Showing posts with label Greece. Show all posts
Showing posts with label Greece. Show all posts

Friday, March 8, 2019

Πόσο Έλληνας είσαι;



[...] Γιατί δεν μ' αρέσει να παριστάνω τον πολύ Έλληνα. Θέλω να είμαι όσο είμαι. Καιρός είναι η έννοια Έλληνας να δώσει τη θέση της στην έννοια άνθρωπος. Και τότε πιστεύω θα συνδεθούμε με μια πιο βαθιά παράδοση που, κατά σύμπτωση, είναι κι αυτή γνησίως ελληνική.


Μάνος Χατζηδάκις, Ο Καθρεύτης και το Μαχαίρι (από το κείμενο:Η σημασία της παράδοσης στον καιρό μας)

Sunday, June 26, 2016

Ακούγοντας τον Ποιητή



«...γιατί, ενώ οι Εβραίοι υπάκουσαν (έστω και με ιδιαίτερο τρόπο) στη φωνή των προφητών τους, οι Έλληνες έκλεισαν τ' αυτιά τους στη φωνή των φιλοσόφων και των ποιητών τους; Γιατί δεν κατευθύνθηκαν κι αυτοί επίσης προς το άπειρο;», διερωτήθηκε ο Κώστας Αξελός [1].


Στην ίδια κατεύθυνση μας προτρέπει να στραφούμε ένας κορυφαίος γνώστης και λάτρης της ελληνικής γραμματείας που μάλιστα τυχαίνει να είναι -τι όμορφη ειρωνεία!- εβραϊκής καταγωγής. Στην απολαυστική συλλογή δοκιμίων του Daniel Mendelsohn [2] που κυκλοφόρησε πρόσφατα στη γλώσσα μας, δεν περιλαμβάνονται δυστυχώς δύο άρθρα ([3], [4]) που έγραψε με αφορμή τις εθνικές μας περιπέτειες.

Στο πρώτο διαπιστώνει ότι, αντίθετα με τα αγαπημένα στερεότυπα των ΜΜΕ που παρουσιάζουν την ελληνική κρίση σαν αρχαιοελληνικό δράμα (“δρακόντεια μέτρα”, “προκρούστεια πολιτική”, “βγαλμένη από τραγωδία του Ευρυπίδη η σύγκρουση με τους δανειστές” κλπ), η Ελληνιστική περίοδος και το Βυζάντιο προσφέρουν καλύτερο πλαίσιο για να εξεταστεί η νεοελληνική συνθήκη. Ο ποιητικός στοχασμός του Καβάφη -βαθύς γνώστης της Ιστορίας και εμβριθής παρατηρητής της εποχής του- είναι το συνδετικό νήμα που προτείνει.




— Γιατί μέσα στην Σύγκλητο μια τέτοια απραξία;
  Τι κάθοντ’ οι Συγκλητικοί και δεν νομοθετούνε;

        Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
        Τι νόμους πια θα κάμουν οι Συγκλητικοί;
        Οι βάρβαροι σαν έλθουν θα νομοθετήσουν.




Τους στίχους αυτούς από το “Περιμένοντας τους Βαρβάρους” χρησιμοποιεί ως εισαγωγή στο δεύτερο άρθρο με τίτλο “Περιμένοντας τους Βαρβάρους” και η Απενεργοποίηση της Κυβέρνησης.

Το ποίημα, γράφει ο D.M, “ξεκινά με ένα κινηματογραφικό πλάνο επικείμενης εθνικής παρακμής. Σε μια τεράστια πλατεία κάποιας πόλης που δεν κατονομάζεται (Ρώμη; Κωνσταντινούπολη; Δεν έχει σημασία γιατί, έτσι κι αλλιώς, αυτό συμβαίνει ξανά και ξανά παντού), ένα πλήθος έχει συγκεντρωθεί και περιμένει ανήσυχο την άφιξη κάποιων “βαρβάρων” (που επίσης δεν κατονομάζονται). Η κυβέρνηση, όπως δηλώνουν οι αρχικοί στίχοι, έχει τεθεί σε αδράνεια - αν μη τι άλλο γιατί οι ισχυρότεροι άνδρες της χώρας, περιλαμβανομένου του ίδιου του αυτοκράτορα με τους αξιωματούχους του περιφέρονται περιμένοντας του βαρβάρους.”

Και συνεχίζει:

“Ο αυτοκράτορας ετοιμάζεται να προσφέρει μια περγαμηνή με τίτλους πολλούς κι ονόματα στον αρχηγό των βαρβάρων- αν και υποπτευόμαστε ότι ο άξεστος ξένος δε θα νοιαστεί• είναι ξεκάθαρο ότι οι βάρβαροι μπορούν να πάρουν ό,τι θέλουν. Ίσως γι' αυτό οι μόνοι που δεν εκπροσωπούνται στην υποδοχή είναι οι άξιοι ρήτορες που σε όλες τις σημαντικές περιστάσεις έρχονται για να βγάλουνε τους λόγους τους, να πούνε τα δικά τους. Διαισθανόμαστε ότι έχει ξεπεραστεί το στάδιο της συζήτησης και της αντιπαράθεσης επιχειρημάτων. Έτσι κι αλλιώς, παρατηρεί ο Καβάφης, οι βάρβαροι βαρυούντ’ ευφράδειες και δημηγορίες. Στη σιωπή που ακολουθεί, βλέπουμε μόνο τις δυσάρεστες εικόνες που προηγούνται του φημισμένου απρόσμενου τέλους του ποιήματος: τα πρόσωπα του πλήθους ξαφνικά σοβαρεύουν, οι δρόμοι αδειάζουν, οι πολίτες γυρίζουν στα σπίτια τους συλλογισμένοι.

Γιατί αδειάζει ξαφνικά η πλατεία, γιατί σκορπίζεται το πλήθος; Γιατί ενύκτωσε κι οι Βάρβαροι δεν ήλθαν. Μόνο στους δύο τελευταίους στίχους ο ποιητής αφήνει να ξεπηδήσει η έκπληξη του φινάλε: το πλήθος περίμενε με ανυπομονησία τους βαρβάρους: Και τώρα τι θα γενούμε χωρίς βαρβάρους. Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις.


Η πολιτισμική εξουθένωση, η πολιτική απραξία, η διεστραμμένη προσδοκία για μια βίαιη κρίση που ίσως άρει το αδιέξοδο και αναζωογονήσει την πολιτεία: αυτά τα τόσο οικεία σε εμάς θέματα ήταν τα αγαπημένα του Καβάφη. Ήταν άλλωστε κάτοικος της Αλεξάνδρειας, μιας πόλης που είχε υπάρξει έμβλημα πολιτισμικής υπεροχής και που είχε καταστεί ασήμαντη όταν γεννήθηκε εκείνος το 1863. Όταν έχεις δει τόση ιστορία να ξετυλίγεται, τόσο μεγαλείο και τόση παρακμή, έχεις πολύ λίγες προσδοκίες από την ιστορία- δηλαδή από την ανθρώπινη φύση και την πολιτική θέληση. Ποίημα το ποίημα, σε στίχους με θέματα από τους αρχαίους μύθους και την αρχαία ιστορία, ο ποιητής απεικόνισε την αναπόφευκτη αποτυχία των καλύτερων προσπαθειών μας.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα οι στίχοι αυτοί από τους “Τρώες”:

Θαρρούμε πως με απόφασι και τόλμη
θ’ αλλάξουμε της τύχης την καταφορά,
κ’ έξω στεκόμεθα ν’ αγωνισθούμε.

Aλλ’ όταν η μεγάλη κρίσις έλθει,
η τόλμη κι η απόφασίς μας χάνονται·
ταράττεται η ψυχή μας, παραλύει·
κι ολόγυρα απ’ τα τείχη τρέχουμε
ζητώντας να γλυτώσουμε με την φυγή.



Η μεγαλειώδης υπόσχεση, η άθλια πραγματικότητα: αυτός είναι κατά τον Καβάφη ο αναπόφευκτος κύκλος των ανθρώπινων υποθέσεων. Το ενδιαφέρον με αυτόν τον ποιητή είναι ότι δεν κρίνει. Απλώς οι άνθρωποι έτσι είναι.

Πράγματι ο Καβάφης έτρεφε τεράστια συμπάθεια για τους απλούς ανθρώπους που είναι τα θύματα αυτού του τρομερού κύκλου. Έγραψε ένα καταπληκτικό ποίημα, “Το 31 π.Χ στην Αλεξάνδρεια”, για έναν μικροπωλητή που τυχαίνει να φτάσει στην πόλη λίγο μετά την ναυμαχία του Ακτίου στην οποία ο μελλοντικός αυτοκράτορας Αύγουστος κέρδισε τον Αντώνιο και την Κλεοπάτρα. Προσπαθώντας απλώς να πουλήσει την πραμάτεια του περιφέρεται στην πόλη με το πλήθος να “τον σκουντά, τον σέρνει, τον βροντά”. Αδυνατεί να καταλάβει “τι είναι η τρέλα αυτή”• στο τέλος πρέπει να δεχθεί την επίσημη εκδοχή του παλατιού, ότι ο Αντώνιος και η Κλεοπάτρα είχαν νικήσει. Το αστείο είναι ότι στην πιο σημαντική στιγμή της ιστορίας τους ο λαός εξαπατάται από μια ηγεσία που ενδιαφέρεται μόνο για την εικόνα της.”


Ας συγχωρέσουν στο σημείο αυτό ο Καβάφης και ο Mendelsohn την ποταπή μου παρέμβαση, αλλά δεν μπορώ να αντισταθώ στον πειρασμό να αναφέρω ότι το πρώτο πράγμα που φέρνουν στο νου μου οι παραπάνω σκέψεις είναι αυτή η εικόνα:






Επιστροφή στον Αλεξανδρινό:

“Εκείνους που ο ποιητής κρίνει -και κρίνει σκληρά- είναι οι ηγέτες που αποποιούνται τις ευθύνες τους προς τις αρχές και προς τους λαούς τους. Ο Καβάφης δεν είχε σε καμία υπόληψη εκείνους που από προσωπικό συμφέρον ή αυταρέσκεια οδηγούν τον λαό σε επικίνδυνες αυταπάτες. Σε ένα καυστικό ποίημα του 1915 , “Η Διορία του Νέρωνος”, ο διαβόητος αυτοκράτορας λαμβάνει μια προφητεία που τον προειδοποιεί για την ηλικία των εβδομήντα τριών. Ο τριαντάχρονος Ρωμαίος σκέφτεται αυτάρεσκα ότι “είχε καιρόν ακόμα να χαρεί”- αγνοώντας μακαρίως ότι ένας από τους σπουδαίους στρατηγούς του, που έμελλε να συμμετέχει στο πραξικόπημα που θα τον ανέτρεπε, ήταν εβδομήντα τριών ετών.

Τα θεμελιώδη αμαρτήματα σύμφωνα με την ματιά του Καβάφη στην ιστορία και την πολιτική είναι ο εφησυχασμός, η αυταρέσκεια και μια σολιψιστική ανικανότητα να δει κανείς τη μεγάλη εικόνα. Εκείνοι που θαύμαζε ήταν οι πολιτικές μορφές που κάνουν το σωστό ακόμα κι αν γνωρίζουν ότι έχουν μικρές πιθανότητες επιτυχίας: τους μεγάλους “losers” της ιστορίας, αξιολάτρευτους στην άκαρπη αφοσίωση τους στην ηθική συμπεριφορά - ή απλώς αρκετά συνετούς ώστε να γνωρίζουν πότε το παιχνίδι έχει χαθεί. Στο “Απολείπειν ο θεός Αντώνιον”, ένα από τα γνωστότερα ποιήματα (διασκευασμένο από τον Leonard Cohen ως “Alexandra leaving”) σχετικά με το αγαπημένο του πρόσωπο από την ιστορία, ο Καβάφης παροτρύνει τον ηττημένο Ρωμαίο να μην ανωφέλετα θρηνεί για τα έργα σου που απέτυχαν, τα σχέδια της ζωής σου που βγήκαν όλα πλάνες και να μη γελασθείς, μην πεις πως ήταν ένα όνειρο. Αντίθετα, πρέπει να ακούσει με συγκίνησιν το διερχόμενο πλήθος και να αποχαιρετίσει την πόλη -σύμβολο του αυτοκρατορικού του ονείρου- που χάνεις.


Ακόμα μεγαλύτερος είναι ο θαυμασμός του ποιητή για τον “απρόθυμο αυτοκράτορα” του Βυζαντίου, τον Ιωάννη Κατακουζηνό (περιπου 1295-1383). Ο Κατακουζηνός, ένας ευγενής που έμπλεξε σε μια πικρή μάχη ισχύος με μια διεφθαρμένη και καταστροφική αντιβασιλέα, υπήρξε αυτοκράτορας για λίγο, αλλά τελικά αποσύρθηκε σε ένα μοναστήρι όπου έγραφε ιστορία για το υπόλοιπο της ζωής του. Σε ένα ποίημα του 1925 με τίτλο “Από υαλί χρωματιστό” o Καβάφης αφηγείται πως ο αυτοκράτορας και η γυναίκα του αναγκάστηκαν να φορέσουν εμβλήματα φτιαγμένα από γυαλί κατά την στέψη τους γιατί τα αυτοκρατορικά κοσμήματα είχαν ξεπουληθεί από τους άπληστους εχθρούς τους. Όμως για τον ποιητή δεν υπάρχει τίποτα το ντροπιαστικό στα ταπεινά στολίδια, τα οποία φορούσαν σαν σύμβολα τιμής:

“Είναι τα σύμβολα του τι ήρμοζε να έχουν,
του τι εξ άπαντος ήταν ορθόν να έχουν
στην στέψι των…”



Η ήρεμη αποδοχή και ο ρεαλισμός ήταν για τον ιστορικό ποιητή οι μεγαλύτερες αρετές στην πολιτική ζωή, ιδιαίτερα στις ήττες. Δεν είναι τυχαίο ότι τα τέσσερα ποιήματα σχετικά με τον Κατακουζηνό τα έγραψε στο πρώτο μισό της δεκαετίας του 1920, κατά τη διάρκεια και αμέσως μετά την καταστροφική μικρασιατική εκστρατεία. Ο Καβάφης μπορεί να βυθιζόταν στα ιστορικά του βιβλία διάβαζε όμως και εφημερίδες: οι πολιτικές συνέπειες των προσωπικών και εθνικών αυταπατών ήταν απολύτως πραγματικές για τον ποιητή, που από την γεωγραφική και διανοητική οπτική του σε μια αρχαία πόλη, ήξερε ότι τέτοιες αυταπάτες πληρώνονται με αίμα. Αυτό, βεβαίως, δεν έχει αλλάξει με τα χρόνια.

Η αδράνεια φυσικά μπορεί να είναι το ίδιο καταστροφική όσο η δράση κατόπιν λανθασμένων συμβουλών. Γι’ αυτόν τον λόγο η άσκοπη αναμονή που ο Καβάφης παρουσιάζει καταπληκτικά στο “Περιμένοντας τους Βαρβάρους” είναι τόσο κατακριτέα. Το σθένος των ηγετών, η αποτελεσματικότητα της ρητορείας τους, η πολιτική θέληση των πολιτών έχουν τόσο ατροφήσει από την οκνηρία, την πολυτέλεια και τον εφησυχασμό που μόνο σε μια καταστροφή μπορούν να ελπίζουν να ανανεώσει την πολιτεία. Ανάλογα τις πεποιθήσεις του μπορεί κάποιος να μπει στον πειρασμό να αντιστοιχίσει την τωρινή κρίση στους “Βαρβάρους” με πολλούς τρόπους: Είναι οι βάρβαροι οι Δημοκρατικοί ή οι Ρεπουμπλικάνοι;”

Προφανώς τέτοιες αντιστοιχήσεις έρχονται αυτόματα στο μυαλό του Έλληνα αναγνώστη: Είναι οι Βάρβαροι το ένα κόμμα ή το άλλο; Είναι οι ανίκανες ελληνικές κυβερνήσεις ή οι μοχθηροί ξένοι που ευθύνονται για τα δεινά του; Είναι η δημαγωγία των πολιτικών ή η δική του ευπιστία που τον φέρνουν στη θέση του εξαπατημένου;

“Για τον Καβάφη αυτές οι λεπτομέρειες μικρή σημασία έχουν. Το ζήτημα είναι ότι αυτά τα πράγματα συμβαίνουν ξανά και ξανά, και πέραν από οτιδήποτε άλλο μπορεί να σημαίνουν, θέτουν πάντοτε σε δοκιμασία τους χαρακτήρες - μεμονωμένων πολιτικών ή ολόκληρων εθνών. Ειδικά όταν οι βάρβαροι (όποιοι κι αν είναι) βρίσκονται προ των πυλών, όταν η κρίση είναι αναπόφευκτη, είναι τότε που η σωστή δράση είναι η μόνη επιλογή, ανεξάρτητα από τις πιθανότητες επιτυχίας. Ακόμα και στην πολιτική, είναι το ταξίδι που μετράει, όχι ο προορισμός."



