλλά χωρίς λογικά επιχειρήματα, και να αγνοούν μια άποψη εκφρασμένη με ήπιο τρόπο, ακόμη κι αν συνοδεύεται απο τα πιο βάσιμα επιχειρήματα. Ας μην υποκύπουμε λοιπόν στην επιφανειακή γοητεία της ρητορείας των δημαγωγών (που από την αρχαιότητα υπήρξαν οι μεγαλύτεροι υπονομευτές της Δημοκρατίας) και ας κρατήσουμε σαν μοναδικό οδηγό την ψυχρή λογική.
Το τι θα ψηφίσει ο καθένας εναπόκειται στη συνείδηση και τη διάνοια του. Οι αρχές, όμως με τις οποίες θα προσεγγίσουμε το ζήτημα των εκλογών και της ψήφου δεν είναι καθόλου υποκειμενικές:
1) Συμμετέχουμε όλοι. Ακόμα και αν δεν έχουμε πειστεί από κανένα υποψήφιο, ακόμα και αν δεν έχουμε κατασταλάξει σε κάποια επιλογή, πηγαίνουμε οπωσδήποτε στο εκλογικό τμήμα και ρίχνουμε κάτι στην κάλπη. Οποιοδήποτε μύνημα και αν στείλουμε ένα σημαντικότερο από τη σιωπή.
Ο Ρουσσώ σαρκάζοντας τον κοινοβουλευτισμό έλεγε: νομίζετε ότι είστε ελεύθεροι επειδή εκλέγετε τους βουλευτές σας• στην πραγματικότητα είστε ελεύθεροι μια ημέρα στα τέσσερα χρόνια. Ας μην χαρίσουμε έστω και αυτή τη μια ημέρα ελευθερίας, ας την χρησιμοποιήσουμε σοφά για να μπορέσουμε να διεκδικήσουμε περισσότερες!
2)Είμαι από εκείνους που θεωρούν ότι το λευκό και το άκυρο αποτελούν συνειδητές πολιτικές επιλογές που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και να είναι σεβαστές. Δυστυχώς οι νομοθέτες μας έχουν αντίθετη άποψη και το εκλογικό σύστημα που επέβαλλαν πετά τις λευκές και άκυρες ψήφους στα σκουπίδια. Σε αυτή την απάτη πρέπει να αντισταθούμε και δεν μένει άλλη επιλογή (σε εκείνους που θα έριχναν λευκό/άκυρο) από την αρνητική ψήφο, π.χ ψήφο σε κάποιο μικρό κόμμα ή έστω σε κάποια “Τσιτσιολίνα”!
3)Ποτέ ξανά ρουσφετολογική ψήφος! Οι περισσότεροι από αυτούς που διέλυσαν τη χώρα αναρριχήθηκαν στην εξουσία κάνοντας προσωπικά, εκλογικά χατήρια αδιαφορώντας για το κοινό καλό. Αν ψηφίζεις εκείνον που σου υπόσχεται να διορίσει την κόρη σου, γίνεσαι και εσύ μέρος του προβλήματος!
4)Ποτέ ξανά ψήφος από συνήθεια ή οικογενειακή παράδοση! Αν οι επιλογές του πατέρα σου έβλαψαν τη χώρα δεν έχεις κανένα λόγο να ακολουθείς το παράδειγμά του. Δεν θα ξεχάσω ποτέ μια συγγενή μου να λέει με καμάρι: “Kαι ένα γαιδούρι να βάλουν για αρχηγό εγώ αυτούς θα ψηφίσω”. Τα ίδια επαναλαμβάνουν τα παιδιά και τα εγκόνια της...
5)Όλοι καταλαβαίνουμε ότι βρισκόμαστε σε μια μεταβατική περίοδο. Ένα θνησιγενές σύστημα, χτισμένο σε σαθρό έδαφος, που κυριάρχησε για δεκαετίες, καταρρέει. Η κατάρευση του, όσο επώδυνη και αν είναι, δημιουργεί χώρο για νέους ανθρώπους, νέες ιδέες που θα διαμορφώσουν τη νέα κατάσταση. Αυτή η μετάβαση, ειδικά εν μέσω κρίσης, οργής και σύγχισης, δεν θα είναι ούτε εύκολη, ούτε σύντομη. Ας μην απογοητευόμαστε αν δεν ακούμε αρκετές φωνές που να μας πείθουν. Ας προσπαθήσουμε ακόμα περισσότερο να αφουγκραστούμε το καινούργιο που έρχεται. Οι νέες τεχνολογίες και κυρίως το ίντερνετ μας δίνει τη δυνατότητα να ακούσουμε όλους εκείνους που έχουν κάτι να πουν και να προτείνουν. Ας αφιερώσουμε το χρόνο μας και ας χρησιμοποιήσουμε την κρίση μας για να εντοπίσουμε τους καλύτερους και ας τους δώσουμε την ευκαιρία τους.
6)Ο Ράσσελ έλεγε ότι είναι εξαιρετικά σημαντικό για τους πολίτες μιας δημοκρατίας να μπορούν να μένουν ανεπηρέαστοι από την ευγλωττία ενός ομιλητή γιατί δυστυχώς πολλοί συνηθίζουν να πιστεύουν μια άποψη που εκφράζεται με έμφαση, αλλά χωρίς λογικά επιχειρήματα, και να αγνοούν μια άποψη εκφρασμένη με ήπιο τρόπο, ακόμη κι αν συνοδεύεται απο τα πιο βάσιμα επιχειρήματα. Ας μην υποκύπουμε λοιπόν στην επιφανειακή γοητεία της ρητορείας των δημαγωγών (που από την αρχαιότητα υπήρξαν οι μεγαλύτεροι υπονομευτές της Δημοκρατίας) και ας κρατήσουμε σαν μοναδικό οδηγό την ψυχρή λογική.
Thursday, March 15, 2012
Και τώρα τι ψηφίζουμε;
Μια ψύχραιμη προσέγγιση, που ξεφεύγει επιτέλους από το μνημονιακό ή αντιμνημονιακό φανατισμό.
Από το ΒΗΜΑ:
Και τώρα τι ψηφίζουμε;
Στη Δίκη της Νυρεμβέργης, ο Hermann Goering (δεξί χέρι του Hitler) όταν ρωτήθηκε πώς κατόρθωσαν οι Ναζί να χειραγωγήσουν το γερμανικό λαό, απάντησε: «Πολύ εύκολο: δαιμονοποιείς κάποιους, λες στο λαό ότι κινδυνεύει από αυτούς, κηρύσσεις προδότη όποιον τους υποστηρίζει και έτσι δικαιολογείς μέτρα ασφαλείας για την "προστασία" του κόσμου». Η ίδια συνταγή εφαρμόστηκε μετά την 11η Σεπτεμβρίου 2001 και από την κυβέρνηση G. Bush. Η καλλιέργεια φόβου δρα καταλυτικά, ιδιαίτερα σε έναν ήδη ταλαιπωρημένο και ταπεινωμένο λαό.
Στην περίπτωση της χώρας μας, η ταπείνωση και η ταλαιπωρία του κόσμου πραγματοποιούνται μέσω των Μνημονίων και των δακρυγόνων. Και ο καλλιεργούμενος φόβος έχει ως θέμα την άτακτη χρεοκοπία και την «αποβολή» μας από το Ευρώ.
Θα πει κανείς: «Μα θα ήταν καλύτερη η άτακτη χρεοκοπία και η επιστροφή στη δραχμή;» Δεν γνωρίζω την απάντηση επειδή δεν έχω πλήρη ενημέρωση για τυχόν εναλλακτικές πηγές χρηματοδότησής μας, για τις πιέσεις που ασκούνται παρασκηνιακά κλπ. Θα τα φοβόμουν όμως ιδιαίτερα με δεδομένο το ποιόν των πολιτικών μας και της διαλυμένης κρατικής μας μηχανής. Θεωρώ ότι θα ισοδυναμούσε με άτακτη υποχώρηση ενός στρατού που στρέφει πανικόβλητος την πλάτη του στα πολυβόλα του αντιπάλου. Διαπιστώνω όμως παράλληλα ότι η χώρα μου έχει γίνει σάκος του μποξ σε μια διαμάχη ανάμεσα στο Δολάριο και το Ευρώ και ανάμεσα σε πολιτικούς και κεφαλαιούχους. Και ότι καλείται να αποπληρώσει, έστω και κατά το ήμισυ, τους ομολογιούχους δανειζόμενη και πάλι ακριβά και υποθηκεύοντας τον πλούτο της για περισσότερες δεκαετίες και με προοπτικές ανύπαρκτες επί του παρόντος.
Μνημονιακοί - τρομολάγνοι
Έχουμε λοιπόν από τη μια μεριά τα λεγόμενα «κόμματα εξουσίας» που «συνομιλούν» με τους δανειστές μας και επιβάλλουν σκληρά μέτρα ερήμην της λαϊκής βούλησης. Συνομιλούν μόνο κατ’ ευφημισμόν αφού αξιολογούνται ως ανίκανα να οργανώσουν μια τεκμηριωμένη διαπραγμάτευση βάσει δικού μας σχεδίου και να εγγυηθούν τη σωστή εφαρμογή των όποιων συμφωνηθέντων. Και τίποτα δεν τίθεται στην κρίση αυτών που θα πληρώσουν. Περνάνε fast track από τη Βουλή ένα τεχνικό κείμενο 700 σελίδων συντεταγμένο τελικά από ξένους που καθορίζει την τύχη της χώρας μας για δεκαετίες και που ελάχιστοι βουλευτές είναι σε θέση να μελετήσουν αλλά ούτε και ο χρόνος τους δόθηκε. Και για να μην εξεγερθεί ο κόσμος, τον τρομοκρατούν με χημικά, βόμβες, λεηλασίες, ανεργία και με εφιαλτικά διλήμματα.
Τρία χρόνια μετά το ξέσπασμα της κρίσης κανένα πολιτικό κόμμα δεν εξήγησε αναλυτικά στο λαό τι ακριβώς έγινε, πόσα χρωστάμε και πότε, γιατί παίρνονται αυτά τα βάρβαρα μέτρα, πού οδηγούν τελικά και τι σχέδια υπάρχουν (αν υπάρχουν) για το μέλλον. Αντίθετα, πρόβαλλαν την Τρόικα ως υπεύθυνη για μέτρα που θά 'πρεπε μόνοι μας να πάρουμε, έστω και καθυστερημένα. Γιατί υποτιμούν τη νοημοσύνη του κόσμου λέγοντάς του κατάμουτρα τα χονδροειδέστερα ψέματα; Πόσοι πολιτικοί ζήτησαν ειλικρινά συγγνώμη; Γιατί κανένας τους δε νιώθει υποχρεωμένος να απολογηθεί στο λαό; Πόσοι παραιτήθηκαν; Πόσοι παραπέμφθηκαν να δικαστούν; Πόσες περικοπές έκαναν τα κόμματα και οι πολιτικοί στις απολαβές τους; Γιατί προτίμησαν να μειώσουν μισθούς και συντάξεις του κόσμου για 300 εκατομμύρια Ευρώ που θα μπορούσαν άνετα να αφαιρεθούν από τις δαπάνες της Βουλής και από την επιχορήγηση των κομμάτων;
Στην Ισλανδία, όπου οι δημοκρατικές διαδικασίες έχουν βαθιές ρίζες, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας αρνήθηκε να εγκρίνει εξοντωτικούς όρους πληρωμής και τους παρέπεμψε σε δημοψήφισμα. Μετά την κατηγορηματική άρνηση του λαού Βρετανία και Ολλανδία επέστρεψαν με ευνοϊκότερες προτάσεις. Και όταν προσκλήθηκε το ΔΝΤ του δηλώθηκε από την πρώτη στιγμή ότι το κοινωνικό κράτος δεν πρόκειται να θιγεί. Οι αρχικές αντιρρήσεις του ΔΝΤ κάμφθηκαν προοδευτικά όταν διαπιστώθηκε ότι οι Ισλανδοί ήξεραν καλά τι θέλουν και πώς θα το κάνουν και μετά από λίγο τους άφησαν ουσιαστικά να διαχειριστούν την κατάσταση μόνοι τους. Τρία χρόνια αργότερα η Ισλανδία επέστρεψε στην ανάπτυξη. Διαθέτει όμως πολιτικούς σοβαρούς, θαρραλέους και πατριώτες που σέβονται τις δημοκρατικές αρχές και δεν κοροϊδεύουν τον περήφανο λαό τους. Διαθέτει επίσης μια αποτελεσματική Δημόσια Διοίκηση. Ο τότε Πρωθυπουργός της χώρας παραπέμπεται τώρα σε δίκη.
Ποιος λοιπόν θεωρεί ότι στην Ελλάδα έχουμε πράγματι κοινοβουλευτική δημοκρατία; Μόνο ελευθεροστομία υπάρχει για εκτόνωση του λαϊκού αισθήματος. Κατά τα άλλα είμαστε μια αξιοθρήνητη κοινοβουλευτική φεουδαρχία, φόρου υποτελής και υπό την επιτροπεία των δανειστών μας.
Αντιμνημονιακοί - αντιδραστικοί
Από την άλλη μεριά παρατάσσονται άναρχα τα λεγόμενα «αντιμνημονιακά» κόμματα που αντιδρούν στα μέτρα αλλά χωρίς συγκεκριμένες και τεκμηριωμένες εναλλακτικές προτάσεις παρά μόνο με αρνήσεις και γενικόλογα συνθήματα. Αλλά και τα ΜΜΕ που επενδύουν καθημερινά στην κάθε είδους αντίδραση με κύριο σκοπό την αύξηση της ακροαματικότητάς τους. Δεν ενημερώνουν τον κόσμο ψύχραιμα και αντικειμενικά αλλά λαϊκίζουν με αφορισμούς, υπερβολές, μισές αλήθειες και με βάση σκοπιμότητες.
Γενικά οι Ελληνες είμαστε πάντα πρόθυμοι για αντίδραση και σπάνια για συλλογική δράση, γιατί η δράση απαιτεί όραμα, οργάνωση, συνέπεια και σκληρή συλλογική εργασία. Είμαστε όμως ατομιστές και δεν μάθαμε ούτε να συνεργαζόμαστε ούτε να κάνουμε ΔΙΑΛΟΓΟ και να τα βρίσκουμε. Άρα δεν μπορούμε να αποφασίσουμε ούτε τι θέλουμε ούτε πώς να το επιδιώξουμε. Γι' αυτό τη βάρκα την πάνε οι άνεμοι όπου θέλουν...
Λέμε πως είμαστε ένας περήφανος λαός. Πώς όμως συμβιβάζεται η περηφάνια με τη ζητιανιά και με την αφθονία των δωσιλόγων στην κοινωνία μας; Διαπιστώνει κανείς ότι την περηφάνια τη θυμόμαστε μόνο όταν μας φέρνουνε στο «αμήν». Και όσους βιαστούν να με πετροβολήσουν για προσβολή της εθνικής μας ταυτότητας τους παραπέμπω στο Γ. Σουρή του 1890 για να βεβαιωθούν ότι το DNA της κοινωνίας μας παραμένει ως έχει:
Ποιος είδε κράτος λιγοστό
σ' όλη τη γη μοναδικό,
εκατό να εξοδεύει
και πενήντα να μαζεύει;
Να τρέφει όλους τους αργούς,
νά 'χει επτά Πρωθυπουργούς,
ταμείο δίχως χρήματα
και δόξης τόσα μνήματα;
Νά 'χει κλητήρες για φρουρά
και να σε κλέβουν φανερά,
κι ενώ αυτοί σε κλέβουνε
τον κλέφτη να γυρεύουνε;
Όλα σ' αυτή τη γη μασκαρευτήκαν
ονείρατα, ελπίδες και σκοποί,
οι μούρες μας μουτσούνες εγινήκαν
δεν ξέρομε τί λέγεται ντροπή.
Σπαθί αντίληψη, μυαλό ξεφτέρι,
κάτι μισόμαθε κι όλα τα ξέρει.
Κι από προσπάππου κι από παππού
συγχρόνως μπούφος και αλεπού.
Θέλει ακόμα -κι αυτό είναι ωραίο-
να παριστάνει τον ευρωπαίο.
Στα δυό φορώντας τα πόδια που 'χει
στο 'να λουστρίνι, στ' άλλο τσαρούχι.
Σουλούπι, μπόϊ, μικρομεσαίο,
ύφος του γόη, ψευτομοιραίο.
Λίγο κατσούφης, λίγο γκρινιάρης,
λίγο μαγκούφης, λίγο μουρντάρης.
Και ψωμοτύρι και για καφέ
το «δε βαρυέσαι» κι «ωχ αδερφέ».
Ωσάν πολίτης, σκυφτός ραγιάς
σαν πιάσει πόστο: δερβέν αγάς.
Δυστυχία σου, Ελλάς,
με τα τέκνα που γεννάς!
Ώ Ελλάς, ηρώων χώρα,
τί γαϊδάρους βγάζεις τώρα;
Γεώργιος Σουρής (2 Φεβρουαρίου 1853 - 26 Αυγούστου 1919)
Αναμφισβήτητα τα Μνημόνια εμπεριέχουν και βάρβαρες διατάξεις που θα πρέπει ν’ αναθεωρηθούν και που ίσως οφείλονται σε λανθασμένες μεθοδεύσεις της Τρόικας αλλά και στην ανεπάρκεια των «διαπραγματευτών» μας να πείσουν. Ίσως να εκφράζουν και θυμό. Αναλογίστηκε όμως το 80% των Ελλήνων που επιθυμούν την παραμονή μας στο ΕΥΡΩ γιατί επιβλήθηκαν τόσο αυστηρά μέτρα και μάλιστα ως αδιαπραγμάτευτα; Τι έκαναν οι κυβερνώντες επί 2 χρόνια για να πατάξουν τη διαφθορά, την αισχροκέρδεια, τη νοθεία, τη φοροδιαφυγή και να διορθώσουν το πανάκριβο και αναποτελεσματικό κράτος μας; Πρακτικά τίποτε, ούτε καν δρομολόγησαν κάτι ουσιαστικό εκτός από περικοπές απολαβών και κοντόφθαλμες φοροεπιδρομές, παρά τις υποσχέσεις και τις υπογραφές τους που έβαλαν μόνο και μόνο για να πάρουν τα χρήματα. Δεν μας εμπιστεύεται λοιπόν κανείς και ζητούν εγγυήσεις. Λένε λοιπόν οι εταίροι μας: «Αφού θέλετε να παραμείνετε στο ΕΥΡΩ θα πρέπει να μηδενίσετε τα ελλείμματα και να γίνετε παραγωγικοί. Και για να γίνουν αυτά θα πρέπει να αλλάξετε δομές και νοοτροπία. Σας στέλνουμε ειδικούς να σας βοηθήσουν. Μέχρι όμως να γίνουν αυτά, οι μισθοί και οι συντάξεις θα κατέβουν εκεί που η οικονομία σας μπορεί να τα υποστηρίξει. Αργότερα, με καλύτερο και φθηνότερο κράτος και με ευνοϊκότερο επενδυτικό περιβάλλον θά 'χετε τη δυνατότητα να βελτιώσετε τις αποδοχές σας. Συνεργαστείτε λοιπόν και δουλέψτε ώστε να γίνουν αυτά μια ώρα αρχύτερα». Αυτά μας λένε.
Για πολλούς «αυτά είναι προσχήματα και εκείνο που επιδιώκουν είναι να κάμψουν την αντοχή μας για να αγοράσουν φθηνά ήλιο, ακίνητα και ορυκτό πλούτο». Ίσως και αυτό. Στο αδιέξοδο όμως που περιήλθαμε σημασία έχει το πώς θα επωφεληθούμε με τις μικρότερες δυνατές απώλειες. Φαίνεται ότι η Ευρωζώνη μόνο με δημοσιονομική πειθαρχία και παράλληλη μεταφορά πόρων προς το Νότο θα μπορέσει να συντηρηθεί ως έχει. Πιστεύω (αφελώς;) ότι αν δουν πως βαδίζουμε χωρίς καθυστέρηση στη διόρθωση των κακώς εχόντων τότε θα συζητήσουν και τη χαλάρωση κάποιων από τα μέτρα. Πολλά θα είχαμε αποφύγει αν η Κυβέρνηση είχε κινηθεί δραστήρια από το 2009 αντί να ρίχνει το ανάθεμα στην Τρόικα...