Κλείνω όπως ξεκίνησα, με τη σκέψη του Αξελού. Μήπως η αιτία αλλά και το πιο αποκρουστικό πρόσωπο της παρακμής είναι η περιφρόνηση του άπειρου και η αποθέωση του ευτελούς; Ας ακούσουμε επιτέλους τους ποιητές και τους φιλοσόφους μας.



Περιμένοντας τους Bαρβάρους


— Τι περιμένουμε στην αγορά συναθροισμένοι;

Είναι οι βάρβαροι να φθάσουν σήμερα.

— Γιατί μέσα στην Σύγκλητο μια τέτοια απραξία;
Τι κάθοντ’ οι Συγκλητικοί και δεν νομοθετούνε;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
Τι νόμους πια θα κάμουν οι Συγκλητικοί;
Οι βάρβαροι σαν έλθουν θα νομοθετήσουν.


—Γιατί ο αυτοκράτωρ μας τόσο πρωί σηκώθη,
και κάθεται στης πόλεως την πιο μεγάλη πύλη
στον θρόνο επάνω, επίσημος, φορώντας την κορώνα;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
Κι ο αυτοκράτωρ περιμένει να δεχθεί
τον αρχηγό τους. Μάλιστα ετοίμασε
για να τον δώσει μια περγαμηνή. Εκεί
τον έγραψε τίτλους πολλούς κι ονόματα.


— Γιατί οι δυο μας ύπατοι κ’ οι πραίτορες εβγήκαν
σήμερα με τες κόκκινες, τες κεντημένες τόγες·
γιατί βραχιόλια φόρεσαν με τόσους αμεθύστους,
και δαχτυλίδια με λαμπρά, γυαλιστερά σμαράγδια·
γιατί να πιάσουν σήμερα πολύτιμα μπαστούνια
μ’ ασήμια και μαλάματα έκτακτα σκαλιγμένα;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα·
και τέτοια πράγματα θαμπώνουν τους βαρβάρους.


—Γιατί κ’ οι άξιοι ρήτορες δεν έρχονται σαν πάντα
να βγάλουνε τους λόγους τους, να πούνε τα δικά τους;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα·
κι αυτοί βαρυούντ’ ευφράδειες και δημηγορίες.

— Γιατί ν’ αρχίσει μονομιάς αυτή η ανησυχία
κ’ η σύγχυσις. (Τα πρόσωπα τι σοβαρά που εγίναν).
Γιατί αδειάζουν γρήγορα οι δρόμοι κ’ η πλατέες,
κι όλοι γυρνούν στα σπίτια τους πολύ συλλογισμένοι;

Γιατί ενύχτωσε κ’ οι βάρβαροι δεν ήλθαν.
Και μερικοί έφθασαν απ’ τα σύνορα,
και είπανε πως βάρβαροι πια δεν υπάρχουν.

__

Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους.
Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις.




Τρώες


Είν’ η προσπάθειές μας, των συφοριασμένων·
είν’ η προσπάθειές μας σαν των Τρώων.
Κομμάτι κατορθώνουμε· κομμάτι
παίρνουμ’ επάνω μας· κι αρχίζουμε
νάχουμε θάρρος και καλές ελπίδες.

Μα πάντα κάτι βγαίνει και μας σταματά.
Ο Aχιλλεύς στην τάφρον εμπροστά μας
βγαίνει και με φωνές μεγάλες μάς τρομάζει.—


Είν’ η προσπάθειές μας σαν των Τρώων.
Θαρρούμε πως με απόφασι και τόλμη
θ’ αλλάξουμε της τύχης την καταφορά,
κ’ έξω στεκόμεθα ν’ αγωνισθούμε.

Aλλ’ όταν η μεγάλη κρίσις έλθει,
η τόλμη κι η απόφασίς μας χάνονται·
ταράττεται η ψυχή μας, παραλύει·
κι ολόγυρα απ’ τα τείχη τρέχουμε
ζητώντας να γλυτώσουμε με την φυγή.

Όμως η πτώσις μας είναι βεβαία. Επάνω,
στα τείχη, άρχισεν ήδη ο θρήνος.
Των ημερών μας αναμνήσεις κλαιν κ’ αισθήματα.
Πικρά για μας ο Πρίαμος κ’ η Εκάβη κλαίνε.




Το 31 π.X. στην Aλεξάνδρεια


Aπ’ την μικρή του, στα περίχωρα πλησίον, κώμη,
και σκονισμένος από το ταξείδι ακόμη

έφθασεν ο πραγματευτής. Και «Λίβανον!» και «Κόμμι!»
«Άριστον Έλαιον!» «Άρωμα για την κόμη!»

στους δρόμους διαλαλεί. Aλλ’ η μεγάλη οχλοβοή,
κ’ η μουσικές, κ’ η παρελάσεις πού αφίνουν ν’ ακουσθεί.

Το πλήθος τον σκουντά, τον σέρνει, τον βροντά.
Κι όταν πια τέλεια σαστισμένος, «Τι είναι η τρέλλα αυτή;» ρωτά,

ένας του ρίχνει κι αυτουνού την γιγαντιαία ψευτιά
του παλατιού — που στην Ελλάδα ο Aντώνιος νικά.




Η Διορία του Nέρωνος


Δεν ανησύχησεν ο Νέρων όταν άκουσε
του Δελφικού Μαντείου τον χρησμό.
«Τα εβδομήντα τρία χρόνια να φοβάται.»
Είχε καιρόν ακόμη να χαρεί.
Τριάντα χρονώ είναι. Πολύ αρκετή
είν’ η διορία που ο θεός τον δίδει
για να φροντίσει για τους μέλλοντας κινδύνους.

Τώρα στην Pώμη θα επιστρέψει κουρασμένος λίγο,
αλλά εξαίσια κουρασμένος από το ταξείδι αυτό,
που ήταν όλο μέρες απολαύσεως —
στα θέατρα, στους κήπους, στα γυμνάσια ...
Των πόλεων της Aχαΐας εσπέρες ...
A των γυμνών σωμάτων η ηδονή προ πάντων ...


Aυτά ο Νέρων. Και στην Ισπανία ο Γάλβας
κρυφά το στράτευμά του συναθροίζει και το ασκεί,
ο γέροντας ο εβδομήντα τριώ χρονώ.




Απολείπειν ο θεός Aντώνιον


Σαν έξαφνα, ώρα μεσάνυχτ’, ακουσθεί
αόρατος θίασος να περνά
με μουσικές εξαίσιες, με φωνές—
την τύχη σου που ενδίδει πια, τα έργα σου
που απέτυχαν, τα σχέδια της ζωής σου
που βγήκαν όλα πλάνες, μη ανωφέλετα θρηνήσεις.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
αποχαιρέτα την, την Aλεξάνδρεια που φεύγει.
Προ πάντων να μη γελασθείς, μην πεις πως ήταν
ένα όνειρο, πως απατήθηκεν η ακοή σου·
μάταιες ελπίδες τέτοιες μην καταδεχθείς.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
σαν που ταιριάζει σε που αξιώθηκες μια τέτοια πόλι,
πλησίασε σταθερά προς το παράθυρο,
κι άκουσε με συγκίνησιν, αλλ’ όχι
με των δειλών τα παρακάλια και παράπονα,
ως τελευταία απόλαυσι τους ήχους,
τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου,
κι αποχαιρέτα την, την Aλεξάνδρεια που χάνεις.





Από υαλί χρωματιστό


Πολύ με συγκινεί μια λεπτομέρεια
στην στέψιν, εν Βλαχέρναις, του Ιωάννη Καντακουζηνού
και της Ειρήνης Aνδρονίκου Aσάν.
Όπως δεν είχαν παρά λίγους πολυτίμους λίθους
(του ταλαιπώρου κράτους μας ήταν μεγάλ’ η πτώχεια)
φόρεσαν τεχνητούς. Ένα σωρό κομμάτια από υαλί,
κόκκινα, πράσινα ή γαλάζια. Τίποτε
το ταπεινόν ή το αναξιοπρεπές
δεν έχουν κατ’ εμέ τα κομματάκια αυτά
από υαλί χρωματιστό. Μοιάζουνε τουναντίον
σαν μια διαμαρτυρία θλιβερή
κατά της άδικης κακομοιριάς των στεφομένων.
Είναι τα σύμβολα του τι ήρμοζε να έχουν,
του τι εξ άπαντος ήταν ορθόν να έχουν
στην στέψι των ένας Κυρ Ιωάννης Καντακουζηνός,
μια Κυρία Ειρήνη Aνδρονίκου Aσάν.



Το σύνολο του έργου του Καβάφη υπάρχει εδώ.




[1] Η Μοίρα της σύγχρονης Ελλάδας, Κ. Αξελός, εκδ. Νεφέλη
[2] Περιμένοντας τους Βαρβάρους, Ντ. Μέντελσον, εκδ. Πατάκη
[3] http://www.newyorker.com/magazine/2015/07/27/the-right-poem
[4] http://www.newyorker.com/books/page-turner/waiting-for-the-barbarians-and-the-government-shutdown

Friday, July 31, 2015

Il Conformista



Οι εθνικές επέτειοι γίνονται ακόμα σημαντικότερες όταν διδάσκουν κάτι. Το κέρδος μου από τον φετινό εορτασμό της πτώσης της χούντας ήταν ότι έφερε στην αντίληψή μου αυτό το εύγλωττο ποίημα του Μανώλη Αναγωνστάκη:

Φοβάμαι

Φοβάμαι
τους ανθρώπους που εφτά χρόνια
έκαναν πως δεν είχαν πάρει χαμπάρι
και μια ωραία πρωία –μεσούντος κάποιου Ιουλίου–
βγήκαν στις πλατείες με σημαιάκια κραυγάζοντας
«Δώστε τη χούντα στο λαό».
Φοβάμαι τους ανθρώπους
που με καταλερωμένη τη φωλιά
πασχίζουν τώρα να βρουν λεκέδες στη δική σου.
Φοβάμαι τους ανθρώπους
που σου 'κλειναν την πόρτα
μην τυχόν και τους δώσεις κουπόνια
και τώρα τους βλέπεις στο Πολυτεχνείο
να καταθέτουν γαρίφαλα και να δακρύζουν.
Φοβάμαι τους ανθρώπους
που γέμιζαν τις ταβέρνες
και τα 'σπαζαν στα μπουζούκια
κάθε βράδυ
και τώρα τα ξανασπάζουν
όταν τους πιάνει το μεράκι της Φαραντούρη
και έχουν και «απόψεις».
Φοβάμαι τους ανθρώπους
που άλλαζαν πεζοδρόμιο όταν σε συναντούσαν
και τώρα σε λοιδορούν
γιατί, λέει, δεν βαδίζεις στον ίσιο δρόμο.
Φοβάμαι, φοβάμαι πολλούς ανθρώπους.
Φέτος φοβήθηκα ακόμα περισσότερο.


(Νοέμβριος 1983)



Όσο η Ιστορία προχωρά, ο κατάλογος των "φοβάμαι" μεγαλώνει.

Φοβάμαι κι εγώ...
Εκείνους που φόρεσαν ζιβάγκο και έθρεψαν μουστάκες τότε που η πολιτική μόδα τα επέβαλε.
Τους παλιούς αφισοκολλητές που έβαλαν κουστούμια και ντύθηκαν εκσυγχρονιστές.
Όσους όψιμα σαγηνεύτηκαν από το επαναστατικό πνεύμα της Αριστεράς για να προστατεύσουν τις καπιταλιστικές/αστικές τους ανέσεις.
Φοβάμαι τους χαμαιλέοντες και τους κομφορμιστές που, σαν τον ήρωα του Μοράβια, συμπορεύονται με οποιονδήποτε θεωρούν ότι εξασφαλίζει τη βολή τους. Και όταν τα πράγματα στραβώσουν, μαζεύονται στις πλατείες, μουτζώσουν εκείνους που επευφημούσαν και περιμένουν να δουν προς τα που θα φυσήξει ο επόμενος άνεμος για να προσαρμόσουν τα πανιά τους.

Δεν έχω αναμνήσεις από τα χρόνια εκείνα, αλλά είναι σα να βλέπω μπροστά μου
τους ανθρώπους που εφτά χρόνια
έκαναν πως δεν είχαν πάρει χαμπάρι
και μια ωραία πρωία –μεσούντος κάποιου Ιουλίου–
βγήκαν στις πλατείες με σημαιάκια κραυγάζοντας
«Δώστε τη χούντα στο λαό».

Sunday, June 28, 2015

Περί Δημοψηφισμάτων


Πολλοί πιστεύουν ότι τα δημοψηφίσματα είναι εξ ορισμού η κορυφαία έκφραση της Δημοκρατίας. Είναι πράγματι έτσι; Όχι απαραίτητα, απαντάει ο Ρ. Ρούφος (ένας αφοσιωμένος υπερασπιστής της δημοκρατίας και της ελευθερίας και νηφάλιος -και γι' αυτό δυστυχώς λησμονημένος- στοχαστής), και εξηγεί πότε ένα δημοψήφισμα είναι αθέμιτο:

"Δυο λογιών δημοψηφίσματα είναι θεμιτά με δημοκρατικά κριτήρια. Το ένα (Referendum), που εφαρμόζεται από παλιά στα ελβετικά καντόνια, διενεργείται μέσα σε ένα ισχύον πολίτευμα και ζητάει να αποφανθούν οι εκλογείς άμεσα πάνω σ΄ένα απλό και συγκεκριμένο ερώτημα, όπου μπορεί κανείς ν' απαντήσει πραγματικά μ΄ένα "Ναι" ή μ΄ένα "Όχι":λ.χ "Θέλετε να ψηφίζουν οι γυναίκες;" Το άλλο (Plebiscite) αφορά το ίδιο το πολίτευμα και είναι και εκείνο θεμιτό όταν το ερώτημα, και πάλι, είναι απλό- του τύπου "Βασιλευομένη ή Αβασίλευτη Δημοκρατία;"

Η αθέμιτη εκμετάλλευση του θεσμού αρχίζει όταν χρησιμοποιείται σαν υποκατάστατο άλλης δημοκρατικής διαδικασίας, ζητώντας πονηρά μ΄ένα ¨Ναι" ή μ΄ένα "Όχι" σε θέματα που από τη φύση τους δεν επιδέχονται μονολεκτική απάντηση (χωρίς να δίνεται σοβαρή διαζευκτική λύση). Μ' αυτή τη νοθευμένη μορφή μεταχειρίζονται συνήθως το δημοψήφισμα τα καθεστώτα, είτε για να προσδώσουν "λαϊκό χρίσμα" στην εξουσία τους είτε για να επικυρώσουν τετελεσμένα γεγονότα ή να επιβάλλουν πλατιές και περίπλοκες μεταρρυθμίσεις με τη "συγκατάθεση" των εκλογέων. Χαρακτηριστικό, σ'όλες τις περιπτώσεις, είναι ότι ο ψηφοφόρος δεν έχει γνήσια εκλογή. Κι όταν ακόμα του δίνουν τη δυνατότητα να ψηφίσει εναντίον στην πρόταση-πράγμα σπάνιο, γιατί κατά κανόνα τέτοια δημοψηφίσματα διεξάγονται σε κλίμα ψυχολογικής ή υλικής βίας- το ερώτημα είναι διατυπωμένο με τέτοιο τρόπο, ώστε η πρόταση όσο οδυνηρή κι αν είναι να φαίνεται σε πολλούς προτιμότερη από την εναλλακτική που μοιάζει να οδηγεί σε αδιέξοδο."



Το απόσπασμα είναι από το δοκίμιο Οι Περιφρονητές του Πλήθους, που περιλαμβάνεται στο βιβλίο του Ρόδη Ρούφου, Οι Μεταμορφώσεις του Αλαριχου και άλλα Δοκίμια, εκδ. Ίκαρος, 1971

Friday, January 30, 2015

"Ιδιοκτησία και Ιδιόχρηση"


Ενώ περίμενα με τα μπαγκάζια μου το λεωφορείο για το αεροδρόμιο στη στάση της Γλυφάδας, ένας ταξιτζής σταμάτησε μπροστά μου και με ρώτησε αν ήθελα να με μεταφέρει με 10 ευρώ. Η προσφορά ήταν δελεαστική -θα αποδεικνυόταν και άκρως διδακτική- και δέχθηκα.
Μου εξήγησε ότι πήγαινε εκεί έτσι και αλλιώς, οπότε τον συνέφερε να με πάρει έστω και με τόσο χαμηλό κόμιστρο. Ικανοποιημένος από τη συμφέρουσα συμφωνία και ανακουφισμένος γιατί θα έφθανα εγκαίρως στον προορισμό μου, βολεύτηκα στο πίσω κάθισμα και απολάμβανα τη διαδρομή στην ηλιόλουστη παραλιακή.