Επίλογος
Ο λαός, βομβαρδισμένος από τα ΜΜΕ, στέκεται αμήχανος απέναντι στις δύο παρατάξεις και δεν ξέρει τι να κάνει. Τι να ψηφίσει στις επερχόμενες εκλογές; Δεν εμπιστεύεται πια κανέναν.
Ας μου επιτραπούν σχετικά οι παρακάτω προσωπικές σκέψεις:
Το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα κλονίζεται ισχυρά. Το μέλλον του ίδιου του Ευρώ τελεί υπό διακύβευση. Οφείλουμε να δούμε τα πράγματα με ψυχραιμία και προοπτική και να προχωρήσουμε σε δραστικές αλλαγές χωρίς άλλες καθυστερήσεις διότι ενδέχεται σε λίγο η Ε.Ε. να μην είναι πλέον σε θέση να μας στηρίξει άλλο. Προσωπικά πιστεύω ότι την ομάδα συμβούλων Reichenbach θα πρέπει να τη δούμε ως μια μοναδική ευκαιρία για να κάνουμε γρήγορα τις απαραίτητες αλλαγές και μάλιστα χωρίς να πληρώσουμε πανάκριβα την προσφερόμενη τεχνική βοήθεια. Πρέπει να συνεργαστούμε μαζί τους με θετικό πνεύμα ώστε να ελαχιστοποιηθούν οι λάθος χειρισμοί. Ιδιαίτερα τα συνδικάτα θα πρέπει να αναλάβουν με σοβαρότητα τις ευθύνες τους.
Πρέπει όλοι να καταδικάσουμε τη διαφθορά, όχι τόσο για το απαράδεκτό της από ηθική άποψη που είναι αυτονόητο αλλά παρακάμπτεται σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης όσο για τις πρακτικές επιπτώσεις της διαφθοράς στη λειτουργία της οικονομίας και της κοινωνίας: Έργα δισεκατομμυρίων παραμένουν στα χαρτιά ή ημιτελή, κοινοτικοί πόροι δεν απορροφώνται και χάνονται επειδή κάποιοι δεν έχουν καταλήξει στη μοιρασιά της μίζας. Προμήθειες κατακερματίζονται για να ικανοποιηθούν περισσότεροι και άλλες εφευρίσκονται μόνο και μόνο για να “πέφτουν” μίζες. Άς το καταλάβουμε: τη διαφθορά την πληρώνουμε όλοι πανάκριβα.
Το εκλογικό σώμα θα πρέπει να απαιτήσει από τα κόμματα διαφάνεια, σαφείς προγραμματικές δεσμεύσεις και αποχή από τους λαϊκισμούς που μας έφεραν εδώ. Και να τα κρίνει με βάση τη σοβαρότητα του λόγου, τη συνέπεια και τη διάθεσή τους να συνεργασθούν καλόπιστα με άλλους για το συμφέρον της χώρας και όχι με τα συναισθηματικά, ιδεολογικά ή ακόμα και συμφεροντολογικά κριτήρια του παρελθόντος. Υποψήφιους που επέδειξαν δόλο ή ανεπάρκεια θα πρέπει οπωσδήποτε να τους καταψηφίσει. Μόνο μια τέτοια στάση θα δώσει ένα ισχυρότατο μήνυμα του λαού προς τους πολιτικούς για να σοβαρευτούν. Και προσοχή: άλλη ευκαιρία στα πλαίσια της δημοκρατικής νομιμότητας ο κόσμος δεν θα έχει .
Και από τα ΜΜΕ, κυρίως τα κρατικά, πρέπει να αξιώσουμε να δώσουν ίσες ευκαιρίες παρουσίασης σε πολλά υποψήφια κόμματα και όχι μόνο στα μεγαλύτερα. Οι εκλογές αυτές και ό,τι θα επακολουθήσει θα έχουν αποφασιστική σημασία για το μέλλον των παιδιών μας.
Ο κ. Δημήτρης Αρ. Κάζης, είναι τ. Ερευνητής του ΚΕΠΕ
Friday, March 2, 2012
Δημοκρατία, idiot!
Σε καιρούς ταραγμένους και εποχές γενικευμένης σύγχισης, όπως η τωρινή, είναι χρήσιμο να πιάνει κανείς το νήμα από την αρχή. Ας επιστρέψουμε στα βασικά λοιπόν.
Ακούμε για αυτή διαρκώς, υπάρχει σε κάθε κουβέντα που σχετίζεται με την πολιτική, αλλά όπως συμβαίνει με κάθε έννοια που εκφυλίζεται σε σύνθημα, κινδυνεύουμε να ξεχάσουμε το πραγματικό της νόημα.
Τι είναι Δημοκρατία;
Στο σχολείο μας έλεγαν ότι είναι κάτι καλό, για το οποίο οι λαοί αγωνίστηκαν και όλη η ανθρωπότητα ωφείλει να ευγνωμονεί αιώνια τους Έλληνες γιατί οι πρόγονοί μας την ανακάλυψαν. Όσοι υπήρξαν επιμελείς μαθητές, ίσως θυμούνται και κάποιες λεπτομέρειες για τον Περικλή ή την Εκκλησία του Δήμου. Ελάχιστη ως καθόλου, όμως, πληροφορία για την ουσία του πολιτεύματος που σήμερα θεωρούμε αυτονόητο (στο δικό μου σχολείο, όπως και στα περισσότερα υποθέτω, το μάθημα της Αγωγής του Πολίτη αντιμετωπιζόταν, από καθηγητές, μαθητές και γονείς εξίσου, σαν ώρα χαλάρωσης και ξεκούρασης).
Αν επιχειρήσουμε να προσδιορίσουμε την δημοκρατία εμπειρικά, κρίνοντας από τις συνθήκες που επικρατούν στις κοινωνίες που έχουμε μάθει να θεωρούμε δημοκρατικές, ή σε αντιδιαστολή με τα καθεστώτα που κατακεραυνώνουμε ως αντιδημοκρατικά, θα καταλήξουμε (πάνω-κάτω) στα εξής χαρακτηριστικά:
- απουσία των τανκς από τους δρόμους, μη επιβολή στρατιωτικού νόμου,
- διεξαγωγή εκλογών σε τακτά χρονικά διαστήματα,
- απουσία συστηματικής λογοκρισίας,
- απουσία πολιτικών διώξεων σε αντιφρονούντες (φυλακίσεις, βασανιστήρια κλπ).
Σε αυτόν τον, μάλλον φτωχό, απολογισμό θεωρώ ότι συμπυκνώνεται η γενική γνώση επί του θέματος. Είναι δυνατόν να αντιλαμβανόμαστε την περιλάλητη και χιλιοτραγουδισμένη δημοκρατία απλά σαν το αντίθετο του ολοκληρωτισμού; Δεν μπορεί, θα υπάρχει κι άλλο σκέφτηκα και γι' αυτό ανέτρεξα στα βιβλία:
Κατά τον Russell, το μόνο φιλοσοφικό ρεύμα που υποστηρίζει θεωρητικά τη δημοκρατία, και ταιριάζει μαζί της ως προς την ηπιότητα της σκέψης, είναι ο εμπειρισμός (empiricism). Ο Locke –θεμελιωτης του εμπειρισμού- τονίζει τη σύνδεση του με το φιλελεύθερο πνεύμα, την ανεκτικότητα και την αντίθεση του στην απόλυτη μοναρχία. Θεωρεί ότι οι γνώσεις μας είναι αβέβαιες, θέλοντας να υποδείξει ότι πάντα υπάρχει η πιθανότητα να σφάλλουμε και ότι την πιθανότητα αυτή πρέπει να την έχουμε υπόψη στις συζητήσεις με ανθρώπους που έχουν διαφορετικές απόψεις.
Η φιλελεύθερη (liberal) πολιτική σκέψη είναι προιόν του εμπορίου. Στην αρχαία Αθήνα εμφανίστηκε όταν εκείνη ανέπτυξε έντονη εμπορική δραστηριότητα με άλλες πόλεις της Μεσογείου. Πολύ αργότερα, το Μεσαίωνα, αναβίωσε στις πόλεις της Λομβαρδίας. Αργότερα ακολούθησαν η Αγγλία, η Ολλανδία, η Αμερική.
Το εμπόριο φέρνει σε επαφή ανθρώπους διαφορετικών πολιτισμικών καταβολών και έτσι καταστρέφει τον δογματισμό του αταξίδευτου. Επίσης η ελεύθερη διαπραγμάτευση μεταξύ αγοραστή και πωλητή είναι πιό αποδωτική όταν ο ένας κατανοεί την άποψη του άλλου.
Το φιλελεύθερο σκεπτικό είναι αυτό της ανεκτικότητας και ελευθερίας- όσο η δημόσια τάξη επιτρέπει, της μετριοπάθειας και της απουσίας φανατισμού στα πολιτικά προγράμματα. Οι φανατικές εμμονές καθιστούν αδύνατους τους δημοκρατικούς θεσμούς. Ο πραγματικός Φιλελεύθερος δε λέει «αυτό είναι αλήθεια», αλλά «τείνω να πιστέψω ότι υπό τις παρούσες συνθήκες αυτή η άποψη είναι πιθανότατα η καλύτερη».
Τις παραπάνω απόψεις εκθέτει ο Russell στο δοκίμιο του “Philosophy and Politics”. Την άρρηκτη σχέση δημοκρατίας και φιλοσοφίας υπογραμμίζει ο Καστοριάδης (βλ. Η αρχαία ελληνική δημοκρατία και η σημασία της για εμάς σήμερα): “Κοινή ρίζα της δημοκρατίας και της φιλοσοφίας είναι η αμφισβήτηση”. Ο φιλόσοφος αμφισβητεί τις δεισιδαιμονίες του παρελθόντος και η δημοκρατία την «ελέω Θεού» (ή Θεών) εξουσία του μονάρχη. “Στην αρχαία Ελλάδα, η φιλοσοφία ήταν η φιλοσοφία των πολιτών που συζητούν στην αγορά με άλλους πολίτες (και όχι φιλοσοφία των ιερατείων ή των αυλικών). […] Η αμοιβαία γονιμοποίηση του πολιτικού κινήματος με την φιλοσοφική ερώτηση είναι το στοιχείο ακριβώς που χαρακτηρίζει τη δημοκρατική πόλη. Από τη μία οι φιλόσοφοι ασχολούνται με τα πολιτικά ερωτήματα και από την άλλη η ίδια η πολιτική ζωή αναγκάζει τις αναζητήσεις να πάνε βαθύτερα: ποιός άρχει, πως νομιμοποιείται η εξουσία εκείνου που άρχει, είναι δίκαιο να άρχουν οι λίγοι ή οι πολλοί, τι σημαίνει δίκαιο, κλπ.”
Στη συνέχεια παρουσιάζει τα βασικά χαρακτηριστικά της πρώτης δημοκρατίας στην Ιστορία:
- Ο δήμος ασκεί την εξουσία, και την ασκεί ως άμεση δημοκρατία, χωρίς αντιπροσώπους. Τα πάντα (πόλεμος, ειρήνη, συμμαχίες, δημόσια έργα, κτίσιμο Παρθενώνα) αποφασίζονταν στην Εκκλησία του Δήμου.
- Τα δικαστήρια δεν ήταν επαγγελματικά. Οι δικαστές ήταν κληρωτοί.
- Στις περιπτώσεις που χρειαζόταν να ανατεθούν αξιώματα, αυτό γινόταν με κλήρωση. Μόνο στα πεδία που χρειαζόταν εξειδικευμένη γνώση (π.χ στρατηγοί) κατέφευγαν στις εκλογές για την επιλογή των αρχόντων. Και σε αυτή την περίπτωση ήταν ανακλητοί (ο δήμος μπορούσε να τους ανακαλέσει αν το έκρινε σκόπιμο).
- Δεν υπάρχουν αρμόδιοι στον πολιτικό τομέα•η γνώμη όλων βαραίνει τι ίδιο. Δεν υπάρχει κάποια επιστήμη ή τέχνη, η γνώση της οποίας να καθιστά κάποιους καλύτερους κυβερνήτες.
Αυτά λέει η θεωρία, που στα γρήγορα συνοψίζονται στα εξής δομικά στοιχεία της δημοκρατίας:
Μετριοπάθεια, ανεκτικότητα στο διαφορετικό, αμφισβήτηση, πολίτες που σκέφτονται, φιλοσοφούν, συζητούν και συμμετέχουν άμεσα στη λήψη αποφάσεων και την κυβέρνηση.
Τι συμβαίνει, στην πράξη, στις σύγχρονες δημοκρατίες; Κατ’αρχήν δεν είναι άμεσες αλλά αντιπροσωπευτικές. Ο Καστοριάδης (πάλι) αναφέρει σχετικά: “Από τη στιγμή που αναθέτει κανείς την εξουσία σε ορισμένους ανθρώπους, έχει μόνος του αλλοτριωθεί πολιτικά. Ο Ρουσσώ έγραφε για τους Άγγλους (γιατί τότε μόνο η Αγγλία έιχε κοινοβούλιο): Οι Άγγλοι νομίζουν ότι είναι ελεύθεροι επειδή εκλέγουν τους βουλευτές τους• είναι ελεύθεροι μια μέρα στα πέντε χρόνια. Ο Ρουσσώ είναι ενδοτικός: στην πραγματικότητα οι επιλογές που έχει κανείς την ημέρα των εκλογών έχουν προκαθοριστεί από τα προηγούμενα πέντε χρόνια (από τον εκλογικό νόμο, τα υπάρχοντα κόμματα, τους υποψηφίους).”
Σε αυτή την πολιτική αλλοτρίωση ωφείλεται, πιθανότατα, αυτό που παρατηρεί σε ένα άλλο του κείμενο (Το Πρόβλημα της Δημοκρατίας σήμερα): “Οι λαοί σήμερα βρίσκονται σε μια κατάσταση πολιτικής απάθειας, ιδιωτικοποίησης, ανευθυνότητας, κυνισμού, αδιαφορίας για τα κοινά και τα πολιτικά και γενικότερα μιας στάσης απέναντι τόσο στην ιδιωτική όσο και στην κοινή ζωή τους που είναι περίπου μια στάση αποχαύνωσης μέσα στον καταναλωτικό και τηλεοπτικό αυνανισμό. Η σημερινή κατάσταση δεν είναι απλώς αποτέλεσμα συνωμοσιών, δολοπλοκιών, χειραγώγησης εκ μέρους των κυρίαρχων στρωμάτων. Εάν τα κυρίαρχα στρώματα μπορούν να κάνουν αυτά που κάνουν είναι ακριβώς γιατί οι λαοί μένουν απαθείς, ή το πολύ σηκώνουν τους ώμους τους λέγοντας, «τους ξέρουμε, είναι όλοι οι ίδιοι οι παλιάνθρωποι»“. Για αυτούς τους λόγους θεωρεί ότι οι σύγχρονες δημοκρατίες είναι τέτοιες μόνο κατ’όνομα. “Εγώ τις ονομάζω φιλελεύθερες ολιγαρχίες”, καταλήγει.[1]
Κατόπιν αυτών, δεν είναι να απορεί κανείς που η κατάσταση έχει αντίστραφεί πλήρως σε σχέση με την δημοκρατία της αρχαίας Αθήνας και η εξουσία έχει φύγει από τα χέρια των πολιτών και έχει περάσει στους τεχνοκράτες (στην καλύτερη περίπτωση) ή σε κάθε λογής επαγγελματίες πολιτικούς, πολιτικάντηδες, δημαγωγούς, αχυρανθρώπους των κυρίαρχων στρωμάτων (συνήθως). Εκείνο που εκπλήσσει είναι η διαπίστωση ότι η αποποίηση της εξουσίας από την πλευρά του λαού και ο αυτο-υποβιβασμός του πολίτη στην κατάσταση του υπηκόου [2]είναι, ως ένα βαθμό, οικιοθελής.
Μήπως η τεμπελιά μας είναι ισχυρότερη από την επιθυμία μας για ελευθερία; Κάτι μου θυμίζει όμως αυτό... Α, ναι!
"Πρέπει να διαλέξουμε ανάμεσα στην ελευθερία και την οκνηρία", Θουκιδύδης
[1] Στα αγγλικά και σε άλλες γλώσσες υπάρχει η διάκριση ανάμεσα στον όρο "democracy" που αναφέρεται στην "άμεση δημοκρατία" και τον όρο "republic" που αποδίδει την "αντιπροσωπευτική" ή "κοινοβουλευτική" δημοκρατία. Η ταύτιση των δύο εννοιών, αν και συνηθισμένη, είναι λανθασμένη και προκαλέι σύγχιση.
[2] Ενδεικτικό του πόσο αυτονόητη ήταν στην αρχαιότητα η συμμετοχή των πολιτών στα κοινά είναι ότι η λέξη “ιδιώτης” (εκείνος που απέχει από τα κοινα) κατέληξε να σημαίνει “ανόητος” (προφανώς γιατί μόνο κάποιο άτομο περιορισμένης νοημοσύνης “ιδιώτευε”)- εξ’ου και η αγγλική λέξη “idiot” (βλ. ετυμολογικό λεξικό Μπαμπινιώτη).
Ακούμε για αυτή διαρκώς, υπάρχει σε κάθε κουβέντα που σχετίζεται με την πολιτική, αλλά όπως συμβαίνει με κάθε έννοια που εκφυλίζεται σε σύνθημα, κινδυνεύουμε να ξεχάσουμε το πραγματικό της νόημα.
Τι είναι Δημοκρατία;
Στο σχολείο μας έλεγαν ότι είναι κάτι καλό, για το οποίο οι λαοί αγωνίστηκαν και όλη η ανθρωπότητα ωφείλει να ευγνωμονεί αιώνια τους Έλληνες γιατί οι πρόγονοί μας την ανακάλυψαν. Όσοι υπήρξαν επιμελείς μαθητές, ίσως θυμούνται και κάποιες λεπτομέρειες για τον Περικλή ή την Εκκλησία του Δήμου. Ελάχιστη ως καθόλου, όμως, πληροφορία για την ουσία του πολιτεύματος που σήμερα θεωρούμε αυτονόητο (στο δικό μου σχολείο, όπως και στα περισσότερα υποθέτω, το μάθημα της Αγωγής του Πολίτη αντιμετωπιζόταν, από καθηγητές, μαθητές και γονείς εξίσου, σαν ώρα χαλάρωσης και ξεκούρασης).
Αν επιχειρήσουμε να προσδιορίσουμε την δημοκρατία εμπειρικά, κρίνοντας από τις συνθήκες που επικρατούν στις κοινωνίες που έχουμε μάθει να θεωρούμε δημοκρατικές, ή σε αντιδιαστολή με τα καθεστώτα που κατακεραυνώνουμε ως αντιδημοκρατικά, θα καταλήξουμε (πάνω-κάτω) στα εξής χαρακτηριστικά:
- απουσία των τανκς από τους δρόμους, μη επιβολή στρατιωτικού νόμου,
- διεξαγωγή εκλογών σε τακτά χρονικά διαστήματα,
- απουσία συστηματικής λογοκρισίας,
- απουσία πολιτικών διώξεων σε αντιφρονούντες (φυλακίσεις, βασανιστήρια κλπ).
Σε αυτόν τον, μάλλον φτωχό, απολογισμό θεωρώ ότι συμπυκνώνεται η γενική γνώση επί του θέματος. Είναι δυνατόν να αντιλαμβανόμαστε την περιλάλητη και χιλιοτραγουδισμένη δημοκρατία απλά σαν το αντίθετο του ολοκληρωτισμού; Δεν μπορεί, θα υπάρχει κι άλλο σκέφτηκα και γι' αυτό ανέτρεξα στα βιβλία:
Κατά τον Russell, το μόνο φιλοσοφικό ρεύμα που υποστηρίζει θεωρητικά τη δημοκρατία, και ταιριάζει μαζί της ως προς την ηπιότητα της σκέψης, είναι ο εμπειρισμός (empiricism). Ο Locke –θεμελιωτης του εμπειρισμού- τονίζει τη σύνδεση του με το φιλελεύθερο πνεύμα, την ανεκτικότητα και την αντίθεση του στην απόλυτη μοναρχία. Θεωρεί ότι οι γνώσεις μας είναι αβέβαιες, θέλοντας να υποδείξει ότι πάντα υπάρχει η πιθανότητα να σφάλλουμε και ότι την πιθανότητα αυτή πρέπει να την έχουμε υπόψη στις συζητήσεις με ανθρώπους που έχουν διαφορετικές απόψεις.