Κάπου μεταξύ Βούλας και Βάρης η σωφεράτζα μας "έφαγε" ένα κόκκινο φανάρι περνώντας με ιλιγγιώδη ταχύτητα και τότε διαταράχθηκε αμετάκλητα η ηρεμία μου. Αφού με καθησύχασε για την ασφάλεια μου, διηγήθηκε μια πρόσφατη περιπέτειά του στο ίδιο σημείο:
Είχε περάσει και πάλι με κόκκινο αλλά τον κυνήγισε ένα περιπολικό που παραμόνευε στη γωνία. Τα λόγια του προς τους αστυνομικούς, περίπου τα εξής "Αντί να μας προστατέυετε, στήνετε καραούλι για να μας παγιδεύσετε. Σα δε ντρέπεστε!", προκάλεσαν την οργισμένη αντίδραση τους. Του πήραν το δίπλωμα για 60 ημέρες. Ο φίλος μας όμως δεν πτοήθηκε. "Στα τέτοια μου, δούλευα χωρίς δίπλωμα" μου εκμυστηρεύθηκε. Δεν διευκρίνησε αν του είχε επιστραφεί στο μεταξύ ή είχε μετατραπεί σε επαναστάτη της ασφάλτου.

Κοινωνικός επαναστάτης, πάντως, ήταν σίγουρα όπως θα διαπίστωνα στη συνέχεια. Περνούσαμε από τις χασαποταβέρνες, στα Βλάχικα, όταν χτύπισε το κινητό του. Απάντησε αλλά, καθώς φαίνεται, δεν άκουγε τίποτα. Κοίταξε το καντράν, ύστερα το ρολόι του και οργισμένος μου εξήγησε ότι τον καλούν καθημερινά την ίδια ώρα χωρίς να του μιλάνε. "Τώρα θα δεις!"

Με το δεξί του χέρι να κρατά το τηλέφωνο και το αριστερό, εκ περιτροπής το τιμόνι και το λεβιέ ταχυτήτων, περίμενενε υπομονετικά να του απαντήσουν:
-Μου τηλεφωνήσατε;
-...
-Με πήρατε τηλέφωνο πριν από λίγο [με προοδευτικά αυξανόμενη ένταση φωνής]
-...
-Τι πως με λένε, εσείς δε μου τηλεφωνήσατε;
-...
-Είστε από την τράπεζα;
-...
-Από την τράπεζα δεν είσαστε;
-...
-Ε, αντε να γαμηθείτε!! [ουρλιάζοντας]

Ύστερα, προς μεγάλη μου ανακούφιση, ξανάπιασε το τιμόνι με τα δυο χέρια και μου αφηγήθηκε την ιστορία πίσω από το τηλεφώνημα:

"Οι τσιγγάνοι μου άνοιξαν τα μάτια! Πήγαιναν στις τράπεζες και έπαιρναν δάνεια σχεδόν χωρίς χαρτιά. Τότε κατάλαβα ότι αυτά τα δάνεια δεν θα επιστρέφονταν ποτέ. Έτσι πήγα και τους πήρα 70.000 ευρώ".
Δεν τολμούσα να τον διακόψω, δεν έκανα το παραμικρό σχόλιο, καταλάβαινα ότι η διαδρομή με το ταξί εξελισσόταν σε ανεκτίμητο ανθρωπολογικό και κοινωνιολογικό μάθημα.

"Φίλε μου για ένα πράγμα είμαι περήφανος στη ζωή μου. Τους τα πήρα και δεν μπήκα ποτέ στη διαδικασία να πληρώσω ούτε μια δόση...".
Ύστερα μου αποκάλυψε το ιδεολογικό... "Μόνο εκείνοι θα παίρνουν τα σπίτια του κοσμάκη; Ας χάσουν και αυτοί από κάποιον" και το θεωρητικό του έρεισμα: "Και ξέρεις πως τα σκέφτηκα όλα αυτά; Ο μεγάλος Ανδρέας Παπανδρέου είχε πει κάποτε μια σοφή κουβέντα που μου πήρε πολύ καιρό να καταλάβω -Το μέλλον δεν είναι η ιδιοκτησία αλλά η ιδιόχρηση. Γι'αυτό δεν θα πάρουν δεκάρα τσακιστή από μένα!"


Είχα μείνει άφωνος από την ακαταμάχητη τεκμηρίωση, μετά βίας ψέλισα μερικά λόγια θαυμασμού για τα επιτεύγματά του ελπίζοντας να συνεχίσει, αλλά δυστυχώς δεν έμενε πολύς χρόνος για περαιτέρω αποκαλύψεις.


Πόση σύγχρονη Ελλάδα χωράει σε ένα σαραβαλιασμένο ταξί, σκέφτηκα κοιτάζοντας το βραχώδες αττικό τοπίο από το φινιστρίνι του αεροπλάνου.

Saturday, January 10, 2015

Η Άρνηση της Εφηβείας


Ο Ερνέστο Σάμπατο, από την μακρυνή -αλλά εσχάτως πολυσυζητημένη- Αργεντινή, είχε γράψει:

"Η ωριμότητα αρχίζει όταν οι πιό λαμπρές συνειδήσεις αντιληφθούν πως η απόλυτη τελειότητα με την οποία πίστευαν ότι είναι προικισμένη η πατρίδα τους -όπως και η μητέρα τους- δεν είναι τόσο απόλυτη ούτε τόσο τέλεια• και ότι, όπως και σε άλλους λαούς, όπως σε όλους τους λαούς, οι αρετές της είναι συνδεδεμένες με τις ατέλειες της, ατέλειες για τις οποίες οι τίμιοι άνθρωποι νιώθουν ενοχή και ντροπή." [1]

Δεν είναι μόνο η εκτίμηση για τον σπουδαίο αργεντίνο συγγραφέα, αλλά κυρίως οι παράλληλες τροχιές της χώρας του και της δικής μας (η εναλλαγή δικτατοριών και δημοκρατιών διαβρωμένων από λαΪκισμό, οι χρεοκοπίες) που καθιστούν τη συγκεκριμένη σκέψη ένα ενδιαφέρον πρίσμα, μέσα από το οποίο να επιχειρηθεί μια ανάλυση της "συλλογικής νεο-ελληνικής ψυχής".

Προϋπόθεση, λοιπόν, για την ωρίμανση αποτελεί η κριτική στάση, εν ανάγκη και η μερική ρήξη, απέναντι στο παρελθόν -πρόσφατο και απώτερο, εθνικό και οικογενειακό- αντί της δογματικής εξιδανίκευσης του. Η φάση της ζωής, κατά την οποία κατ'εξοχήν εγείρεται (ή θα έπρεπε) μια τέτοια αμφισβήτηση, είναι η εφηβεία. Τότε είναι που το νεαρό άτομο, ορμώμενο από την ενστικτώδη ανάγκη να αναζητήσει τη δική του ουσία, επαναστατεί ενάντια στη μορφή που του επιβάλλεται και έχει την ευκαιρία να νοιώσει "ενοχή και ντροπή" για τις ατέλειες της. Ο δρόμος προς την ωριμότητα, ατόμων και κοινωνιών, περνά μέσα από το επαναστατικό πνεύμα της Εφηβείας.

Το 1928, ένας άλλος σπουδαίος στοχαστής, ο Βάλτερ Μπέντζαμιν έγραφε:

"...αυτό που ποτέ πια δεν επανορθώνεται είναι: το να'χεις παραλείψει να το σκάσεις από τους γονείς σου. Από σαρανταοκτώ ώρες έκθεση στην ανασφάλεια στην ηλικία αυτή ξεπηδά συμπυκνωμένη σαν αλκαλικό κρύσταλλο μέσα στο αλκαλικό διάλυμα η ευτυχία της ζωής." [2]

Αυτή η απόδραση από τους γονείς (φυσικούς ή συμβολικούς, π.χ το μεγαλείο των προγόνων) και όσα συμβαίνουν τότε στο μυαλό και την ψυχή του δραπέτη, είναι η ουσία της εφηβείας και ο μόνος τρόπος να αναζήτησει κανείς -πριν να είναι πολύ αργά- την εσωτερική του αλήθεια.

Τα παραπάνω συνδέονται με τα δικά μας, με την διαπίστωση ότι η κοινωνία μας απεχθάνεται και πασχίζει να αποτρέψει αυτή τη διαδικασία χειραφέτησης. Το όνειρο της ελληνικής οικογένειας είναι να κρατήσει τα παιδιά κοντά της για πάντα, να τα διαμορφώσει σε πιστά της αντίγραφά με όμοιες αντιλήψεις - πολιτικές, θρησκευτικές, κλπ-, ίδιες αξίες και πρότυπα ζωής, την ίδια κοσμοαντίληψη ακόμα και με το ίδιο επάγγελμα. Οι γονείς αντιλαμβάνονται το παιδί τους, όχι σαν άτομο ελεύθερο που ωφείλουν να βοηθίσουν να αναζητήσει τον προορισμό του και να ανοίξει τα φτερά του για να τον κατακτήσει, αλλά σαν συνεχιστή της δικής τους πορείας. Κατ'αναλογία, η ευρύτερη οικογένεια -η κοινωνία- εκδηλώνει την πεισματική της άρνηση να μετακινηθεί και να εξελιχθεί εμποδίζοντας τα νεότερα μέλη της να την αμφισβητήσουν. Αυτή την άρνηση εξυπηρετεί η διδασκαλία (ευχάριστων) εθνικών μύθων αντί για Ιστορία (με τις οδυνηρές σκιές της) στο σχολείο, η βαρύνουσα άποψη που αναγνωρίζουμε στην Εκκλησία (κατ'εξοχήν φορέα συντηρητισμού και εκφραστή της παράδοσης) σε κοινωνικά ζητήματα και θέματα Παιδείας, η καχυποψία έναντι οποιουδήποτε μας προτρέπει να αναθεωρήσουμε (βλ. τη δημοφιλή έκφραση "και ποιός είναι αυτός που θα μου πει..."), η απροθυμία για αυτοκριτική, συνέπεια της οποίας είναι η διαρκής μετάθεση ευθυνών προς σκοτεινές δυνάμεις, η αντιδραση σε κάθε αλλαγή ακόμα και όταν βιώνουμε την απόλυτη αποτυχία.

Ο πόθος μας να διατηρηθεί αλώβητη η πίστη στην "απόλυτη τελειότητα" μητέρας και πατρίδας αφοπλίζει την επαναστατικότητα της Εφηβείας μας. Δυστυχώς, δίχως αυτήν, η Ωριμότητα είναι αδύνατη και η μόνη η δυνατότητα κίνησης που απομένει είναι η μετάβαση από την αφελή παιδικότητα προς τα ξεμωραμένα γηρατειά.



[1] Η Εποχή μας, Εποχή της Περιφρόνησης - Μια πολύπλοκη Ύπαρξη, Εννέα Δοκίμια, Εκδ. Εικοστού Πρώτου

[2] Μονόδρομος, Εκδ. Άγρα

Sunday, March 16, 2014

Οι Έλληνες συζητούν


Αντιγράφω την αντιγραφή του Χωμενίδη:

«... Για να συζητήσουν οι Έλληνες πρέπει να διαιρεθούν σε παρατάξεις... Την έλλειψη αληθινής πνευματικής ανάπτυξης φανερώνει καλά και η έλλειψη ανοχής και ψυχραιμίας που χαρακτηρίζει σχεδόν πάντα τις συζητήσεις... Δεν κατορθώνουν να πιστέψουν οι Έλληνες ότι ένας άνθρωπος που σκέπτεται διαφορετικά από αυτούς μπορεί να είναι πολύ άξιος, πολύ έντιμος και πολύ χρήσιμος άνθρωπος. Όταν εκδηλωθεί μια διαφωνία, η πρώτη δουλειά των Ελλήνων είναι να αρνηθούν ολότελα τη σημασία του αντιπάλου... Οι φανατικοί των ιδεών, εθνικιστές και μαρξιστές, καταχτούν πολύ εύκολα αυτά τα παιδιά, με μερικές απλές φόρμουλες, διατυπωμένες στη γλώσσα του δημοτικού σχολείου, που εξηγούν μονομιάς το μυστήριο της ανθρωπότητας. Έτσι αναπτύσσεται η Ελλάδα... »

ΓΙΩΡΓΟΣ ΘΕΟΤΟΚΑΣ, 1929

Saturday, March 8, 2014

Το νέο κόμμα


Από το συγκλονιστικό φθινώπορο του 2009, όταν χάσαμε τη γη κάτω από το πόδια μας, έχουν περάσει πια 4,5 χρόνια, διάστημα ικανό για μια ανασκόπηση του πως η οικονομική κατάρρευση επηρέασε το πολιτικό σκηνικό της χώρας.

Στα χρόνια αυτά συντελείται ο κατακερματισμός του παραδοσιακού δικομματισμού της μεταπολίτευσης. Η ΝΔ είναι ευτυχής με ένα ποσοστό που αντιστοιχεί στο μισό του πρόσφατου παρελθόντος και το ΠΑΣΟΚ έχει σχεδόν αφανιστεί. Το εκκολαπτώμενο δίπολο ΝΔ-ΣΥΡΙΖΑ με δυσκολία προσεγγίζει αθροιστικά το 40%, που ωχριά σε σχέση με το 80 και βάλε που χτυπούσαν οι γαλαζοπράσινοι στους καλούς καιρούς. Από τη συρρίκνωση αυτή ωφελήθηκαν σχήματα που είτε φυτοζωούσαν (Χ.Α), είτε προέκυψαν στην πορεία (ΑΝΕΛ, ΔΗΜΑΡ), και ενθαρρύνθηκε η δημιουργία νέων κομμάτων ή/και κινημάτων (Δημιουργία Ξανά, Δράση, «58», Ποτάμι κλπ.)

Η διαδικασία της πολυδιάσπασης, αν και δυσκολεύει το σχηματισμό σταθερής κυβέρνησης, είναι μια θετική εξέλιξη: εφόσον συμφωνούμε (οι περισσότεροι τουλάχιστον) ότι το σύστημα που διαμορφώθηκε στα 40 χρόνια της Μεταπολίτευσης εκτροχιάστηκε και οδήγησε τη χώρα στον όλεθρο, η αντικατάστασή του από κάτι νέο είναι επιτακτική. Στην περίοδο της παντοδυναμίας του, ο δικομματισμός είχε τη δύναμη να φιλτράρει εξελίξεις και πρόσωπα, καθορίζοντας τους πρωταγωνιστές της κεντρικής πολιτικής σκηνής. Κανένα πρόσωπο, όσο ικανό και αν ήταν, δεν είχε πιθανότητα να ακουστεί, παρά μόνο μέσα από τα γαλάζια ή πράσινα κανάλια (κομματικά ή τηλεοπτικά). Διάφοροι μηχανισμοί που ονομάστηκαν «κομματική πειθαρχία» ή «πολιτικό κόστος» επιστρατεύτηκαν ώστε οι όποιοι ικανοί, είτε να μετατραπούν και αυτοί σε πιόνια, είτε να περιθωριοποιηθούν.
Το ενδεχόμενο τα παραδοσιακά κόμματα εξουσίας να αυτοδιορθωθούν, αν και δεν μπορεί να αποκλειστεί, μοιάζει απίθανο: η αντίληψη τους περί άσκησης πολιτικής φαίνεται να έχει περάσει στο γονίδιο τους. Και αν ακόμα κατόρθωναν την υπέρβαση, δύσκολα θα έπειθαν την κοινωνία για την ειλικρινή τους μεταμέλεια. Ο κατακερματισμός, συνεπώς, είναι η μόνη δυνατότητα για να ανοίξουν οι πόρτες στο καινούργιο.

Μολονότι, λοιπόν, το αναγκαίο πρώτο βήμα για την ανατροπή του σκηνικού πραγματοποιείται, προφανώς από μόνο του δεν αρκεί. Αρκεί να δει κανείς τι νέο έχει προκύψει ως τώρα:
α) Κόμματα διαμαρτυρίας, που με τη ρητορική τους εξαργυρώνουν και υποδαυλίζουν τη δικαιολογημένη οργή του κόσμου (Χ.Α και ΑΝΕΛ τυπικά παραδείγματα). Με κραυγές και κατάρες μπορεί να επιτυγχάνονται πρόσκαιρα δημοσκοπικά ωφέλη, τα προβήματα όμως δεν λύνονται.

β) Κινήματα καλών προθέσεων, όπως η «Σπίθα» του Μ. Θεοδωράκη, η «Δυναμική Ελλάδα» του Μόσιαλου, ο «Κοινωνικός Σύνδεσμος» του Φλωρίδη και άλλα παρόμοια, που διατυμπάνισαν για μερικές εβδομάδες την πρόθεση τους να παρέμβουν, αλλά το μόνο που άφησαν πίσω τους είναι κάποιες εγκαταλελειμένες σελίδες στο ίντερνετ. Άγνωστο γιατί, παραιτήθηκαν πολύ γρήγορα από τις προσπάθειες, που αποδείχθηκαν πυροτεχνήματα των εμπνευστών τους και μέσο εκτόνωσης του κοινού που τους ακολούθησε. Αν δεν αλλάξει κάτι θεαματικά, παρόμοια τύχη διαφαίνεται και για τους «58». Το «Ποτάμι» είναι πολύ πρόσφατο για να κριθεί, θα πρέπει όμως να προσέξει πολύ για να μην έχει την ίδια κατάληξη. Θα πρέπει να αποφύγει την προχειρότητα και την αοριστολογία, να δείξει επιμονή που να εκτείνεται πέρα από τις πρώτες ενθουσιώδεις ημέρες• οι διάσπαρτες ιδέες και επιθυμίες των εμπνευστών του να μετασχηματιστούν σε συγκροτημένο πολιτικό λόγο.

γ) Μικρά προσωποπαγή κόμματα με αποσπασματική ατζέντα. Η «Δράση» του Μάνου, ή η «Δημιουργία Ξανά» του Τζήμερου επικαλέστηκαν την ανάγκη μεταρρυθμίσεων, συμφωνούσαν στα περισσότερα, αλλά απέτυχαν να συνεργαστούν. Η γελοιότητα των ΚΚΕ-ΜΛ και ΜΛ-ΚΚΕ έπληξε και το μεταρρυθμιστικό κέντρο. Προφανώς η χώρα δεν πρόκειται να σωθεί από έναν άνθρωπο, όσο ευφυής ή επικοινωνιακός και αν είναι.

δ) Τέλος υπάρχει και ο ενισχυμένος ΣΥΡΙΖΑ που συνδιάζει όλα τα παραπάνω, καθώς αποτελεί ένα ανομοιγενές κράμα στελεχών παλαιοκομματικής λογικής, αντιδραστικών συνδικαλιστών και αριστερών ρευμάτων αφοσιωμένων στον καταγγελτικό λόγο.

Αυτό που ως τώρα ΔΕΝ έχει εμφανιστεί, είναι μια ομάδα ανθρώπων με ένα κοινό όραμα για τη χώρα και ένα εύλογα σαφές σχέδιο για να το υποστηρίξει, με διάθεση για επίμονη δουλεία και ειλικρινή επιθυμία για συνεργασία. Για να μην πέσω και εγώ στην παγίδα της γενικολογίας, διευκρινίζω το «όραμα»: μια αντίληψη για τα κυρίαρχα χαρακτηριστικά που θα πρέπει να έχει ο δημόσιος (πολιτικός και οικονομικός) βίος της Ελλάδας, ώστε να μπορέσει να ανακάμψει και να ευημερίσει. Για παράδειγμα, θέλουμε ο νόμος να είναι κυρίαρχος ή θέλουμε να υπάρχει για να τον παρακάμπτουμε, θέλουμε αξιοκρατία ή βουλευτές που υπάρχουν για να βολεύουν τα παιδιά μας, θέλουμε οι πολίτες να συμμετέχουν στη λήψη αποφάσεων ή να είναι απλοί παρατηρητές των εξελίξεων, θέλουμε να επιτρέψουμε σε νέους ανθρώπους να αναδειχθούν με τον μόχθο και τις ικανότητες τους ή επιθυμούμε να προστατεύουμε τα παλιά «τζάκια», θέλουμε να είμαστε ανεκτικοί στο διαφορετικό ή απαιτούμε τη συμμόρφωση όλων στις κυρίαρχες αντιλήψεις, θέλουμε να είμαστε σε επικοινωνία με το παγκόσμιο γίγνεσθαι ή προτιμάμε να μας αφήσουν στην ησυχία μας, κλπ. Τα ερωτήματα αυτά δεν είναι ρητορικά, αντιθέτως οι απαντήσεις σε αυτά συνιστούν το «όραμα» και στη συνέχεια καθορίζουν το σχεδίου για την υλοποίηση του.
Το δε σχέδιο δεν είναι απλώς ένας κατάλογος επιθυμίων και ευχών, αλλά μια σειρά συγκεκριμένων δράσεων με ιεραρχημένες προτεραιότητες και χρονοδιαγράμματα, με οργανόγραμμα και δομές για την υλοποίηση τους, με τακτική αξιολόγηση των αποτελεσμάτων.
Είναι πολύ απογοητευτικό το γεγονός ότι το μόνο εμπεριστατωμένο σχέδιο για την ανάκαμψη της οικονομίας που έχει εκπονηθεί ως τώρα, προέρχεται από μια ξένη, ιδιωτική εταιρία (ΜcΚinsey). Αξίζει τον κόπο μια γρήγορη ανάγνωση, έστω και της 80σέλιδης περίληψης που είναι δημοσιευμένη στο διαδίκτυο, για να κατανοήσει κανείς τι πρέπει να περιέχει ένα τέτοιο σχέδιο (ακόμα και αν διαφωνεί με τις επιμέρους προτάσεις) και να αντιληφθεί ότι κάτι ανάλογο δεν έχει προταθεί από κανένα πολιτικό φορέα της χώρας. Και ακόμα χειρότερα, ούτε καν αυτή η μασημένη τροφή δεν έχει τεθεί σε δημόσια συζήτηση (η οποία περιορίζεται σε συνθήματα, απειλές, σαρκασμό και μια ακατάσχετη ασημαντολογία).
Ύστερα δυσανασχετούν πολλοί γιατί, όπως λένε, μας κάνουν κουμάντο οι ξένοι. Πως θα μπορούσε να ήταν διαφορετικά, αν εμείς δεν έχουμε ιδέα για το τι χώρα θέλουμε και πως να την οικοδομήσουμε;

Ο κατακερματισμός του πολιτικού φάσματος πραγματοποιείται και, παρά τις δυσάρεστες παρενέργειές του (ανάδειξη σκοταδιστικών δυνάμεων, πολιτική αστάθεια), δημιουργεί το ζωτικό χώρο για το καινούργιο που θα έρθει για να τον καταλάβει και να κυριαρχήσει στην περίοδο μετά την ιστορική καμπή που διανύουμε. Κατά τη γνώμη μου, αυτό θα το πετύχουν οι δυνάμεις εκείνες που θα κατορθώσουν να συνδιάσουν ένα θελκτικό όραμα με ένα συγκροτημένο σχέδιο καθώς και να υπερβούν τη γνωστή δυσκολία της φυλής μας για συνεργασία. Δεν είναι εύκολο: καλούμαστε να αφήσουμε πίσω μας μηχανισμούς και νοοτροπίες που ήταν ακλόνητες επί δεκαετίες. Είναι λογικό, επομένως, ότι καμία από τις ως τώρα προσπάθειες δεν είχε αίσια κατάληξη. Ελπίζω όμως, ότι οι ζυμώσεις για τη διαμόρφωση ενός κινήματος με τα παραπάνω χαρακτηριστικά βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη.

Friday, February 7, 2014

Τα ιερά και όσια


Είναι εντυπωσιακό σε ποιό βαθμό κατορθώνουν η θρησκευτική και «πατριωτική» προπαγάνδα να διαστρεβλώνουν την Ιστορία, ή και να την γράφουν καταπώς τις εξυπηρετεί.
Στα «ανδραγαθήματα» του Μέγα και Άγιου Κωνσταντίνου, του οποίου το όνομα έχουμε κατηχηθεί να δοξάζουμε και να διαιωνίζουμε, βαφτίζοντας σχεδόν τα μισά αγόρια κάθε γεννιάς προς τιμήν του, περιλαμβάνονται και τα εξής:
- Toν Ιούνιο του 326 διατάζει την εκτέλεση του μεγαλύτερου γιού του Κρίσπου. Τον επόμενο μήνα, κατόπιν εντολής της μητέρας του και μετέπειτα λατρευτής μας αγίας Ελένης, εκτέλεσε τη σύζυγο του αυτοκράτειρα Φαούστα αφήνοντας την να πεθάνει σε υπερθερμασμένο λουτρό (με άλλα λόγια την έβρασε ζωντανή) [1]
- Το 332 επέτρεψε στους γαιοκτήμονες να αλυσοδένουν τους καλλιεργητές όταν υποψιάζονταν ότι σκόπευαν να αποδράσουν. [2]

Αυτές οι - όχι και τόσο χριστιανικές- πράξεις δεν εμπόδισαν τα ιερατεία να τον ανακυρήξουν άγιο. Θα ήταν άλλωστε μέγιστη αγνωμοσύνη από μέρος τους, εφόσον ήταν εκείνος που τους άνοιξε τις πύλες της θρησκευτικής εξουσίας.

Αν τον 4ο αι. μ.Χ ή το Μεσαίωνα ο εναγκαλισμός πολιτικής και θρησκείας ήταν αυτονόητος, τα ισχυρά του κατάλοιπα στον 21ο αι. συνιστούν έναν αδιανόητο αναχρονισμό που καθηλώνει ολόκληρες κοινωνίες σε στασιμότητα.

Γύρω στο 1500, ο βασιλιάς της Αγγλίας δήμευσε όλες τις εκκλησιαστικές γαίες καταργώντας ουσιαστικά την εξουσία της εκκλησίας και συγκεντρώνοντας την στο κράτος. Ο συγκεντρωτισμός των κρατικών θεσμών κατέστησε εφικτή τη δημιουργία ανοικτών πολιτικών θεσμών [3], οι οποίοι με τη σειρά τους επέτρεψαν την οικονομική διεύρυνση που αργότερα μετέτρεψε τη χώρα σε εμπορική δύναμη και αφετηρία της Βιομηχανικής Επανάστασης.
Πεντακόσια (!) χρόνια αργότερα, η Ελληνική κοινωνία δεν είναι ακόμα πρόθυμη να περιορίσει την εκκλησία στη σφαίρα που εγγενώς ανοίκει, δηλ. του πνευματικού και του μεταφυσικού. Ως εκ τούτου, τέτοιου είδους μεταρυθμίσεις δεν έχουν συντελεστεί και η περιουσία της εκκλησίας -αλλα και η εξουσία της γενικότερα- παραμένει ακλόνητη. Δεν είναι, επομένως, να απορεί κανείς που η Βιομηχανική, ή οποιαδήποτε άλλη δημιουργική Επανάσταση, θα αργήσει πολύ ακόμα να φτάσει στα μέρη μας.

[1] http://en.wikipedia.org/wiki/Constantine_the_Great
[2] Daron Acemoglu & James a Robinson, Γιατί αποτυγχάνουν τα Έθνη, σελ. 188
[3] Γιατί αποτυγχάνουν τα Έθνη, σελ. 204

Sunday, December 1, 2013

Κοινωνία χαμηλής νοημοσύνης


Ας ονομάσουμε νοημοσύνη μιας κοινωνίας όλες εκείνες τις δεξιότητες που διαμορφώνουν τη στάθμη του πολιτισμού της, που προσδιορίζεται από το σύνολο της πνευματικής δημιουργίας (καλλιτεχνικής, επιστημονικής, τεχνολογικής), την οικονομική και πολιτική της κατάσταση, την ποιότητα ζωής εν γένει κλπ. Αυτή η συλλογική διάνοια, μολονότι προφανώς εξαρτάται από τις ατομικές δυνατότητες των μελών της κοινωνίας, δεν ισούται σε καμία περίπτωση με το άθροισμα τους. Την τελική συνισταμένη καθορίζει σε μεγάλο βαθμό το κατά πόσο οι ικανότητες του ενός αναιρούν ή αντιθέτως συμπληρώνουν και ενισχύουν τις ικανότητες του πλησίον. Λογικά το μέγιστο αποτέλεσμα επιτυγχάνεται όταν το σύνολο των ατομικών δυνατοτήτων προσανατολίζεται σε μια συγκεκριμένη κατεύθυνση, ένα κοινό στόχο, όταν η σκέψη του ενός γίνεται το εφαλτήριο απ’ όπου εξυψώνεται η σκέψη του άλλου και αντιθέτως εκμηδενίζεται όταν οι μεμονομένες προσδοκίες στρέφονται προς τυχαίες ή και μεταξύ τους ασύμβατες κατευθύνσεις, όταν οι φωνές αλληλοκαλύπτονται παράγοντας μόνο θόρυβο.

Το μέσο που εξασφαλίζει ότι οι πνευματικές ικανότητες, οι διάνοιες και οι γνώσεις του καθενός, διοχετεύονται σε μια κοινή κοίτη για να σχηματίσουν ένα ορμητικό ποτάμι, αντί να διαχέονται σε ισχνά ρυάκια που στη διαδρομή ξεραίνονται, είναι ο λόγος, δημόσιος και ιδιωτικός. Με τη συζήτηση, το διάλογο, με τη διαφωνία, τον αντίλογο, την επιχειρηματολογία, τον συμβιβασμό ή την πειθώ, μπορεί η συλλογική σκέψη να κάνει βήματα εμπρός. Επίσης αυτή είναι η μόνη διαδικασία που μπορεί να διαμορφώσει τους κοινά αποδεκτούς στόχους, για την επίτευξη των οποίων τα άτομα θα είναι πρόθυμα να θυσιάσουν μέρος των των προσωπικών τους συμφερόντων.

Το επίπεδο του δημόσιου λόγου στην Ελλάδα το βλέπουμε κάθε μέρα στη Βουλή, στα κανάλια της τηλεόρασης, στον Τύπο, στο διαδίκτυο, στα πανεπιστήμια, στο δρόμο και είναι χυδαίο. Η συζήτηση έχει εκφυλιστεί σε ανταλλαγή ύβρεων, σε διαγωνισμό ειρωνίας, σε προσωπικές επιθέσεις και προσβολές ή στην καλύτερη περίπτωση σε διαλόγους κωφών και εναλλαγή ανερμάτιστων μονολόγων. Όποτε επιτυγχάνεται κάποια μορφή επικοινωνίας, είναι ανάμεσα σε άτομα που ανήκουν στην ίδια ομάδα συμφερόντων ή ιδεολογίας που συζητούν για να επικυρώσουν την - εκ των προτέρων γνωστή- συμφωνία τους. Το δυστύχημα είναι ότι κάθε τέτοια ομάδα (π.χ πολιτικό κόμμα, συντεχνία, ευρωπαϊστές ή υπερπατριώτες, θιασώτες του μνημονίου ή αντιμνημονιακοί) περιχαρακώνεται στις απόψεις της και αδυνατεί να διαλεχθεί με άλλες. Αλλά ακόμα και εντός της ομάδας, όποτε προκύπτουν διχογνωμίες, η διάσπαση είναι η πιθανότερη εξέλιξη. Η συζήτηση σαν διαδικασία αναζήτησης κοινών τόπων και πνευματικής εξέλιξης είναι αδιανόητη. Η σκέψη μένει στάσιμη και εντέλει ατροφεί.

Η παρακμή του Λόγου εξηγεί το παράδοξο αυτού του τόπου με το οποίο ερχόμαστε διαρκώς αντιμέτωποι: ενώ συναντούμε παντού έξυπνους ανθρώπους, η κοινωνία μας είναι χαμηλής, χαμηλότατης, νοημοσύνης.

Sunday, July 14, 2013

"Πως να κυβερνήσετε την Ελλάδα, for dummies"


Έχει καταντήσει αστεία αυτή, η τόσο προβλεψιμη πλέον, επανάληψη, ο (φαύλος) κύκλος που ακολουθούν όλα τα κόμματα στην Ελλαδα μ.Κ (μετά Κρίσης):

Στην αρχή (όταν τα ποσοστα είναι χαμηλά) το σύνθημα είναι να σκίσουμε τα μνημόνια και να βγούμε από το ευρώ, μετά (όταν ανεβούμε κανά-δυό μονάδες) το αλλάζουμε λίγο: να σκίσουμε τα μνημόνια αλλά να μεινουμε στο ευρώ. Όταν τα ποσοστά ανεβούν αρκετά ώστε να υπάρχει κυβερνητική πιθανότητα το σλόγκαν γίνεται: να διαπραγματευτούμε με τους εταίρους (την απαγγίστρωση, το κούρεμα, τη μερική διαγραφή, την ολική διαγραφή διαλέξτε τι σας αρέσει). Όταν, με το καλό γίνουμε κυβέρνηση, επειδή δεν έχουμε κανένα δικό μας σχέδιο αλλά χρειαζόμαστε τα δανεικά ευρώπουλα, υπογράφουμε ό,τι βρούμε μπροστά μας.