Η φιλελεύθερη (liberal) πολιτική σκέψη είναι προιόν του εμπορίου. Στην αρχαία Αθήνα εμφανίστηκε όταν εκείνη ανέπτυξε έντονη εμπορική δραστηριότητα με άλλες πόλεις της Μεσογείου. Πολύ αργότερα, το Μεσαίωνα, αναβίωσε στις πόλεις της Λομβαρδίας. Αργότερα ακολούθησαν η Αγγλία, η Ολλανδία, η Αμερική.
Το εμπόριο φέρνει σε επαφή ανθρώπους διαφορετικών πολιτισμικών καταβολών και έτσι καταστρέφει τον δογματισμό του αταξίδευτου. Επίσης η ελεύθερη διαπραγμάτευση μεταξύ αγοραστή και πωλητή είναι πιό αποδωτική όταν ο ένας κατανοεί την άποψη του άλλου.
Το φιλελεύθερο σκεπτικό είναι αυτό της ανεκτικότητας και ελευθερίας- όσο η δημόσια τάξη επιτρέπει, της μετριοπάθειας και της απουσίας φανατισμού στα πολιτικά προγράμματα. Οι φανατικές εμμονές καθιστούν αδύνατους τους δημοκρατικούς θεσμούς. Ο πραγματικός Φιλελεύθερος δε λέει «αυτό είναι αλήθεια», αλλά «τείνω να πιστέψω ότι υπό τις παρούσες συνθήκες αυτή η άποψη είναι πιθανότατα η καλύτερη».
Τις παραπάνω απόψεις εκθέτει ο Russell στο δοκίμιο του “Philosophy and Politics”. Την άρρηκτη σχέση δημοκρατίας και φιλοσοφίας υπογραμμίζει ο Καστοριάδης (βλ. Η αρχαία ελληνική δημοκρατία και η σημασία της για εμάς σήμερα): “Κοινή ρίζα της δημοκρατίας και της φιλοσοφίας είναι η αμφισβήτηση”. Ο φιλόσοφος αμφισβητεί τις δεισιδαιμονίες του παρελθόντος και η δημοκρατία την «ελέω Θεού» (ή Θεών) εξουσία του μονάρχη. “Στην αρχαία Ελλάδα, η φιλοσοφία ήταν η φιλοσοφία των πολιτών που συζητούν στην αγορά με άλλους πολίτες (και όχι φιλοσοφία των ιερατείων ή των αυλικών). […] Η αμοιβαία γονιμοποίηση του πολιτικού κινήματος με την φιλοσοφική ερώτηση είναι το στοιχείο ακριβώς που χαρακτηρίζει τη δημοκρατική πόλη. Από τη μία οι φιλόσοφοι ασχολούνται με τα πολιτικά ερωτήματα και από την άλλη η ίδια η πολιτική ζωή αναγκάζει τις αναζητήσεις να πάνε βαθύτερα: ποιός άρχει, πως νομιμοποιείται η εξουσία εκείνου που άρχει, είναι δίκαιο να άρχουν οι λίγοι ή οι πολλοί, τι σημαίνει δίκαιο, κλπ.”
Στη συνέχεια παρουσιάζει τα βασικά χαρακτηριστικά της πρώτης δημοκρατίας στην Ιστορία:
- Ο δήμος ασκεί την εξουσία, και την ασκεί ως άμεση δημοκρατία, χωρίς αντιπροσώπους. Τα πάντα (πόλεμος, ειρήνη, συμμαχίες, δημόσια έργα, κτίσιμο Παρθενώνα) αποφασίζονταν στην Εκκλησία του Δήμου.
- Τα δικαστήρια δεν ήταν επαγγελματικά. Οι δικαστές ήταν κληρωτοί.
- Στις περιπτώσεις που χρειαζόταν να ανατεθούν αξιώματα, αυτό γινόταν με κλήρωση. Μόνο στα πεδία που χρειαζόταν εξειδικευμένη γνώση (π.χ στρατηγοί) κατέφευγαν στις εκλογές για την επιλογή των αρχόντων. Και σε αυτή την περίπτωση ήταν ανακλητοί (ο δήμος μπορούσε να τους ανακαλέσει αν το έκρινε σκόπιμο).
- Δεν υπάρχουν αρμόδιοι στον πολιτικό τομέα•η γνώμη όλων βαραίνει τι ίδιο. Δεν υπάρχει κάποια επιστήμη ή τέχνη, η γνώση της οποίας να καθιστά κάποιους καλύτερους κυβερνήτες.
Αυτά λέει η θεωρία, που στα γρήγορα συνοψίζονται στα εξής δομικά στοιχεία της δημοκρατίας:
Μετριοπάθεια, ανεκτικότητα στο διαφορετικό, αμφισβήτηση, πολίτες που σκέφτονται, φιλοσοφούν, συζητούν και συμμετέχουν άμεσα στη λήψη αποφάσεων και την κυβέρνηση.
Τι συμβαίνει, στην πράξη, στις σύγχρονες δημοκρατίες; Κατ’αρχήν δεν είναι άμεσες αλλά αντιπροσωπευτικές. Ο Καστοριάδης (πάλι) αναφέρει σχετικά: “Από τη στιγμή που αναθέτει κανείς την εξουσία σε ορισμένους ανθρώπους, έχει μόνος του αλλοτριωθεί πολιτικά. Ο Ρουσσώ έγραφε για τους Άγγλους (γιατί τότε μόνο η Αγγλία έιχε κοινοβούλιο): Οι Άγγλοι νομίζουν ότι είναι ελεύθεροι επειδή εκλέγουν τους βουλευτές τους• είναι ελεύθεροι μια μέρα στα πέντε χρόνια. Ο Ρουσσώ είναι ενδοτικός: στην πραγματικότητα οι επιλογές που έχει κανείς την ημέρα των εκλογών έχουν προκαθοριστεί από τα προηγούμενα πέντε χρόνια (από τον εκλογικό νόμο, τα υπάρχοντα κόμματα, τους υποψηφίους).”
Σε αυτή την πολιτική αλλοτρίωση ωφείλεται, πιθανότατα, αυτό που παρατηρεί σε ένα άλλο του κείμενο (Το Πρόβλημα της Δημοκρατίας σήμερα): “Οι λαοί σήμερα βρίσκονται σε μια κατάσταση πολιτικής απάθειας, ιδιωτικοποίησης, ανευθυνότητας, κυνισμού, αδιαφορίας για τα κοινά και τα πολιτικά και γενικότερα μιας στάσης απέναντι τόσο στην ιδιωτική όσο και στην κοινή ζωή τους που είναι περίπου μια στάση αποχαύνωσης μέσα στον καταναλωτικό και τηλεοπτικό αυνανισμό. Η σημερινή κατάσταση δεν είναι απλώς αποτέλεσμα συνωμοσιών, δολοπλοκιών, χειραγώγησης εκ μέρους των κυρίαρχων στρωμάτων. Εάν τα κυρίαρχα στρώματα μπορούν να κάνουν αυτά που κάνουν είναι ακριβώς γιατί οι λαοί μένουν απαθείς, ή το πολύ σηκώνουν τους ώμους τους λέγοντας, «τους ξέρουμε, είναι όλοι οι ίδιοι οι παλιάνθρωποι»“. Για αυτούς τους λόγους θεωρεί ότι οι σύγχρονες δημοκρατίες είναι τέτοιες μόνο κατ’όνομα. “Εγώ τις ονομάζω φιλελεύθερες ολιγαρχίες”, καταλήγει.[1]
Κατόπιν αυτών, δεν είναι να απορεί κανείς που η κατάσταση έχει αντίστραφεί πλήρως σε σχέση με την δημοκρατία της αρχαίας Αθήνας και η εξουσία έχει φύγει από τα χέρια των πολιτών και έχει περάσει στους τεχνοκράτες (στην καλύτερη περίπτωση) ή σε κάθε λογής επαγγελματίες πολιτικούς, πολιτικάντηδες, δημαγωγούς, αχυρανθρώπους των κυρίαρχων στρωμάτων (συνήθως). Εκείνο που εκπλήσσει είναι η διαπίστωση ότι η αποποίηση της εξουσίας από την πλευρά του λαού και ο αυτο-υποβιβασμός του πολίτη στην κατάσταση του υπηκόου [2]είναι, ως ένα βαθμό, οικιοθελής.
Μήπως η τεμπελιά μας είναι ισχυρότερη από την επιθυμία μας για ελευθερία; Κάτι μου θυμίζει όμως αυτό... Α, ναι!
"Πρέπει να διαλέξουμε ανάμεσα στην ελευθερία και την οκνηρία", Θουκιδύδης
[1] Στα αγγλικά και σε άλλες γλώσσες υπάρχει η διάκριση ανάμεσα στον όρο "democracy" που αναφέρεται στην "άμεση δημοκρατία" και τον όρο "republic" που αποδίδει την "αντιπροσωπευτική" ή "κοινοβουλευτική" δημοκρατία. Η ταύτιση των δύο εννοιών, αν και συνηθισμένη, είναι λανθασμένη και προκαλέι σύγχιση.
[2] Ενδεικτικό του πόσο αυτονόητη ήταν στην αρχαιότητα η συμμετοχή των πολιτών στα κοινά είναι ότι η λέξη “ιδιώτης” (εκείνος που απέχει από τα κοινα) κατέληξε να σημαίνει “ανόητος” (προφανώς γιατί μόνο κάποιο άτομο περιορισμένης νοημοσύνης “ιδιώτευε”)- εξ’ου και η αγγλική λέξη “idiot” (βλ. ετυμολογικό λεξικό Μπαμπινιώτη).
Friday, February 3, 2012
Σκέψου και πράξε!
Μια πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξη του Χαρίδημου K. Τσούκα, καθηγητή Στρατηγικής Διοίκησης στο Πανεπιστήμιο Κύπρου και Οργανωσιακής Θεωρίας στο Πανεπιστήμιο Warwick της Μεγάλης Βρετανίας στην εκπομπή "Στα Άκρα".
Η διαυγής σκέψη αναλύει το "ελληνικό πρόβλημα":
Η διαυγής σκέψη αναλύει το "ελληνικό πρόβλημα":
ΣΤΑ ΑΚΡΑ Χαρίδημος Τσούκας from Αντίφωνο (antifono.gr) on Vimeo.
Tuesday, January 24, 2012
Κ. Καστοριάδης: Είμαστε υπεύθυνοι για την Ιστορία μας
Απόσπασμα από συνέντευξη του Κ. Καστοριάδη (είχε δημοσιευθεί στην "Ελευθεροτυπία").
Θα μπορούσε να είναι η σύνοψη της πολιτικής ιστορίας της Ελλάδας, από την αρχαιότητα ως σήμερα, σε λίγες γραμμές:
Συχνά λέγεται ότι η Ελλάδα είναι «προβληματική», στην Ελλάδα «όλα γίνονται στον αέρα», «χωρίς προγραμματισμό», «χωρίς βάρος».
Με τέτοιες διαπιστώσεις συμφωνούν πολλοί. Αλλά περιορίζονται συνήθως μόνον στις διαπιστώσεις...
Γνωρίζω ότι η ελληνική κατάσταση σας απασχολεί βαθειά. Ποια είναι η ερμηνεία σας για όσα συμβαίνουν;
Γιατί συμβαίνουν έτσι τα πράγματα στην Ελλάδα; Ποιες οι βαθύτερες αιτίες;
Κ.Κ.: Πρώτον, δεν ξέρω. Δεύτερον, στο μέτρο που μπορώ να ξέρω κάτι,είναι ότι η πολιτική ζωή του ελληνικού λαού τελειώνει περίπου το 404 π.Χ.
Νομίζω ότι θα ενοχλήσει πολύ αυτή η διατύπωσή σας...
Κ.Κ.: Τι να κάνουμε... Μιλώ για την πραγματική πολιτική ζωή του λαού ως αυτόνομου παράγοντα. Δεν μιλώ για μάχες, για αυτοκράτορες, για Μεγαλέξανδρους και Βασίλειους Βουλγαροκτόνους. Μετά τον 5ο π.Χ. αιώνα και την αυτοκυβέρνηση του λαού στις δημοκρατικές πόλεις -και πάντως, μετά τον περίεργο 4ο π.Χ. αιώνα- η ελληνική ελευθερία πεθαίνει. Οι ελληνικές πόλεις γίνονται υποχείριες των βασιλέων της Μακεδονίας. Βεβαίως, ο Αλέξανδρος και οι διάδοχοι του παίζουν έναν κοσμοϊστορικό ρόλο. Κατακτούν την Ασία και την Αίγυπτο. Διαδίδουν την ελληνική γλώσσα και παιδεία. Αλλά πολιτική ζωή, πλέον, δεν υπάρχει. Τα βασίλεια των διαδόχων του Αλεξάνδρου, ως πολιτική συγκρότηση, είναι ουσιαστικά μοναρχίες. Εξ άλλου, καθώς ξέρουμε, ο ίδιος ο Αλέξανδρος αντιμετώπισε στασιασμό των Ελλήνων που είχε πάρει μαζί του, διότι ήθελε να τους υποχρεώσει να γονυπετούν μπροστά του, όπως οι Πέρσες μπροστά στον Μεγάλο Βασιλέα - πράγμα ανθελληνικότατο. Σε όλη τη διάρκεια της ελληνιστικής εποχής οι ελληνικές πόλεις, με λίγες περιθωριακές και παροδικές εξαιρέσεις, αποτελούν παιχνίδια στα χέρια των ελληνιστικών δυναστειών. Ακολουθεί η ρωμαϊκή κατάκτηση, κάτω από την οποία οι ελληνικές πόλεις δεν έχουν παρά μόνον κοινοτική ζωή. Κατόπιν, έρχεται η βυζαντινή αυτοκρατορία. Το Βυζάντιο είναι μια ανατολική, θεοκρατική μοναρχία.
Στο Βυζάντιο η πολιτική ζωή περιορίζεται στις ίντριγκες της Κωνσταντινούπολης, του αυτοκράτορα, των «δυνατών» και των ευνούχων της αυλής. Και βεβαίως, τα σχολικά μας βιβλία δεν αναφέρουν ότι στη βυζαντινή αυλή υπήρχαν ευνούχοι, όπως σ' αυτήν του Πεκίνου...
Όλα αυτά αφορούν ένα πολύ μακρινό ιστορικό παρελθόν. Η Ελλάδα ωςσύγχρονο νεοελληνικό κράτος έχει, ήδη, ιστορία εκατόν εβδομήντα ετών. Θα θέλατε να επικεντρώσετε σ' αυτήν την περίοδο;
Κ.Κ.: Μα, αυτή η περίοδος είναι ακατανόητη χωρίς τους είκοσι έναν αιώνες ανελευθερίας που προηγήθηκαν. Λοιπόν, μετά το Βυζάντιο έρχεται η τουρκοκρατία. Μην ανησυχείτε, δεν θα μπω σε λεπτομέρειες. Θα αναφέρω μόνον ότι επί τουρκοκρατίας όση εξουσία δεν ασκείται απ'ευθείας από τους Τούρκους, ασκείται από τους κοτζαμπάσηδες (τους εντολοδόχους των Τούρκων), οι οποίοι κρατούν τους χωριάτες υποχείριους. Συνεπώς, ούτε σ' αυτήν την περίοδο μπορούμε να μιλήσουμε για πολιτική ζωή. Όταν αρχίζει η Επανάσταση του 1821, διαπιστώνουμε από τη μια μεριά τον ηρωισμό του λαού και από την άλλη, σχεδόν αμέσως, την τεράστια αδυναμία να συγκροτηθεί μια πολιτική κοινωνία. Την επομένη της πτώσης της Τριπολιτσάς αρχίζουν οι εμφύλιοι πόλεμοι.
Πού οφείλεται αυτή η «τεράστια αδυναμία να συγκροτηθεί μια πολιτική κοινωνία»; Ποίοι είναι οι λόγοι;
Κ.Κ.: Ουδείς μπορεί να δώσει απάντηση στην ερώτηση, για ποιον λόγο, κάποιος, σε μιαν ορισμένη στιγμή, δεν δημιούργησε κάτι. Η συγκρότηση ενός λαού σε πολιτική κοινωνία δεν είναι δεδομένη, δεν είναι κάτι που χαρίζεται, αλλά κάτι που δημιουργείται. Μπορούμε απλώς να διαπιστώσουμε ότι, όταν απουσιάζει μια τέτοια δημιουργία, τα χαρακτηριστικά της προηγούμενης κατάστασης διατηρούνται ή αλλάζουν μόνο μορφή.
Και ποια είναι τα χαρακτηριστικά αυτά στην ελληνική περίπτωση;
Κ.Κ.: Ορισμένα τα εντοπίζουμε, ήδη, στους εμφύλιους πολέμους της Επανάστασης του 1821. Βλέπουμε, για παράδειγμα, ότι η νομιμοφροσύνη και η αλληλεγγύη έχουν τοπικό ή τοπικιστικό χαρακτήρα, ισχυρότερο συχνά από τον εθνικό. Βλέπουμε, επίσης, ότι οι πολιτικές κατατάξεις και διαιρέσεις είναι συχνά σχετικές με τα πρόσωπα των «αρχηγών» και όχι με ιδέες, με προγράμματα, ούτε καν με «ταξικά» συμφέροντα. Ένα ακόμη χαρακτηριστικό είναι η στάση απέναντι στην εξουσία. Στην Ελλάδα, μέχρι και σήμερα, το κράτος εξακολουθεί να παίζει τον ρόλο του ντοβλετιού, δηλαδή μιας αρχής ξένης και μακρινής, απέναντι στην οποία είμαστε ραγιάδες και όχι πολίτες. Δεν υπάρχει κράτος νόμου και κράτος δικαίου, ούτε απρόσωπη διοίκηση που έχει μπροστά της κυρίαρχους πολίτες. Το αποτέλεσμα είναι η φαυλοκρατία ως μόνιμο χαρακτηριστικό. Η φαυλοκρατία συνεχίζει την αιωνόβια παράδοση της αυθαιρεσίας των κυρίαρχων και των «δυνατών»: ελληνιστικοί ηγεμόνες, Ρωμαίοι ανθύπατοι, Βυζαντινοί αυτοκράτορες, Τούρκοι πασάδες, κοτζαμπάσηδες, Μαυρομιχάληδες, Κωλέττης, Δηλιγιάννης...
Εξαιρέσεις δεν βλέπετε να υπάρχουν; Εξαιρέσεις εντοπισμένες κυρίως στον 19ο και στον 20ό αιώνα;
Κ.Κ.: Ε, υπάρχουν δυο-τρεις εξαιρέσεις: ο Τρικούπης, ο Κουμουνδούρος, το βενιζελικό κίνημα στην πρώτη περίοδο του. Αλλά τα όποια αποτελέσματα τους καταστράφηκαν από τη δικτατορία του Μεταξά, την Κατοχή, τον Εμφύλιο, τον ρόλο του παλατιού, τη δικτατορία της 21ης Απριλίου, την πασοκοκρατία. Στο μεταξύ, μεσολάβησε ο σταλινισμός που κατόρθωσε να διαφθείρει και να καταστρέψει αυτό που πήγαινε να δημιουργηθεί ως εργατικό και λαϊκό κίνημα στην Ελλάδα. Τα αποτελέσματα τα πληρώνουμε ακόμη. Μου ζητάτε να σας εξηγήσω... Μπορείτε να μου εξηγήσετε εσείς γιατί οι Έλληνες, που σκοτώνονταν εννέα χρόνια, για να απελευθερωθούν από τους Τούρκους, θέλησαν αμέσως μετά έναν βασιλιά; Και γιατί, αφού έδιωξαν τον Όθωνα, έφεραν τον Γεώργιο; Και γιατί μετά ζητούσαν «ελιά, ελιά και Κώτσο βασιλιά»;
Μα, οι δικές σας απαντήσεις ενδιαφέρουν ιδίως όταν αφορούν ερωτήματα που εσείς θέτετε, θα θέλατε, λοιπόν, να διατυπώσετε τις απόψεις σας;
K.K.: Σύμφωνα με την παραδοσιακή «αριστερή» άποψη, όλα αυτά τα επέβαλαν η Δεξιά, οι κυρίαρχες τάξεις και η μαύρη αντίδραση. Μπορούμε όμως να πούμε ότι όλα αυτά τα επέβαλαν στον ελληνικό λαό ερήμην του ελληνικού λαού; Μπορούμε να πούμε ότι ο ελληνικός λαός δεν καταλάβαινε τι έκανε; Δεν ήξερε τι ήθελε, τι ψήφιζε, τι ανεχόταν; Σε μιαν τέτοια περίπτωση αυτός ο λαός θα ήταν ένα νήπιο... Εάν όμως είναι νήπιο, τότε ας μη μιλάμε για δημοκρατία. Εάν ο ελληνικός λαός δεν είναι υπεύθυνος για την ιστορία του, τότε, ας του ορίσουμε έναν κηδεμόνα... Εγώ λέω ότι ο ελληνικός λαός -όπως και κάθε λαός- είναι υπεύθυνος για την ιστορία του, συνεπώς, είναι υπεύθυνος και για την κατάσταση, στην οποία βρίσκεται σήμερα.