Το έκαναν όλοι (από πασοκ ως, νδ, απο καρατζαφέρη ως δημαρ), τώρα έμαθε τα κόλπα και ο συριζα:

"Tο νέο ενιαίο κόμμα που προέκυψε από το τετραήμερο Συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ, καταψήφισε όλες τις "ριζοσπαστικές" προτάσεις της Αριστερής Πλατφόρμας, εκφωνώντας ένα ηχηρό "Όχι" στην έξοδο της χώρας από την Ευρωζώνη καθώς και οιοδήποτε ενδεχόμενο μονομερούς καταγγελίας του Μνημονίου."

Άντε και πρωθυπουργός Αλέξη, είσαι έτοιμος.

Ρε όλοι το ίδιο manual "Πως να κυβερνήσετε την Ελλάδα, for dummies" διαβάζουν;

Υ.Γ στοιχιματιζω οτι και η Χ.Α αν ξεπεράσει το 20% θα γινει πιο διαλλακτική...

Friday, June 14, 2013

Πολυφωνία και έλλειμμα αντιπροσώπευσης


Για ένα πράγμα δε μπορούμε να έχουμε παράπονο στον τόπο μας και αυτό είναι η κομματική πολυφωνία.

Είσαι θαυμαστής του Χίτλερ, του Μουσολίνι, νεοναζί, φασίστας ή φιλοχουντικός; Είσαι ρατσιστής ή ξενοφοβικός; Υπάρχει κόμμα που σε αντιπροσωπεύει.

Είσαι υπερ-πατριώτης, υπερ-ορθόδοξος ή απλά αισθάνεσαι ψεκασμένος; Κάπου θα βρεις μια φιλόξενη κομματική στέγη.

Νοσταλγείς βασιλείς και πριγκηπόπουλα; Υπάρχει χώρος και για σένα. Το ίδιο, αν αναπολείς τον Στάλιν (ή τον Λένιν, τον Μάο, τον Τρότσκι) και την κομμουνιστική ουτοπία σε οποιαδήποτε από τις ιδεολογικές της αποχρώσεις.

Παραμένεις οπαδός των κομμάτων που εναλλάχθηκαν στην εξουσία τα τελευταία 40 χρόνια με τα γνωστά αποτελέσματα; Τυχερός είσαι, γιατί συνεχίζουν απρόσκοπτα την προσφορά τους στο έθνος και σε θέλουν κοντά τους.

Εξακολουθείς να ονειρεύεσαι την δημοσιοϋπαλληλική νιρβάνα• είσαι αντι-αμερικάνος, αντι-γερμανός ή μήπως είσαι νοικοκυρέος, τουρκοφάγος και αντι-σημίτης; Κάτι θα βρεθεί και για εσένα.

Κυνηγοί, ψαράδες, οικολόγοι, χακεράδες, όλοι έχουν – δόξα τω Θεώ- κάπου την κεφαλή κλίναι.

Εντούτοις, παρά την ομολογουμένως εντυπωσιακή ποικιλία επιλογών, υπάρχει μια μειονότητα που έχει μείνει ορφανή. Αναφέρομαι σε εκέινους τους πολίτες που πιστεύουν στον ορθολογισμό, στη γνώση, στη νηφαλιότητα, στη λογική• σε εκείνους τους ανθρώπους που τάσονται υπέρ μιας Ανοικτής Κοινωνίας, που το διαφορετικό δεν τους τρομάζει και δεν διστάζουν να διαλεχθούν μαζί του• σε εκείνο το τμήμα της κοινωνίας που επιθυμεί η χώρα τους να ανήκει ισότιμα στον Πρώτο Κόσμο και που θεωρεί ότι τα προβλήματα αντιμετωπίζονται με σύνεση, σχέδιο και σκληρή δουλειά• που δεν φοβάται την αυτοκριτική και δεν ανέχεται την αποποίηση ευθυνών• που δεν αναζητά απεγνωσμένα όμορφους μύθους να μασκαρέψουν τη ζοφερή πραγματικότητα, αλλά επιθυμεί να τη διορθώσει.

Διακινδυνεύω την υπόθεση ότι ο λόγος που αυτοί οι πολίτες δεν αντιπροσώπευονται δεν είναι γιατί δεν υπάρχουν, αλλά γιατί οι ήρεμες φωνές τους χάνονται μέσα στο θόρυβο των κραυγών, των βρισιών, των αναθεμάτων και της ημιμάθειας. Όσο η μειονότητα αυτή παραμένει στο περιθώριο δεν υπάρχουν βάσιμες ελπίδες ανόρθωσης.

Saturday, February 16, 2013

Φιλοσοφούμεν άνευ μαλακίας


Στον, κατά Θουκυδίδη, Επιτάφιο που εκφωνεί ο Περικλής για να τιμήσει τους πεσόντες στη μάχη συμπολίτες του, πλέκει το εγκώμιο στην Πολιτεία τους. Στο διασημότερο ίσως εγκώμιο στην Αθηναϊκή Δημοκρατία, ο ηγέτης της της αποδίδει τις εξής αρετές:

- Οικονομική αυτάρκεια.
- Το πολίτευμα και οι νόμοι είναι δίκης τους έμπνευσης, δεν τα αντέγραψαν από κανέναν• αντιθέτως οι άλλοι τους μιμούνται.
- Ισονομία. Όλος ο δήμος έχει τα ίδια δικαιώματα απέναντι στο νόμο.
- Αξιοκρατία. Ο καθένας έχει την ευκαιρία να προκόψει, όχι λόγω της καταγωγής ή του πλούτου που διαθέτει, αλλά με την ικανότητα του.
- Αμοιβαίος σεβασμός και εμπιστοσύνη ανάμεσα στους πολίτες. Δεν κοιτάζει με καχυποψία ο ένας τον άλλο στις καθημερινές τους δουλειές, δεν θυμώνουν με τον γείτονα όταν κάνει κάτι κατά την όρεξή του.
- Σεβασμός στους νόμους. Και μάλιστα όχι από τον φόβο της τιμωρίας αλλά γιατί αυτό επιβάλλει η συνείδηση.
- Η πόλη είναι ανοιχτή σε όλους. Οι ξένοι είναι ευπρόσδεκτοι και δεν έχουμε τίποτε να τους κρύψουμε.
- Αγάπη για το ωραίο.
- «Φιλοσοφούμεν άνευ μαλακίας». Ενασχόληση, δηλαδή, με τη θεωρητική σκέψη χωρίς αυτή να επιφέρει νοθρότητα και αποχή από τη δράση.
- Ο πλούτος δεν θεωρείται τίποτε περισσότερο από ένα μέσο και σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί λόγο για έπαρση.
- Συμμετοχή των πολιτών στα κοινά. Οι Αθηναίοι παράλληλα με τις ιδιωτικές τους υποθέσεις δεν παραμελούσαν να ασχολούνται με τα ζητήματα της πόλης. Όσοι δεν ανταποκρίνονταν σε αυτό το καθήκον θεωρούνταν άχρηστοι.
- Απόλαυση της ζωής. Σε αντίθεση με τους σκληροτράχηλους Σπαρτιάτες οι Αθηναίοι ψυχαγωγούνταν με γιορτές και απολάμβαναν τα αγαθά.
- Υπεράσπιση της πολιτείας. Όχι από κάποια νομική υποχρέωση, αλλά σαν καθήκον να προστατευθεί ο τρόπος ζωής τους.

Η θεμελιωδέστερη όλων των αρετών, που διατρέχει όλο το κείμενο του Θουκυδίδη και χαρακτηρίζει την στάση ζωής των Αθηναίων ήταν η μεσότητα, το χάρισμα τους να βρίσκουν την λεπτή ισορροπία ανάμεσα σε αντικρουόμενες αξίες της ζωής. Όπως εξηγεί ο Ι. Κακριδής: O Αθηναίος κατορθώνει να φέρει σε ισορροπία τις ορμές τις ψυχής και του κορμιού, κατακτά την ατομική ελευθερία σεβόμενος τους νόμους και τους άρχοντες, είναι έτοιμος για δράση χωρίς να παραμελεί την σκέψη και η σκέψη δεν χαλαρώνει την ενεργητικότητα του, αναπτύσει την ατομικότητά του χωρίς να απομακρύνεται από το σύνολο. Αντίστοιχα, η Πολιτεία του εφαρμόζει την δημοκρατία χωρίς να εκτρέπεται σε οχλοκρατία.

Οποιαδήποτε απόπειρα σύγκρισης της Αθηναϊκής Πολιτείας με την σύγχρονη Ελλάδα θα ήταν χονδροειδές ατόπημα. Η Αθήνα του Περικλή ήταν μια παγκόσμια υπερδύναμη, ενώ η σημερινή Ελλάδα είναι μια μικρή, αδύναμη χώρα που αγωνίζεται να βρει τη θέση της στον κόσμο. Επιπλέον, δυστυχώς, η αντίληψη περί συνέχειας του ελληνικού πολιτισμού από την αρχαιότητα ως σήμερα αποδεικνύεται επίπλαστη. Εφόσον οι νεοέλληνες δεν μελετάμε τον στοχασμό των προγόνων μας, αδιαφορώντας για την σημαντικότερη παρακαταθήκη τους, το μόνο που μένει να μας συνδέει με εκείνους είναι ότι ζούμε κάτω από τον ίδιο ουρανό. Αυτό το καπρίτσιο της μοίρας αρκεί, ίσως, για να θρέψει μια ανούσια υπερηφάνια• δεν είναι ικανό, όμως, να μας καταστήσει πνευματικούς τους κληρονόμους.

Το ζήτημα της πολιτικής οργάνωσης απασχολούσε έντονα τους αρχαίους που αναζητούσαν επίμονα το καλύτερο σύστημα διακυβέρνησης. 2500 χρόνια αργότερα τα συμπεράσματά τους δεν θα μπορούσαν να έχουν άμεση εφαρμογή σε ένα τόσο διαφορετικό κόσμο. Εντούτοις, οι προβληματισμοί και τα ερωτήματα που θέτουν είναι η ιδανική πρώτη ύλη για να ξεκινήσουμε μια συζήτηση που θα μπορούσε να διαμορφώσει ουσιαστική πολιτική σκέψη.

Πάνω σε αυτό το θέμα έχω εντοπίσει κάποια αξιόλογα βιβλία, απολύτως κατανοητά στον μη ειδικό. Ελπίζω με τον καιρό να διευρύνω τη λίστα:
[1] Περικλέους Επιτάφιος, μετάφραση, σχόλια, επιλεγόμενα Ι.Θ. Κακριδή, εκδ. Εστία
[2] Πόσο επίκαιρη είναι η Αθηναϊκή Δημοκρατία σήμερα; Jaqueline de Romilly, εκδ. Ερμής
[3] Η Αρχαία Ελληνική Δημοκρατία και η σημασία της για εμάς σήμερα, Κ. Καστοριάδης, εκδ. Ύψιλον
[4] Πολιτεία του Πλάτωνα. Ένας οδηγός ανάγνωσης. Νickolas Pappas, εκδ. Οκτώ

Friday, February 15, 2013

Μια ακόμα θεωρία συνωμοσίας


Γράφει ο Karl Popper στο βιβλίο του, "Η ανοιχτή Κοινωνία και οι Εχθροί της":

Θα περιγράψω εν συντομία μια θεωρία, την αποκαλώ «θεωρία συνωμοσίας της κοινωνίας». Είναι η άποψη ότι η εξήγηση ενός κοινωνικού φαινομένου συνίσταται στην ανακάλυψη των ανθρώπων ή ομάδων που έχουν συμφέρον στην εκδήλωση του φαινομένου (κάποιες φορές είναι κρυφό συμφέρον που πρέπει πρώτα να αποκαλυφθεί) και που έχουν σχεδιάσει και συνωμοτίσει ώστε αυτό να συμβεί. Αυτή η άποψη βασίζεται στην λανθασμένη αντίληψη ότι οτιδήποτε συμβαίνει στην κοινωνία – ειδικά γεγονότα δυσάρεστα όπως πόλεμοι, ανεργία, φτώχια- είναι προσχεδιασμένο από ισχυρά άτομα ή ομάδες. Η πεποίθηση αυτή που είναι ευρέως διαδεδομένη είναι αποτέλεσμα της εκκοσμίκευσης της θρησκευτικών προλήψεων. Η πίστη στους ομηρικούς Θεούς, των οποίων οι συνωμοσίες εξηγούν την ιστορία του Τρωικού Πολέμου, έχει χαθεί. Οι Θεοί έχουν εγκαταληφθεί. Την θέση τους έχουν πάρει ισχυροί άνθρωποι ή ομάδες – μοχθηρές ομάδες πίεσης που είναι υπεύθυνες για όλα μας τα δεινά- όπως οι Σοφοί της Σιών, ή τα μονοπώλια, ή οι καπιταλιστές, ή οι ιμπεριαλιστές
[συμπληρώνω εγώ τη λίστα: οι εβραίοι, οι αμερικάνοι, οι μασόνοι, οι τούρκοι, οι γκρίζοι λύκοι, η CIA, εσχάτως οι γερμανοί].
Δεν υπαινίσομαι ότι συνωμοσίες δεν συμβαίνουν ποτέ. Αντιθέτως, είναι συνηθισμένα κοινωνικά φαινόμενα. Το εκπληκτικό γεγονός, όμως, που διαψέυδει την θεωρία συνωμοσίας είναι ότι παρόλο που συνωμοσίες συμβαίνουν, ελάχιστες στέφονται από επιτυχία. Οι συνωμότες σπανίως ολοκληρώνουν την συνωμοσία τους.

Στις παραπάνω σκέψεις θέλω να προσθέσω και κάποιες δικές μου.
Οι αναρίθμητες -εξωφρενικές ή απλά αστήρικτες- θεωρίες που μας κατακλύζουν, σε τι ποσοστό επαληθεύονται; Πολύ μικρό, το δίχως άλλο. Δυστυχώς η συνωμοσιολογία, όχι μόνο αποτυγχάνει κατά κανόνα να ερμηνεύσει τα φαινόμενα, αλλά αποπροσανατολίζει την Κοινή Γνώμη σε σχέση με τα πραγματικά τους αίτια και συνεπώς εμποδίζει την ορθολογική τους αντιμετώπιση. Δαιμονοποιεί αόρατους εχθρούς αναγάγοντας τη λύση των προβλημάτων στη σφαίρα της μεταφυσικής (αφού πάντα φταίει ένας πανίσχυρος, σκοτεινός εχθρός, δεν μένει τίποτα που να μπορούμε να κάνουμε), δημιουργεί σύγχιση, απαλλάσσει την κοινωνία από τις ευθύνες της και την αποτρέπει από την αυτοκριτική. Συχνά γίνεται το παραπέτασμα καπνού για τους πραγματικούς υπεύθυνους.

Όπως λέει ο Popper, συνωμοσίες γίνονταν, γίνονται και θα γίνονται. Το ερώτημα είναι αν ωφελεί την κοινωνία να προσεγγίζει τα φαινόμενα κατ' αυτόν τον τρόπο. Απαραίτητη μια διευκρίνηση: σε καμία περίπτωση δεν ταυτίζω κάθε εναλλακτική ή έστω ανορθόδοξη εξήγηση της πραγματικότητας με την συνωμοσιολογία. Οι θεωρίες συνωμοσίας που γίνονται δημοφίλείς έχουν συνήθως το εξής κοινό χαρακτηριστικό: βασίζονται σε μια στερεοτυπική πεποίθηση, ή προκατάληψη και στρεβλώνουν τη λογική και την παρατηρούμενη πραγματικότητα έτσι ώστε τα συμπεράσματα να επιβεβαιώνουν την προκατάληψη αυτή.

Παράδειγμα:

Η πεποίθηση: Ο λαός Χ είναι εκλεκτός, προικισμένος, ευλογημένος, προορισμένος από τη μοίρα να μεγαλουργεί.

Το δυσάρεστο συμβάν: Ο λαός αποτυγχάνει σε κάτι.