Πώς την εννοείτε αυτήν την ευθύνη;
Κ.Κ.: Δεν δικάζουμε κανέναν. Μιλάμε για ιστορική και πολιτική ευθύνη. Ο ελληνικός λαός δεν μπόρεσε έως τώρα να δημιουργήσει μια στοιχειώδη πολιτική κοινωνία. Μια πολιτική κοινωνία, στην οποία, ως ένα μίνιμουμ, να θεσμισθούν και να κατοχυρωθούν στην πράξη τα δημοκρατικά δικαιώματα τόσο των ατόμων όσο και των συλλογικοτήτων.
Θέλετε να πείτε ότι αντιθέτως σε άλλες χώρες, στη Δυτική Ευρώπη...
Κ.Κ.: Εκεί, αυτό έγινε! Ο μακαρίτης ο Γιώργος Καρτάλης έλεγε κάνοντας μου καζούρα στο Παρίσι το 1956: «Κορνήλιε, ξεχνάς ότι στην Ελλάδα δεν έγινε Γαλλική Επανάσταση». Πράγματι, στην Ελλάδα δεν έχει υπάρξει εποχή που ο λαός να έχει επιβάλει, έστω και στοιχειωδώς, τα δικαιώματα του. Και η ευθύνη, για την οποία μίλησα, εκφράζεται με
την ανευθυνότητα της παροιμιώδους φράσης: «εγώ θα διορθώσω το ρωμέικο;». Ναι, κύριε, εσύ θα διορθώσεις το ρωμέικο, στον χώρο και στον τομέα όπου βρίσκεσαι.
[...]
Στη συνέχεια αναφέρεται στο «μακεδονικό»:
Κ.Κ.: Οι Έλληνες δημαγωγοί χειρίστηκαν αυτό το θέμα με ελεεινό τρόπο, που μπορεί να έχει πολύ άσχημες επιπτώσεις στο μέλλον της χώρας.
Οι Έλληνες δημαγωγοί;
Κ.Κ.: Ναι, αυτοί οι θεωρούμενοι ως πολιτικοί αρχηγοί, και πρώτοι- πρώτοι οι κ.κ. Παπανδρέου και Σαμαράς με τη σωβινιστική εδώ και δύο χρόνια πλειοδοσία τους, στην οποία η τότε κυβέρνηση δεν τόλμησε να αντισταθεί.
-------------------------------------------------------------------
Η συνέντευξη αυτή δόθηκε το 1994! Αν είναι τόσο οδυνηρά επίκαιρη είναι γιατί ο στοχαστής έβλεπε εγκαίρως αυτά που εμείς, μόνο μετά την μεγάλη καταστροφή αρχίζουμε
υποψιαζόμαστε.
Στέκομαι στον κεντρικό συλλογισμό:
"Εγώ λέω ότι ο ελληνικός λαός -όπως και κάθε λαός- είναι υπεύθυνος για την ιστορία του, συνεπώς, είναι υπεύθυνος και για την κατάσταση, στην οποία βρίσκεται σήμερα."
Άλλος ένας φιλόσοφος (όπως και ο Russell, δες το: περί "αγέλης" ) που μας λέει κατάμουτρα: μούτζωσε όσο θέλεις τη Βουλή, βρίσε όσο θέλεις τους πολιτικούς, να ξέρεις όμως ότι αν η κοινωνία που ζείς είναι σάπια, έχεις βάλει και εσύ (και ο πατέρας σου, η μάνα σου, οι φίλοι σου) το χεράκι σου. Και αν θέλεις κάτι να αλλάξει, μην περιμένεις από κανέναν άλλο να το κάνει για σένα!
Όπως είπε και ο Καστοριάδης: "Ναι, κύριε, εσύ θα διορθώσεις το ρωμέικο, στον χώρο και στον τομέα όπου βρίσκεσαι."
Δεν χάνουν ευκαιρία να μας θυμίσουν ότι εδώ γεννήθηκε η Δημοκρατία, κανείς δεν μας δίδαξε όμως ότι είναι δύσκολο και απαιτητικό πολίτευμα: "Σε μιαν τέτοια περίπτωση αυτός ο λαός θα ήταν ένα νήπιο... Εάν όμως είναι νήπιο, τότε ας μη μιλάμε για δημοκρατία."
___________________________________________________________________
Βρέθηκε και το σχετικό άρθρο του Ράμφου (Το Βήμα, http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=436998):
Η ευκαιρία ενός χαµένου χρόνου
Ολες οι προσεγγίσεις της «δηµοσιονοµικής» µας κρίσεως υπογραµµίζουν τον αρνητικό παράγοντα της ελληνικής νοοτροπίας, αλλά δεν προχωρούν. Μου θυµίζουν τον λόγο του Αυγουστίνου για τον χρόνο: Βιώνουν το πρόβληµα, όµως δεν µπορούν να το εξηγήσουν.
Η κρίση που ζούµε έχει οικονοµικοπολιτική επιφάνεια και πνευµατικό βάθος. Το κατανοούν πλέον πολλοί. Αν ήταν απλώς οικονοµικοπολιτική θα περιοριζόταν σε ιδιοτελείς επιλογές ενός ανίκανου και διεφθαρµένου πολιτικού συστήµατος και σε οργανωτικά του προβλήµατα. ∆εν θα είχαµε κράτος πελατειακών σχέσεων και κοινωνία κυριαρχίας δεσµών συγγενείας, εντοπιότητος και συντεχνιακών συµφερόντων. Οι τελευταίοι αποτυπώνουν τα προνεωτερικά θεµέλια του πολιτικού µας συστήµατος και συντηρούν ένα παιδισµό συναισθηµατικής υπερβολής και µειωµένης κριτικής δυνάµεως, που αναπαράγει µία µερικώτατη συλλογική και ατοµική συνείδησι. Εάν στα πνευµατικά ζητήµατα είναι µέρος της λύσεως η κατανόησί τους, εν προκειµένω βοηθεί την κατανόησι η συνεκτίµησι των ιστορικών δεδοµένων.
Ενας μεσαιωνικός θεσμός
Η υπονόµευσι της πολιτικής κοινωνίας αρχίζει µε την επανάστασι του ‘21 και παίρνει την µορφή εµφύλιας συγκρούσεως µεταξύ των οπλαρχηγών και των Φαναριωτών: Οι επιχώριες µερικές εξουσίες αντιστέκονται στην ιδέα της νεοελληνικής κρατικής υποστάσεως, µε τα δικαιώµατα και τις υποχρεώσεις που αυτό συνεπάγεται για τους πολίτες. Πίσω από τους τοπάρχες και τους πολεµάρχους ενεργεί σαν σκιά ο µεσαιωνικός θεσµός της χωρικής κοινότητος _ τα κλειστά συστήµατα του τόπου και του αίµατος, που δεν ανεγνώριζαν άλλους κανόνες από τα ήθη της παραδόσιµης ιεραρχικής εξουσίας των προεστών. Τα απλά µέλη των κοινοτήτων δεν είχαν ανθρώπινα δικαιώµατα, ώστε να γίνουν _ και να νοιώσουν _ αργότερα ελεύθεροι και υπεύθυνοι πολίτες. Να σηµειώσω πως η χωρική κοινότης στο Βυζάντιο έµεινε µέχρι τέλους κυρίαρχη κοινωνική συσσωµάτωσι, καθώς η ανάπτυξι των πόλεων κατά τον 11ο και 12ο αιώνα δεν σταθεροποιήθηκε, όπως στην ∆ύσι, η δε τάσι προς εξατοµίκευσι εν τέλει έµεινε άπρακτη, πράγµα το οποίο ωδήγησε στην παρακµή και έριξε το Βυζάντιο στην αγκαλιά της Οθωµανικής αυτοκρατορίας. Εν αντιθέσει πάλι προς την ∆ύσι, η κοινή αλήθεια της πίστεως δεν βρέθηκε τρόπος να χωρέση την αλήθεια της κρίσεως, ώστε να διαπλασθή µε τον χρόνο η πλατύτερη ενεργότερη συνείδησι του νεωτέρου ανθρώπου και να διαµορφωθούν συνθήκες για πολιτική οργάνωσι της κοινωνίας. Η αποτυχία της Βυζαντινής Αναγεννήσεως είχε αίτια και στο απώτερο παρελθόν, τα οποία σχετίζονται µε την ίδια την υφιστάµενη εκεί αντίληψι του χρόνου. Ο κοινωνικός χρόνος αποτελεί µέσον οργανώσεως και προσανατολισµού των σκοπών του ανθρώπου ως ατόµου και συνόλου, πεδίο τροπής της φύσεως σε πολιτισµό, εντάξεώς της στις προοπτικές µας. Εξ ου και πίσω από τους συσχετισµούς δυνάµεων δρουν καθοριστικά οι συσχετισµοί των χρόνων.
Εξηγούµαι: Ο αρχέγονος χριστιανισµός έφερνε µαζί του την παλαιοδιαθηκική έννοια του εσχατολογικού προφητικού χρόνου, προσθέτοντας στην αναµενόµενη έλευσι του Μεσσία το καινοδιαθηκικό άγγελµα της ενανθρωπήσεως του Χριστού. Η ελπίδα για το µέλλον µπορούσε έτσι να βασίζεται σε κάτι το οποίο είχε ιστορικά συµβή. Μιλούµε για ένα χρόνο κινούµενο ευθύγραµµα προς τα εµπρός, συνδετικό στο παρόν του παρελθόντος και του µέλλοντος µε ένα «ήρθε και έρχεται».
Ο ρόλος της Εκκλησίας
Αυτή η χαρακτηριστικά εγχρονική αντίληψι, από τον 2ο αιώνα τείνει να µεταβληθή σε πρόβληµα της σχέσεως χρόνου και κοσµικής αιωνιότητας. Υπό την επίδρασι του Στωικισµού και αργότερα του Νεοπλατωνισµού, η ιστορική-εσχατολογική πίστι της χριστιανικής κοινότητος εξελληνίσθηκε, εις τρόπον ώστε προς τον 3ο αιώνα να συνδυασθή µε την κυκλικότητα του κοσµικού χρόνου. Εκτοτε η Εκκλησία άρχισε να επαναλαµβάνη λειτουργικά τα γεγονότα του ιστορικού παρελθόντος, που περιέγραφαν τα Ευαγγέλια και όχι µόνο, ως γεγονότα λατρείας και πίστεως.
Ετσι εκεί που ο πιστός ξαναζούσε την Κυριακή και στις γιορτές το ιστορικό παρελθόν στο οποίο χρωστούσε τον πνευµατικό εαυτό του, ο λειτουργικός τύπος ανοίχτηκε στην αστρική παράµετρο των εθνικών εορτών _ τα Χριστούγεννα µε την λατρεία του Μίθρα κατά το χειµερινό ηλιοστάσιο ή το Πάσχα µε την εαρινή αναγέννησι της φύσεως. Υπό τέτοιους όρους δεν ήταν δύσκολο η λειτουργική πρακτική να υποκατασταθή στην πραγµατικότητα των ιστορικών γεγονότων και αντί το γεγονός να προκαλή την γιορτή, η γιορτή να δηµιουργή τα γεγονότα. Σ’ αυτή την περίπτωσι η ιστορική µοναδικότητα των γεγονότων, αντί να επανέρχεται σε κάθε ευχαριστιακή σύναξι ως ανάµνησι, κατέληξε να επαναλαµβάνεται ως τακτική συγκέντρωσι πιστών στην διάρκεια του έτους. Το «µεµνηµένοι τοίνυν της σωτηρίου ταύτης εντολής, και πάντων των υπέρ ηµών γεγενηµένων» υπάγεται στην «προσφορά της λογικής και αναίµακτης λατρείας», διά της οποίας «δεόµεθα και ικετεύοµεν» τον Θεό, να «καταπέµψη το Πνεύµα του το Αγιο» στο εκκλησίασµα και τα δώρα του _ τον άρτο και τον οίνο. Λέω γνωστά οπωσδήποτε πράγµατα.
Κοινωνικά πισωγυρίσματα
Οµως όταν η λατρεία καταλαµβάνει την ιστορία, µαζί υπεισέρχεται εν είδει αντικειµένου της ένα στοιχείο µυθικό που εύκολα εκβάλλει στην µαγεία. Τότε το ιστορικό παρόν, όπου γιορτάζουν οι πιστοί το έργο του Χριστού και ζητούν τον φωτισµό του Πνεύµατος, γίνεται ασάλευτη αιωνιότης, όχι µεταφορικά αλλά κυριολεκτικά, σαν αδιαφορία για την δηµιουργική ύπαρξι. Αντί να νοηµατοδοτούµε στο παρόν µας την ζωή του Χριστού, επαναλαµβάνουµε τα τυπικά λειτουργικά λόγια και αδειάζουµε το ουσιώδες της λατρείας για την ζωή, η οποία δουλώνεται σε παρόν φαντασιακό, που χαράζει την παθητικότητα µέσα στην ψυχή µας. Εφ’ όσον η σηµασία του ιστορικού παρελθόντος δεν ενεργοποιεί τα τρέχοντα γεγονότα, ο στατικός µύθος της λατρείας το ιεροποιεί και οδηγεί αναγκαστικά σε παράλυσι της ιστορικότητος. Στην συµβατική επανάληψι των ιδρυτικών ευαγγελικών γεγονότων, το παρελθόν τους καταντά απλώς εόρτιο, δηλώνεται δε εµφαντικά µε αχρονική χρήσι του «σήµερον» και του «νυν», που παραπέµπουν σε µια «ζωή αιώνιο». Υπενθυµίζω χάριν παραδείγµατος: Σήµερον της σωτηρίας ηµών το κεφάλαιον• Η Παρθένος σήµερον τον Υπερούσιον τίκτει• Σήµερον κρεµάται επί ξύλου• Νυν πάντα πεπλήρωται φωτός... Ο µυθικός λειτουργικός χρόνος ανακυκλώνεται στον ανιστορικό χρόνο του ναού, την εικόνα της ουράνιας Βασιλείας. Στον ναό υπάρχει µόνο η Βασιλεία• ο ιστορικός χρόνος είναι ανύπαρκτος, ενώ µαζί του εξανεµίζεται και το υποκειµενικό αίσθηµα. Αυτό κατοχυρώνουν άλλωστε και τα τυπικά της µοναστικής βιοτής. Ο χρόνος εδώ αντί να γεννά αγκυλώνει, αν δεν στρέφει προς τα πίσω. Το βλέπουµε και το ζούµε, λίγο-πολύ, στις νοοτροπίες και τις συµπεριφορές πολλών από εµάς, αφού το αρχαίο τούτο πρότυπο ισχύει και σήµερα για πολύ µεγάλο µέρος των Ελλήνων. Αυτό καλούνται να εσωτερικεύσουν οι πιστοί τις Κυριακές και τις γιορτές, και µαζί την ανιστορικότητα που φέρνει• σ’ αυτό θα πρέπει εν πολλοίς να ριζώνη ο φόβος της αλλαγής, της ελευθερίας, της έρευνας, αλλά και η ανασφάλεια που σπρώχνει µαζικά τους Ρωµηούς _ και τους ορθοδόξους λαούς εν γένει _ στον οµαδισµό και την δηµοσιοϋπαλληλία. Και ίσως-ίσως στα ακατάπαυστα κοινωνικά πισωγυρίσµατα, το εθνικό σισύφειό µας έργο.
«Ρεαλιστές» και «αιθεροβάμονες»
Κάθε πισωγύρισµα είναι υποχρεωτική επιστροφή στην προϊστορία µας, οπότε τα πιο τρέχοντα πράγµατα αποκτούν τον χαρακτήρα του ουσιώδους. Το ζήσαµε στον εµφύλιο πόλεµο και στην δικτατορία των συνταγµαταρχών• θα το ξαναζήσουµε _ µη γένοιτο _ αν επιστρέψουµε στην δραχµή. Βεβαίως ο µυθικός χρόνος δεν είναι συλλήβδην προς εξορκισµό. Γίνεται παραδειγµατικός στον ιστορικό χρόνο και εµπνέει κάθε γενναία συλλογική είτε ατοµική προσπάθεια. Η µαυροφόρα που ωδηγούσε τον ελληνικό στρατό στο έπος του ‘40 (και που δεν ξαναφάνηκε µόλις έγινε η εισβολή των Γερµανών) µορφοποιούσε συµβολικά το αίσθηµα µιας πίστεως, η οποία αιµοδοτούσε την υπερβατική πτήσι των ψυχών. Οταν όµως η συµβολική µορφή διεκδική ρόλο περιεχοµένου και πραγµατικότητος, ο µυθικός χρόνος µεταλλάσσεται σε τύπο µαγικό. Τότε κάνει την εµφάνισί της και η παράνοια σε µια λογική δικών µας αγκυλώσεων, φαντασιώσεων, εξωτερικών εχθρών και συνωµοσιών. Στον ανενεργό χρόνο η δύναµι του αρχετύπου µετεωρίζεται και δεν µεταγγίζεται στο παράδειγµα που εκφράζει τον ενεργό µύθο και επιτρέπη να βιώνουµε το ήθος του στο δικό µας παρόν.
Εφ’ όσον έχουν έτσι τα πράγµατα, δεν χρειάζονται δεκαετίες για να διορθωθούν; Και ποιος µπορεί να περιµένη, όχι δεκαετίες αλλά εβδοµάδες απλώς και µήνες _ αν µείνη, µε τα σηµερινά µυαλά, τίποτε όρθιο στον τόπο µας σε λίγο. ∆ιότι µε µειωµένη την συνείδησι του χρόνου δεν σκεπτόµαστε τις συνέπειες των επιλογών µας ούτε τα παθήµατα µάς γίνονται µαθήµατα. Τότε προς τι όλη η προηγούµενη περιδιάβασι στους αιώνες, την στιγµή που χρειάζονται αποφάσεις και προσπάθειες κατεπείγουσες;
Με δεδοµένο ότι οι «ρεαλιστές» κυνηγοί της «αποτελεσµατικότητος» έφεραν την κατάστασι στο απελπιστικό σηµείο που βιώνουµε, αναγνωρίζω το δικαίωµα στον εαυτό µου και σε άλλους «αιθεροβάµονες», να ζητήσουµε το βάθος του προβλήµατος, προκειµένου η κοινωνία να έχη υπ’ όψιν της τις σκέψεις µας, οι δε πολιτικές ηγεσίες να τις υπολογίζουν εντάσσοντας και τις πιο άµεσες παρεµβάσεις τους σε στρατηγική προοπτική. ∆εν προσδοκώ βεβαίως τίποτε από το υφιστάµενο παρηκµασµένο πολιτικό σύστηµα. Θα ήθελα να ελπίζω σε όσους από αυτό κατορθώσουν να υπερβούν το ζοφερό ήθος του και κυρίως να ελπίζω στο διάδοχο σχήµα του. Θα µιλούµε για ανανεωµένο πολιτικό σύστηµα εφ’ όσον εκφράζη εκείνους οι οποίοι θα πάρουν επάνω τους σαν δύναµι τον πόνο της χώρας, ξέροντας ότι όσο δεν αφήνουµε την ζωή κι αυτή δεν µας αφήνει. Ετσι έχει αντίκρυσµα η ευχή: Ευλογηµένος ο καινούργιος χρόνος!
Subscribe to:
Posts (Atom)