Η εύκολη/βολική εξήγηση: Κάποιοι άλλοι (λαοί ή οι σκοτεινές οργανώσεις τους) που ζηλεύουν το μεγαλείο του και επιβουλεύονται τη δόξα του, τον υπονόμευσαν.

Οι (πιθανοί) πραγματικοί λόγοι: Χωρίς να αρνείται κανείς το διεθνή ανταγωνισμό και τα αντικρουόμενα συμφέροντα, δεν αποκλείεται ο λαός αυτός (ή η ηγεσία του) να έκανε εσφαλμένες επιλογές που να τον οδήγησαν στην αποτυχία.


Είναι δείγμα σοφίας να αντιμετωπίζει κανείς κριτικά την επίσημη εκδοχή. Γιατί να μην υπάρχει, όμως, ο ίδιος σκεπτικισμός ως προς τις εναλλακτικές θεωρίες; Οι Έλληνες αρεσκόμαστε να θεωρούμε εαυτούς ανοιχτόμυαλους, "υποψιασμέμους", που δεν χειραγωγούνται από το «σύστημα», θεωρούμε ότι καταλαβαίνουμε πολύ καλύτερα (π.χ σε σχέση με τα «αμερικανάκια» ή τους «κουτόφραγκους») τι κρύβεται πίσω από τη βιτρίνα που μας πλασάρουν. Αν και δυσκολεύομαι να καταλάβω από που πηγάζει αυτή η βεβαιότητα (μήπως από το εξαιρετικό εκπαιδευτικό μας σύστημα, τα πρωτοκλασάτα πανεπιστήμια, τη βιβλιοφιλία μας, τα αξιόπιστα ΜΜΕ, την ενδελεχή μελέτη των αρχαίων σοφών;), είναι ενα χαρακτηριστικό που εντείνει τη δημοφιλία των ΘΣ στα μέρη μας.

Καθημερινά λαμβάνω, όπως οι περισσότεροι, ουκ ολίγα chain emails, εκείνα με τις πολύχρωμες και ευμεγέθεις γραμματοσειρές που με οργισμένο ύφος ξεσκεπάζουν σκευωρίες, με καλούν να ξυπνήσω από το μακάριο ύπνο μου και απαιτούν να τα διαδώσω σε γνωστούς και φίλους για να φωτιστούν και εκείνοι. Για τα περισσότερα από αυτά αρκούν μερικά δευτερόλεπτα διαδικτυακής αναζήτησης για να αποκαλυφθεί η ανακρίβεια -στα λορια της αφέλειας- του περιεχομένου τους. Γιατί περνιέται κανείς για υποψιασμένος όταν απορρίπτει εμπεριστατωμένες απόψεις ειδικών, αλλά καταπίνει αμάσητα αυτά τα σκουπίδια;

Για να μιλήσω και εγώ τη γλώσσα των συνωμοσιολόγων: Μήπως αυτός ο καταιγισμός πληροφοριακού θορύβου ενθαρρύνεται από κάποιες ελίτ που ωφελούνται από την σύγχιση της κοινής γνώμης και επιθυμούν να την κρατήσουν στο σκοτάδι σε σχέση με τα πραγματικά αίτια των δεινών της;

Friday, February 1, 2013

Βυζαντινή Θεοκρατία vs αρχαίας ελληνικής σκέψης


Άρθρο του Μάριου Πλωρίτη στο Βήμα (11/6/2000):


ΟΛΕΣ αυτές τις μέρες του ιερού περί ταυτοτήτων πολέμου, οι σύγχρονοι σταυροφόροι, από του ανωτάτου μέχρι του κατωτάτου, κραδαίνουν αδιάκοπα τα συνθήματα: «Η Ορθοδοξία είναι αναπόσπαστο στοιχείο της ταυτότητας των Ελλήνων»... «Χριστιανική Εκκλησία και Ελληνικό Εθνος είναι έννοιες αλληλοσυμπληρούμενες» και τα παρόμοια.
Αξίζει, λοιπόν, να δούμε πόσο αληθεύουν αυτά τα «σλόγκαν». Και, για τούτο, ας γυρίσουμε πίσω στις ρίζες, στην εποχή όπου ο Χριστιανισμός καθιερώθηκε ως επίσημη θρησκεία του Βυζαντινού κράτους, και θεμελιώθηκε η συνύπαρξη κοσμικής και θρησκευτικής εξουσίας.
Η ΙΣΤΟΡΙΑ αρχίζει με μια γοερή αντίφαση: Οι Βυζαντινοί ένιωθαν συνεχιστές των αρχαίων Ελλήνων, διατηρούσαν πάμπολλα έθιμά τους, μιλούσαν τη γλώσσα τους, οι λόγιοί τους μελετούσαν την αρχαία Γραμματεία, τη «συντηρούσαν» αντιγράφοντας τα κείμενά της. Και, γι' αυτό το τελευταίο, τους χρωστάμε άπειρες χάρες, αφού χωρίς τον δικό τους μόχθο, μεγάλο μέρος του αρχαίου θησαυρού θα είχε χαθεί για πάντα.
Απ' την άλλη, όμως, αποστρέφονταν την Ελλάδα και τους Ελληνες, επειδή τους ταύτιζαν με την επάρατη ειδωλολατρία, τον εχθρό και αλλοτινό διώκτη της χριστιανικής θρησκείας. Ετσι, έγιναν αυτοί διώκτες ανελέητοι των παλιών διωκτών τους. Και, φυσικά, πρωταρχικό ρόλο στο μίσος κατά «παντός του ελληνικού» και στον λυσσαλέο κατατρεγμό του, έπαιξε η Εκκλησία, που ήταν ο φορέας και λειτουργός της νέας θρησκείας και ο μοναδικός σχεδόν πνευματικός οδηγητής των Βυζαντινών.
Η πρώτη τους κίνηση ήταν να καταστρέφουν τους ναούς και τα αγάλματα των Ελλήνων ¬ στερώντας, έτσι, τον κόσμο από ανεπανάληπτα δημιουργήματα της αρχαίας τέχνης, για να μη μείνη ίχνος από τη «βελυρή θρησκεία των ειδώλων». Ο πατριάρχης Αλεξανδρείας Θεόφιλος, πρωτοστάτησε, το 391, στην πυρπόληση της βιβλιοθήκης του Σεραπείου, με τους 42.000 τόμους της ¬ μοναδική κιβωτό της αρχαίας γνώσης και λογοτεχνίας... Ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος Α' κατάργησε τους Ολυμπιακούς Αγώνες (395) και ο πολύς Ιουστινιανός έκλεισε τις φιλοσοφικές σχολές της Αθήνας (529)...
Και να ήταν μόνο τα άψυχα; Οι πρόδρομοι των σημερινών ζηλωτών επιδόθηκαν σε φοβερούς διωγμούς και σφαγές των «εθνικών», που τις ομολογούν και οι χριστιανοί χρονικογράφοι... Ο ελληνολάτρης αυτοκράτορας Ιουλιανός όχι μόνο συκοφαντήθηκε και αναθεματίσθηκε σαν «αποστάτης» και «παραβάτης» αλλά και δολοφονήθηκε (πιθανότατα) από χριστιανό, ενώ πολεμούσε εναντίον των Περσών... Ο ανεψιός και διάδοχος του πατριάρχη Θεόφιλου, ο Κύριλλος, θεωρείται ηθικός αυτουργός της δολοφονίας της σπουδαίας νεοπλατωνικής φιλοσόφου Υπατίας (415)... Και το 797, η Σύνοδος της Νικαίας αναθεμάτιζε όσους «μελετούσαν διεξοδικώς τα ελληνικά μαθήματα»...
ΑΚΟΜΑ και το όνομα «Ελλην» πήρε νόημα υβριστικό και αποκρουστικό. Το Βυζάντιο «πολέμιον υπελάμβανε (θεωρούσε εχθρικό) το των Ελλήνων όνομα, καθ' όσον ανέκαθεν το όνομα τούτο εταυτίσθη μετά της εννοίας του ειδωλολάτρου», γράφει ο ¬ κάθε άλλο παρά «αντίχριστος», βέβαια ¬ ιστορικός Κ. Παπαρηγόπουλος1. «Ανόσιους, μυσαρούς, παμμίαρους» αποκαλούσαν τους Ελληνες οι αυτοκρατορικοί νόμοι και οι εκκλησιαστικοί πατέρες.
Ο Αθανάσιος κατακεραύνωνε τους «μιαρούς» Ελληνες... ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός στηλίτευσε την «κίβδηλον ποίησιν» των αρχαίων... και ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος θεωρούσε πως Χριστιανισμός και Ελληνισμός είναι ασυμβίβαστοι, ¬ διαφωνώντας με τους νυν ελληνοχριστιανικούς κήρυκες...
«Το όνομα Ελλην κατήντησε θρησκευτικόν και ελέγετο περί μη χριστιανών και αν ακόμη ούτοι ήσαν Σαρακηνοί», λέει ο ιστορικός Κ. Αμαντος2. Και, αυτό, όχι μόνο από τους τότε ζηλωτές και «θεούσες». Ακόμα και κορυφαίοι διανοητές, όπως ο πατριάρχης Φώτιος (9ος αιώνας) έγραφε πως οι Ρώσοι, προτού εκχριστιανισθούν, είχαν «ελληνικήν και άθεον δόξαν», ενώ ο «πλατωνιστής» Μιχαήλ Ψελλός (11ος αιώνας) έλεγε πως οι Κινέζοι ήταν «Ελληνες το δόγμα«! Και όταν, το 968, απεσταλμένοι του Πάπα εγχείρισαν στον αυτοκράτορα Νικηφόρο Φωκά γράμματα του Ποντίφηκα με την προσφώνηση «αυτοκράτωρ των Ελλήνων», ο Φωκάς τους έριξε στη φυλακή!
ΕΙΝΑΙ αλήθεια πως, από τον 10ο και, περισσότερο, από τον 13ο αιώνα, οι βυζαντινοί ανθρωπιστές προσπάθησαν να ξαναδώσουν στα ονόματα «Ελλάς» και «Ελληνες» την παλιά τους αίγλη, και διεκδίκησαν την πνευματική «κληρονομιά» της Αθήνας. Ωστόσο, αυτή η «αποκατάσταση» δεν εξάλειψε τον (κληρικό προπάντων) ανθελληνισμό ως το τέλος της αυτοκρατορίας. Ο μέγας λογοθέτης (πρωθυπουργός) του Ανδρόνικου Β' Παλαιολόγου, Θεόδωρος Μετοχίτης (αρχές 14ου αιώνα), θεωρούσε τους Ελληνες «εχθρούς του κράτους» και ευχόταν να «εξολοθρευθούν με την βοήθειαν του Θεού», ενώ ο προοδευτικός θεολόγος Βαρλαάμ (14ος αιώνας) θα κατηγορηθεί, ανάμεσα στ' άλλα, και σαν «ελληνομανής». Και ο Γεννάδιος Σχολάριος (ο κατοπινός πρώτος πατριάρχης της Τουρκοκρατίας), όταν ρωτήθηκε, τρία χρόνια πριν απ' την Αλωση, αν είναι Ελλην, απάντησε με αποστροφή: «... ει τις έροιτό μοι (αν με ρωτήσει κανείς) τις ειμί, αποκρινούμαι Χριστιανόν είναι».
Και ο ιστορικός Παύλος Καλλιγάς επιλέγει: «Αυτούς τους διώκοντας τον Χριστιανισμόν Τούρκους, αποκαλεί η Εκκλησία "νέους Ελληνας", διότι το όνομα Ελλην ήτο τότε συνώνυμον τω αντιχρίστω... Οι περισωθέντες επίσημοι αναθεματισμοί του ελληνικού ονόματος, αποδεικνύουν ότι οι ακαταλόγιστοι εκείνοι άνθρωποι ενόσουν (έπασχαν από) αληθή ελληνοφοβίαν»3....
Αυτά τα ολίγα. Εκτός αν οι σημερινοί «ελληνοχριστιανοί» υποστηρίζουν πως το Βυζάντιο δεν έχει σχέση με το ελληνικό έθνος ¬ ξεχνώντας πως εκεί βρίσκονται οι απαρχές του νέου ελληνισμού, πως πλήθος παραδόσεις του συνεχίζουμε και ¬ προπάντων ¬ πως, στην εποχή του βυζαντινού κράτους, οι πατέρες της Εκκλησίας και οι Οικουμενικές σύνοδοι χάραξαν τις αρχές και τους κανόνες, όπου στηρίζεται και σήμερα η Ορθοδοξία.
ΕΙΝΑΙ αυτονόητο ¬ θα το ξαναπώ ¬ ότι δεν παραγνωρίζω διόλου τη συμβολή του κλήρου στην στήριξη του υπόδουλου γένους, πως θαυμάζω ¬ όπως άπειροι άλλοι ¬ τη βυζαντινή θρησκευτική τέχνη, αρχιτεκτονική, εικονογραφία, υμνογραφία. Αλλο, όμως, αυτό και άλλο οι κορώνες πως «ορθοδοξία και ελληνισμός είναι ταυτόσημοι». Ο βυζαντινός ιερός πόλεμος κατά των Ελλήνων, που κράτησε έντεκα αιώνες, απόδειξε πόσο τυφλώνει ο δογματικός φανατισμός, αλλά και πόσο ανέσπερη αλκή έχει ο ελληνικός πολιτισμός, αφού κατόρθωσε να επιβιώσει ακόμα κι όταν τον μαχόταν ανένδοτα η πιο κραταιή (μαζί με τον αυτοκράτορα) δύναμη του Βυζαντίου, η ιεραρχία...
Ας με συγχωρέσουν (πράγμα απίθανο) οι άγιοι πατέρες, αλλά... «ει μη φίλα λέγω, ουχ ήδομαι, το δ' ορθόν εξείρηχ' όμως» ¬ «αν δε λέω πράγματα ευχάριστα, λυπάμαι, είπα όμως την πάσα αλήθεια»4...
1. Ιστορία, Δβ', σελ. 6. ¬ 2. Ιστορία του Βυζαντινού Κράτους (1933), σελ. 180. ¬ 3. Μεσαιωνικός βίος του Ελληνικού Εθνους, «Εστία», 1883, αριθ. 387. ¬ 4. Σοφοκλής, Τραχίνιαι, στ. 373.

Saturday, January 19, 2013

Περιούσιος λαος


Από τα Πρακτικά της Βουλής του 1911 η ρήση του Ελευθερίου Βενιζέλου:

«Μόνον οι δημαγωγούντες τους λαούς, οι θέλοντες να φέρωσιν αυτούς εις αποφάσεις ολεθρίας διά το μέλλον, λέγουσιν εις ένα λαόν, "Συ είσαι ο περιούσιος λαός, και όλα τα γινόμενα εις τον άλλον κόσμον, δ' εσέ δεν εφαρμόζονται". Οντες ο περιούσιος λαός, τον οποίον η εκάστοτε δημαγωγία διεκήρυσσεν, εφθάσαμεν, προ ετών, να γίνωμεν περιούσιος λαός εις τους λόγους και καταφρόνημα των λαών εις τα έργα».

Ας το έχουμε υπόψη μας όταν ακούμε διάφορα περί "εκλεκτών", "περιούσιων" λαών και "ιδιαιτεροτήτων" .

Thursday, November 8, 2012

Εμφύλιος χωρίς τέλος


Διάβασα τις προάλλες δυο κείμενα που τα χώριζε μεγάλη απόσταση στο χώρο, το χρόνο ίσως και το θέμα, αλλά που στο μυαλό μου ταίριαξαν μεταξύ τους σαν κομμάτια από παζλ.
Το πρώτο ήταν ένα άρθρο του Πλωρίτη με τίτλο «Τέλος στον εμφύλιο πόλεμο!» που δημοσιεύτηκε το 2004 στο Βήμα. Πάνω στο απόγειο της ολυμπιακής ευφορίας, ο Πλωρίτης έκανε λόγο για ένα ατελείωτο και ολέθριο εμφύλιο πόλεμο, τον πόλεμο ανάμεσα στο Κράτος και τον Πολίτη:

"[...] Από τα πρώτα βήματα της ελεύθερης ελληνικής πολιτείας - όποιο πολίτευμα, κυβέρνηση, κόμμα κι αν την διαφέντευαν - σοβούσε και σοβεί αυτός ο ακήρυκτος θανατερός πόλεμος ανάμεσα σε δυο μόνιμους εχθρούς: την εξουσία, μεγάλη ή μικρή, και τον εξουσιαζόμενο. Δεν είναι θέμα πολιτικής, κοινωνικής, ιδεολογικής, ταξικής αντίθεσης. Είναι θέμα αντίληψης του τρόπου άσκησης της κρατικής δικαιοδοσίας απ' όσους την κατέχουν και πρόσληψής της απ' όσους την υφίστανται. Αυτής της δικαιοδοσίας, που αντιμετωπίζει τα άτομα σαν εξ ορισμού πρόβατα επί σφαγήν, αφαίμαξιν, εκδοράν, καταπίεσιν, αλλά και σαν άτυπη συμμορία κλεφτών, απατεώνων, κάλπηδων, πλαστογράφων, ληστοφυγόδικων... που τους δημιουργεί τη (δικαιολογημένη) πεποίθηση πως το κράτος είναι άδικο, αλλοπρόσαλλο, σατραπικό, εκβιαστικό, εκμεταλλευτικό, άσπλαχνο... και, συνακόλουθα, τους εξωθεί να ψεύδονται, να παραποιούν, να αποκρύβουν, να λαδώνουν, να δωροδοκούν, για ν' αμυνθούν και να γλιτώσουν, λίγα ή πολλά, απ' τις αρπάγες των «επίσημων» λαφυραγωγών.
Αυτή είναι η καθημερινή τρομοκρατία που ασκούν αμέτρητοι, ανώνυμοι, ανεύθυνοι μικρο-Μπιν Λάντεν πάνω σ' όποιον έχει ακόμη και την ελάχιστη δοσοληψία με τη δημόσια, δημοτική ή όποιαν άλλη ντόπια Αλ Κάιντα.
Και το ακόμα χειρότερο: αυτή είναι η βαθύτερη διαφθορά του κοινωνικού ιστού: το κράτος θεωρεί τους πολίτες θηράματα και θηράματα ανήθικα - οι πολίτες θεωρούν το κράτος ανήθικο δήμιο. Και επειδή - κατά την τρέχουσα αντίληψη - η ανηθικότητα αντιμετωπίζεται μόνο με ανηθικότητα, ο ανηθικισμός διαποτίζει ολόκληρο το κοινωνικό σώμα...
ΠΟΙΟΣ θα μπορέσει να βάλει τέλος σ' αυτό τον εμφύλιο πόλεμο της «θεσμοποιημένης» ανηθικότητας και διαφθοράς, που επιπλέον δυναμιτίζει την εθνική οικονομία, ακρωτηριάζει την ιδιωτική πρωτοβουλία, διασύρει τους θεσμούς και, προπάντων, δηλητηριάζει τις σχέσεις πολίτη και κράτους, και σαπίζει το ήθος όλου του τόπου;
Ποιος θα κατορθώσει να γκρεμίσει το κυριότερο βάθρο αυτής της Σφίγγας - την πολυνομία - που, με τους απέραντους λαβυρίνθους της αλαλιάζει τους πολίτες και με τ' αμέτρητα «παράθυρά» της δίνει την ευκαιρία σε ουκ ολίγους «αρμόδιους» ν' απομυζούν τους πελαγωμένους δουλοπαροίκους τους; «Νόμος ο πάντων βασιλεύς» , έλεγε ο Πίνδαρος - αλλά οι πολλοί νόμοι γίνονται των πάντων δυνάστες, τύραννοι, παγίδες, δολώματα άνομου πλουτισμού. «Οσο πιο διεφθαρμένη είναι μια πολιτεία, τόσο περισσότερους νόμους έχει», έγραφε ο Τάκιτος. Κι αν κρίνουμε απ' τον υπερπληθωρισμό της δικής μας νομοθεσίας, η πολιτεία μας πρέπει να είναι ο παγκόσμιος ομφαλός της διαφθοράς... [...]"

Ας κρατήσουμε από τα παραπάνω την (προφανή στις μέρες μας) διαπίστωση, ότι η σχέση κεντρικής εξουσίας και πολιτών στην Ελλάδα είναι βαθύτατα τραυματισμένη και, πιθανότατα, ποτέ στη σύγχρονη ιστορία μας δεν υπήρξε αρμονική.

Το δεύτερο κείμενο ήταν μια κριτική βιβλίου απο το New York Books Review, συντάκτης της οποίας είναι ο Jared Diamond (καθηγητής στο UCLA και συγγραφέας) και αφορά το βιβλίο “Why Nations fail: The Origins of Power, Prosperity and Poverty”. Το βιβλίο επιχειρεί να διερευνήσει ποιοί παράγοντες οδηγούν ένα κράτος στην ευημερία ή τη φτώχεια.

Το άρθρο ξεκινάει αναφέροντας το παράδειγμα της πόλης Nogales, στα σύνορα Μεξικού και ΗΠΑ. Μαθαίνουμε, λοιπόν, ότι η πόλη αυτή αποτελεί ένα ενδιαφέρον φυσικό πείραμα οργάνωσης κοινωνιών, καθότι είναι χωρισμένη στα δυο, με το ένα τμήμα της να ανήκει στην Αμερική και το άλλο στο Μεξικό. Στην Αμερικάνικη πλευρά το μέσο εισόδημα και το προσδόκιμο ζωής είναι υψηλότερα, η εγκληματικότητα και η διαφθορά χαμηλότερες, οι υπηρεσίες και οι υποδομές πολύ καλύτερες. Δεδομένου ότι οι γεωγραφικές συνθήκες, και τα φυλετικά χαρακτηριστικά των κατοίκων των δύο πόλεων είναι πανομοιότυπα, οι διαφορές αυτές μπορούν να εξηγηθούν σαν αντανάκλαση των πολιτικών και οικονομικών θεσμών των ΗΠΑ και του Μεξικού. Η ύπαρξη καλών θεσμών, δηλαδή νόμων και πολιτικών που δίνουν κίνητρο στον κόσμο να εργαστεί περισσότερο, να γίνουν παραγωγικότεροι οδηγούν στην ατομική και συλλογική ευημερία. Παρόμοια συμπεράσματα προκύπτουν με τη σύγκριση Βόρειας και Νότιας Κορέας ή Ανατολικής και Δυτικής Γερμανίας παλαιότερα.

Πολύ καλά ως εδώ: συμφωνούμε ότι η ποιότητα των θεσμών μιας χώρας καθορίζει σε μεγάλο βαθμό την ευημερία της. Τίθεται τότε το ερώτημα, γιατί κάποιες χώρες έχουν καλούς θεσμούς και άλλες όχι; Η απάντηση που δίνεται είναι σαφής: Ο καθοριστικότερος παράγοντας είναι η ιστορική διάρκεια ύπαρξης κεντρικής κυβέρνησης σε ένα τόπο. Η μακρά παράδοση σε οργάνωση κεντρικής κυβέρνησης διευκολύνει την ύπαρξη καλών θεσμών (αλλά δεν την εγγυάται). Αντίθετα, σε κοινωνίες με σύντομη ιστορία σε τέτοιου τύπου κυβέρνησης η εμφάνιση καλών θεσμών είναι απίθανη. Δε μπορούμε ξαφνικά να εισάγουμε ένα τέτοιο σύστημα κυβέρνησης σε κάποιο λαό χωρίς σχετική παράδοση και να περιμένουμε ο κόσμος να το υιοθετήσει και να ξεμάθει μια μακρά ιστορία απλοικότερων μορφών οργάνωσης.

Το άρθρο εξετάζει διάφορους άλλους παράγοντες που επηρεάζουν τον πλούτο των κρατών και αξίζει να το διαβάσει κανείς ολόκληρο, αλλά για να προχωρήσω τη σκέψη μου, μου αρκεί η άποψη ότι ο σημαντικότερος από τους παράγοντες αυτούς είναι η σχέση ενός λαού με την κεντρική εξουσία, δηλαδή με το κράτος.

Aς συνδιάσουμε τα παραπάνω: Ο Πλωρίτης μας λέει ότι ο ελληνικός λαός βρίσκεται, σε όλη τη σύγχρονη ιστορία του, σε ανοιχτό πόλεμο με το κράτος και ο κύριος Diamond στο άρθρο του μας λέει οτι αυτός είναι ο ασφαλέστερος δρόμος για την κόλαση. Voila, το παζλ της συμφοράς σχηματίστηκε!

Τα πράγματα δεν ήταν πάντοτε έτσι σε αυτόν τον πολύπαθο τόπο. Κάποτε έζησαν εδώ άνθρωποι που σκέφτονταν πολύ διαφορετικά. Δεν θεωρούσαν τον νόμο ένα ενοχλητικό εμπόδιο που θα πρέπει να παρακάμψουν, αλλά σημείο υπεροχής του πολιτισμού τους: Όταν ο Ξέρξης ρώτησε πως μπορούν οι Έλληνες, ένας μικρός λαός, να αντιμετωπίσουν τον τεράστιο στρατό του, ένας Σπαρτιάτης του απάντησε: «Επειδή έχουν έναν αρχηγό τον οποίο τρέμουν ακόμα περισσότερο απ’ ότι τρέμουν εσένα οι υποτελείς σου. Ο αρχηγός αυτός είναι ο Νόμος.»[1]

Δεν αντιλαμβάνονταν την πολιτεία σα μια συνάθροιση ατομικών συμφερόντων (ενίοτε αντικρουόμενων), αλλά σαν ένα οργανισμό που προσβλέπει στο συλλογικό καλό, μέσω του οποίου ωφελούνται τα άτομα. Ο Περικλής διατράνωνε ότι αν μια πολιτεία ευημερεί, εξυπηρετεί πολύ καλύτερα τους πολίτες παρά όταν οι πολίτες ευτυχούν ο καθένας χωριστά, αλλά η πολιτεία στο σύνολο της δυστυχεί. [2]

Eκείνοι, βέβαια, δικαιώθηκαν και αποτελούν για χιλιάδες χρόνια πηγή έμπνευσης. Αλίμονο στους απογόνους τους που αρέσκονται να κομπάζουν για την καταγωγή τους αλλά περιφρονούν τη σοφία που τους κληροδοτήθηκε!


[1] Ηρόδοτος, βιβλίο Η
[2] Θουκυδίδη Ιστορίαι, βιβλίο Β, 60


Υ.Γ: Ένα σημείο του άρθρου του NY Books που έχει πολύ «ζουμί», είναι η παρατήρηση ότι: «Δεν μπορούμε ξαφνικά να εισάγουμε ενα τέτοιο σύστημα κυβέρνησης σε ενα λαό χωρίς σχετική παράδοση και να περιμένουμε ο κόσμος να το υιοθετήσει και να ξεμάθει μια μακρά ιστορία απλοικότερων μορφών οργάνωσης». Αυτό το σημείο οι Δυτικοί συχνά το ξεχνούν και παρασυρμένοι από τη δική τους πρόοδο θεωρούν ότι αν το μοντέλο τους διδαχθεί ή επιβληθεί σε λιγότερο αναπτυγμένες κοινωνίες, αυτές θα σημειώσουν ραγδαία πρόοδο. Δυστυχώς τα πράγματα δεν έχουν αποδειχθεί τόσο απλά και οι προσπάθειες να επιταχυνθούν οι εξελίξεις με αυτόν τον τρόπο είναι συνήθως αποτυχημένες και οδηγούν σε εντάσεις. Οι λαοί δύσκολα αλλάζουν τις συνήθειες τους και δυσκολότερα δέχονται νουθεσίες ή καθοδήγηση από ξένους. Φαίνεται ότι κάθε κοινωνία είναι καταδικασμένη να περάσει μόνη της τα στάδια ωρίμανσης, να ακολουθήσει τα δικά της βήματα εξέλιξης και να βγάλει τα συμπεράσματα της. Δεν γίνεται να κόψει δρόμο διδασκόμενη από τις εμπειρίες άλλων (όπως άλλωστε συνήθως συμβαίνει και με τους ανθρώπους). Συνεπώς, ακόμα και αν συμφωνήσουμε ότι η ρίζα του ελληνικού προβλήματος δεν είναι απλώς κάποιες επιμέρους οικονομικές πολιτικές, ή κάποιες καταστροφικές πολιτικές επιλογές, αλλά ο προβληματικός τρόπος με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την κοινωνική συνύπαρξη και την λειτουργία της πολιτείας (ο εμφύλιος του Πλωρίτη δηλαδή), και πάλι ο δρόμος για την ανά(σ)ταση είναι μακρύς. Θα πάρει χρόνο, για παράδειγμα, ώσπου να κοπάσει ο εμφύλιος και ακόμα περισσότερο για να επουλωθούν οι πληγές που αφήνει. Αυτή τη στιγμή, που φαντάζει σχεδόν αδύνατο να αποκατασταθεί μια minimum εμπιστοσύνη μεταξύ κράτους και πολιτών, θα βοηθούσε τουλάχιστον να κατανοήσουμε την απόλυτη αναγκαιότητα αυτής της εμπιστοσύνης.
Όσο μακρυά και αν βρίσκεται η λύση, τουλάχιστον θα έχουμε στρέψει το μέτωπο προς το μέρος της και τα βήματα μας θα μας πηγαίνουν σε εκείνη.

Friday, November 2, 2012

Σκέψεις του Ελύτη για τη σύγχρονη Ελλάδα

Αντιγράφω από το site του βιβλιοπωλείου Πολιτεία:

Σε μια συνέντευξη που έδωσε ο Ελύτης στον Ρένο Αποστολίδη στην Εφημερίδα Ελευθερία στις 15 Ιουνίου του 1958 τα λόγια του είναι επίκαιρα.
Απάντηση του Ελύτη στην ερώτηση του δημοσιογράφου περί δουλοπρέπειας :

Δέν μ᾿ ἐνδιαφέρει ὁ ἐπίσημος ὅρος τῆς δουλοπρέπειας. Μ᾿ ἐνδιαφέρει ἡ οὐσία. Κι ἐκεῖνο πού ξέρω εἶναι ὅτι μ᾿ αὐτά καί μ' αὐτά ἐφτάσαμε σέ κάτι πού θά μοῦ ἐπιτρέψετε νά ὀνομάσω «ψευδοφάνεια». Ἔχουμε, δηλαδή, τήν τάση νά παρουσιαζόμαστε διαρκῶς διαφορετικοί απ' ὅ,τι πραγματικά εἴμαστε. Καί δέν ὑπάρχει ἀσφαλέστερος δρόμος πρός τήν ἀποτυχία, εἴτε σάν ἄτομο σταδιοδρομεῖς εἴτε σάν σύνολο, ἀπό τήν ἔλλειψη τῆς γνησιότητας. Τό κακό πάει πολύ μακριά. Ὅλα τά διοικητικά μας συστήματα, οἱ κοινωνικοί μας θεσμοί, τά ἐκπαιδευτικά μας προγράμματα, ἀρχῆς γενομένης ἀπό τούς Βαυαρούς, πάρθηκαν μέ προχειρότατο τρόπο ἀπό ἔξω, καί κόπηκαν καί ράφτηκαν ὅπως ὅπως ἐπάνω σ᾿ ἕνα σῶμα μέ ἄλλες διαστάσεις καί ἄλλους ὅρους ἀναπνοῆς.
Καί δέν πρόκειται βέβαια γιά «προγονοπληξία». Τά λέω, ἄλλωστε, αὐτά ἐγώ πού, σ᾿ ἕναν τομέα ὅπως ὁ δικός μου, κήρυξα μέ φανατισμό τήν ἀνάγκη τῆς ἐπικοινωνίας μας μέ τό διεθνές πνεῦμα, καί πού σήμερα μέ ἐμπιστοσύνη ἀποβλέπω στή διαμόρφωση ἑνός ἑνιαίου εύρωπαϊκοῦ σχήματος, ὅπου νά ἔχει τή θέση της ἡ Ἑλλάδα. Μέ τή διαφορά ὅτι ὁ μηχανισμός τῆς ἀφομοιώσεως τῶν στοιχείων τῆς προόδου πρέπει νά λειτουργεῖ σωστά, καί νά βασίζεται σέ μιά γερή καί φυσιολογικά ἀναπτυγμένη παιδεία. Ἐνῶ σ' ἐμᾶς, ὄχι μόνον δέν λειτουργεῖ σωστά, ἀλλά δέν ὑπάρχει κἄν ὁ μηχανισμός αὐτός γιά νά λειτουργήσει! Καί μέ τή διαφορά ἀκόμη ὅτι, ἐκτός ἀπό ἐλάχιστες ἐξαιρέσεις, ἡ ἡγετική μας τάξη, στό κεφάλαιο τῆς ἑλληνικῆς παιδείας, ἔχει μαῦρα μεσάνυχτα! Κοιτάξετε μέ προσοχή τά ἔντυπα πού εκδίδει ἡ ἴδια, ἤ πού προτιμᾶ νά διαβάζει, τά διαμερίσματα ὅπου κατοικεῖ, τίς διασκεδάσεις πού κάνει, τή στάση της ἀπέναντι στή ζωή. Οὔτε μιά σταγόνα γνησιότητας! Πῶς θέλετε, λοιπόν, ν᾿ ἀναθρέψει σωστά τή νέα γενιά; Ἀπό τά πρῶτα διαβάσματα πού θά κάνει ἕνα παιδί ὥς τά διάφορα στοιχεῖα πού θά συναντήσει στό καθημερινό του περιβάλλον, καί πού θά διαμορφώσουν τό γοῦστο του, μιά συνεχής καί άδιάκοπη πλαστογραφία καί τίποτε ἄλλο!
Θά μοῦ πεῖτε: εἶσαι λογοτέχνης, καλαμαράς, καί βλέπεις τά πράγματα ἀπό τή μεριά πού σέ πονᾶνε. Ὄχι, καθόλου! Καί νά μοῦ έπιτρέψετε νά ἐπιμείνω. Ὅλα τά ἄλλα κακά πού θά μποροῦσα νά καταγγείλω –ἡ ἔλλειψη οὐσιαστικῆς ἀποκεντρώσεως καί αὐτοδιοικήσεως, ἡ ἔλλειψη προγραμματισμοῦ γιά τήν πλουτοπαραγωγική ἀνάπτυξη τῆς χώρας, ἀκόμη καί ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο ἀσκεῖται ἡ ἐξωτερική μας πολιτική– εἶναι ζητήματα βαθύτερης ἑλληνικῆς παιδείας! Ἀπό τήν ἄποψη ὅτι μόνον αυτή μπορεῖ νά προικίσει ἕναν ἡγέτη μέ τήν ἀπαραίτητη εὐαισθησία πού χρειάζεται γιά νά ἐνστερνιστεῖ, καί ἀντιστοίχως νά ἀποδώσει, τό ἦθος τοῦ λαοῦ. Γιατί αὐτός ὁ λαός, πού τήν ἔννοιά του τήν ἔχουμε παραμορφώσει σέ σημεῖο νά μήν τήν ἀναγνωρίζουμε, αὐτός ἔχει φτιάξει ὅ,τι καλό ὑπάρχει – ἄν ὑπάρχει κάτι καλό σ᾿ αὐτόν τόν τόπο! Καί αὐτός, στίς ὧρες τοῦ κινδύνου, καί στό πεῖσμα τῆς συστηματικῆς ἡττοπαθείας τῶν ἀρχηγῶν του, αἴρεται, χάρη σ᾿ ἕναν ἀόρατο, εὐλογημένο μηχανισμό, στά ὕψη πού ἀπαιτεῖ τό θαῦμα!
Ὅσο, λοιπόν, καί ἄν εἶναι λυπηρό, πρέπει νά τό πῶ: ὁ Ἑλληνισμός, γιά τήν ὥρα τουλάχιστον, ἐπέτυχε ὡς γένος, ἀλλ᾿ ἀπέτυχε ὡς κράτος! Καί παρακαλῶ νύχτα μέρα τόν Θεό, καί τό μέλλον, νά μέ διαψεύσουν.

Friday, October 12, 2012

Η σύγχρονη Ελλάδα μέσα από τη ματιά των φιλοσόφων της


Μετά τα αποσπάσματα του Καστοριάδη (Εθνικές αντιφάσεις, ιδιοσυγκρασιακές αντινομίες και νεοελληνική σχιζοφρένεια) παραθέτω κάποιες σκέψεις του Κώστα Αξελού (από το βιβλίο Η Μοίρα της Σύγχρονης Ελλάδας, εκδ. Νεφέλη, και πρωτοδημοσιευμένες το 1978)

- Για τη θέση της Ελλάδας στον κόσμο:

Θα μπαίναμε επίσης στον πειρασμό ν' απαντήσοuμε αρνητικά στο ερώτημα αν η Ελλάδα διαθέτει μια σκέψη, μια επιστήμη και μια πολιτική. Συμμετέχει στην ευρωπαική -και οσονούπω πλανητική- σκέψη, επιστήμη και πολιτική, αλλά συμμετέχω δεν σημαίνει καθόλου και κατέχω. Τα δέντρα αυτά δεν φυτρώνοuν στο δικό της έδαφος. Η ευρωπαική σκέψη διατηρεί έναν κατά πολύ ζωηρότερο διάλογο με την αρχαία σκέψη απ' ότι η νεοελληνική σκέψη. Και η ευρωπαική σκέψη είναι, επίσης, σκέψη του επίκαιρου. Έτσι, η σύγχρονη Ελλάδα τρέφεται με τη δυτική σκέψη• «τρέφεται» σημαίνει: δέχεται τους καρπούς που καλλιεργούνται αλλού. Αυτό που της λείπει είναι το σύνολο: οι ρίζες, ο κορμός και τα κλαδιά του δέvτρoυ. Φυσικά, όπως παντού, υπάρχουν θάμνοι, αλλά δεν είναι αρκετά ισχυροί ώστε να φιλτράρουν το φως μέσα απ' το φύλλωμά τους και να δημιοuργήσοuν μιαν ακόμη αληθινή σκιά.

Καθώς λείπουν οι ρίζες του δέvτρoυ, είναι προφανές ότι δεν υπάρχοuν ούτε ο κορμός της γνώσης ούτε οι κλάδοι των επιστημών. Μπορεί η σύγχρονη Ελλάδα να «τρέφεται» με τη δυτική σκέψη, αλλά προσπαθεί απεγνωσμένα να χωνέψει τις ξένες επιστημονικές επιτεύξεις.
Στην πραγματικότητα, η δίδυμη αδελφή της επιστήμης, η τεχνική, λείπει παντελως. Οι Νεοέλληνες δεν κατασκευάζοuν τον κόσμο, ούτε καν την ίδια τη χώρα τους. Δεν ξέρουν να «φτιάχνουν». Οι άνθρωποι της χώρας αυτής κοπιάζουν αλλά δεν παράγουν έργο.

- "Ελληνοκεντρισμός" εναντίον "δυτικισμού":

Η μείζων αυταπάτη της νεολληνικής αυτοσυνείδησης είναι εκείνο το οποίο η ίδια (με ελάχιστη μετριοφροσύνη) ονομάζει ελληvοκεvτρισμό. Οι δύο λέξεις που συνθέτουν τον όρο είναι ελληνικές. Τι σημαίνει όμως ο όρος αυτός;
Eλληνοκεντρική είναι η σύλληψη πού θέλει την Ελλάδα να αποτελεί ένα κέντρο. Κέντρο τίνος πράγματος; Κανείς δεν απαντά ξεκάθαρα στο ερώτημα, ωστόσο η αναπαράσταση του κέντρου αυτού συνεπάγεται τον κόσμο σαν να είναι η περιφέρειά του. Βεβαίως η ελληνοκεντρική αντίληψη καθόλου δεν αποσαφηνίζει το άρρητο περιεχόμενο του ονόματος πού δίνει στον εαυτό της, επειδή δεν σκέπτεται το πεπρωμένο της έτσι ώστε να το εκφράσει μέσω της γλώσσας. Κατασκευάζει για τον εαυτό της διαταραγμένες και διαταράσσουσες αναπαραστάσεις και προφέρει ένα χείμαρρο από λόγια ή σωπαίνει. Εντούτοις, ο ελληνοκεντρισμός είναι η μοναδική «ιδέα» την οποία μπόρεσε νά προβάλει η Ελλάδα. Και η ιδέα αυτή πήρε γύρω στα τέλη του περασμένου αιώνα (19ου) και στις αρχές του δικού μας (20ου) το μεγαλειώδες όνομα της Μεγάλης Ιδέας. Δηλαδή, ότι η (νεωτερική) Ελλάδα θα έπρεπε να είναι τουλάχιστον τόσο μεγάλη και σημαντική όσο υπήρξαν και οι άλλες δύο.
Η «Μεγάλη Ιδέα» δεν οδήγησε στη «μεγάλη Ελλάδα» επειδή δεν ήταν ούτε μεγάλη ούτε ιδέα. Ήταν οπωσδήποτε μια αρκετά ενορμητική αναπαράσταση, ένα όνειρο που στόχευε στο μεγαλείο• εκείνο που της έλειπε ήταν η σκέψη την οποία ενέχει κάθε ιδέα, η ισχυρή αλήθεια μιας ιδέας που καθιστά το μεγαλείο της πραγματικό. Δέν παρουσίαζε ένα καινούριο άνοιγμα στον κόσμο, δεν αποκάλυπτε το νόημά της. Δεν υποστηριζόταν από εκείνη τη φλογερή πίστη που κάνει τις αυτοκρατορίες να γεννιούνται
- και να χάνονται.

Στον αντίποδα της «ελληνοκεντρικης» τάσης, μιά άλλη τάση εκδηλώθηκε. Συνιστώντας κι αυτή μιάν αυταπάτη της εθνικής αυτοσυνείδησης, χαρακτηρίζεται από τόν ριζικό «δυτικισμό» της. Οι οπαδοί της συγκεκριμένης θέσης βλέπουν την Ελλάδα λουσμένη στο δυτικό φως. Θα έπρεπε έτσι η μεσογειακή τούτη χώρα να γίνει, και πολύ γρήγορα, χώρα ευρωπαική με σχεδιασμένη οικονομία και ορθολογική πολιτική, αναπτύσσοντας την επιστήμη και παράγοντας τεχνική. Και οι καλλιτεχνικές της εκφράσεις θα ήσαν προσαρτημένες (τρέχοντας γρήγορα για να προλάβουν τά προβαδίσματα) σ’εκείνες των ευρωπαικών χωρών που σέρνουν το χορό. Όλα τούτα, όμως, συνιστούν μήπως κάποιο σχέδιο ή είναι, αντιθέτως, μια απλή προβολή της τόσο ζωηρής νεοελληνικής φαντασίας;
Οι «άλλοι» (στούς οποίους τόσo συχνά οι Έλληνες αποδίδουν τη σχετλιαστική ονομασία «Φράγκοι»), δηλαδή οι Δυτικοί, είναι Ευρωπαίοι και νεωτερικοί, επειδή το είναι τους το ίδιο σuνεπάγεται το γίγνεσθαί τους. Μετά το τέλος του αρχαίου κόσμου και το τέλος του μεσαιωνικού κόσμου, ρίχτηκαν στην ιστορική αρένα, εμψυχωμένοι από τον καινούριο νεωτερικό τους ζήλο• δέν μιμούνταν κανέναν, προσφέρονταν ως παράδειγμα. Το ζήτημα δεν είναι καθόλου να γνωρίζουμε αν, επειδή οι χώρες αυτές είναι «προωθημένες» και οι άλλες μένουν «καθυστερημένες», πρέπει οι δεύτερες να προσπαθήσοuν να φθάσουν τις πρώτες. Ο καλπασμός των ιστορικών εποχών κατά κανέναν τρόπο δέν σuγκρίνεται με ιπποδρομία. Οι χώρες που δεν δημιούργησαν τον νεωτερικό κόσμο οφείλοuν νά πραγματοποιήσοuν ξανά, και για δικό τους λογαριασμό, τούτες τις κατακτήσεις αν δεν θέλουν να ζουν διαρκώς σαν φτωχοί συγγενείς τους οποίους από καιρό σε καιρό (ή έστω συχνά) έρχονται να επισκεφθούν οι πλούσιοι συγγενείς τους γιά να γευθούν τη χάρη της γραφικής τοuς ζωής. Οι σπόροι πού μεταφέρθηκαν πρέπει νά φυτρώσοuν σέ γόνιμο έδαφος και μάλιστα να ριζώσοuν. Γιά να γίνει η Ελλάδα αληθινά νεωτερική θα πρέπει να υπάρξει ένα κίνημα προερχόμενο από τή δική της ουσία, το οποίο να τη σπρώξει όχι προς το «μοντερνισμό» αλλά προς τη νεωτερικότητα.

Είναι έτοιμο το κίνημα αυτό προκειμένου να ολοκληρωθεί; Αν η ελληνοκεντρική αυταπάτη αναγνωριζόταν κι αν η δυτικόστροφη τοποθέτηση απέβαλλε τη μιμητική της τάση, θα μπορούσε μήπως να γίνει αύθεντικά νεωτερική αυτή η χώρα των ερειπίων πάνω στα όποία τόσο δύσκολα ξεφυτρώνουν τα εργοστάσια;
Για να συμβεί κάτι τέτοιο, θα χρειαζόταν πρώτα να ξεπεράσει η χώρα μιάν άλλη από τις τάσεις της: εκείνη τη μισο-εθνική, μισο-ψυχολογική τάση της που την εξωθεί ν' αναπτύσσει διαλεκτικές ψευδο-συνθέσεις. Μία κοινή άποψη, πολύ κοινή -καί πολύ διαδεδομένη- θέλει την Έλλάδα να είναι ένα περίεργο σύνολο αντιφατικών ιδιαιτεροτήτων. Σύμφωνα με την άποψη αυτή, θα ήταν ανατολίτικη λόγω της γεωγραφικής της θέσης, της αμεριμνησίας της, της αντίληψης που έχει για τη σοφία νοούμενη ως απραξία, και τέλος λόγω ενός συνδυασμένου παιχνιδιού στο οποίο ένας ορισμένος ασκητισμός συνάδει μ' ενός είδους γαλαντομία κι ενός είδους κραιπάλη. Αυτή η «ανατολίτικη» Ελλάδα θα ήταν η Ελλάδα του Μοιραίου.
Αλλά η Ελλάδα δεν θα ήταν μόνον ανατολίτικη. Καθώς συνιστά το ίδιο το θαύμα της, θα ήταν και ευρωπαική εξίσου και μάλιστα πιό ευρωπαική σχεδόν από τις γνήσιες ευρωπαικές χώρες. Είναι σε θέση να κρίνει πολύ αφ' ύψηλού τη Δύση και να υπερηφανεύεται ιδιαίτερα για τη δική της νεότητα σε σύγκριση με τα γηρατειά εκείνης. Κι ενώ συγκρίνει τον εαυτό της με τη Δύση, μπορεί να καυχιέται για τις κατακτήσεις της και να παρηγοριέται στην ιδέα ότι αν οι κατακτήσεις αυτές παραμένουν παγκοσμίως άγνωστες, τούτο οφείλεται στη μη οικουμενικότητα της γλώσσας της καθώς και στην απομάκρυνσή της. Η «νεωτερική» Ελλάδα, λοιπόν, θα ηταν και ανατολίτικη και πιο δυτική από τη Δύση συγχρόνως, παθητική και ενεργητική, γοητευτική και ίσχυρή, μικρή και μεγάλη κ.λπ ... Το είναι της θα κατοικουσε μες στη μοναδική της ιδιαιτερότητα που όλα τα συγχωρεί• που συγχωρεί κυρίως το γεγονός ότι η προσπάθεια δεν υποστηρίζεται και ουδέποτε οδηγείται μέχρι την εκπλήρωσή της. Και τη
στιγμή που η προσπάθεια αποτυγχάνει, δεν γίνεται ποτέ λόγος για αποτυχία, αντιθέτως όλοι θυμούνται ότι η Ελλάδα είναι η χώρα πού ανέπτυξε τη διαλεκτική και υίοθετουν μιάν άλλη γλώσσα: μιλουν για τη γοητεία της αταραξίας• μιλουν μάλιστα -και με πολλή ειρωνεία- για την τρομερή σύσπαση πού απαιτει η προσπάθεια: Ιδού, λοιπόν, οι νικητές μεταμορφώνονται σε μορφάζοντες. Μπορεί μήπως αυτός ο ναρκισσισμός της νωθρής ιδιαιτερότητας να πραγματώσει(νά πραγματώσει κι όχι να ονειρευθει την πραγμάτωσή του) οτιδήποτε αξιόλογο, ακόμη και εντός των δικών του ορίων; Μπορεί
να σπρώξει ως την άκρη τήν ίδια τη λογική του; Οπωσδήποτε όχι, επειδή δεν διαθέτει λογική, ούτε τυπική ούτε διαλεκτική.

- Οι Έλληνες της Διασποράς

Όσοι από τούς Έλληνες εγκαταλείπουν το πάτριο έδαφος το κάνουν είτε ατομικά είτε συλλογικά και χάνονται ή ευδοκιμούν εκεί όπου πηγαίνουν. Κι όσοι ευδοκιμούν μήπως γίνονται έμποροι που πλούτισαν; Άς τους συγκρίνουμε με τους Εβραίους. Τα τέκνα του Ισραήλ που εγκαταστάθηκαν σε ξένη γη ευδοκίμησαν οπωσδήποτε ως έμποροι, αλλά έδωσαν επίσης στον ευρύτερο κόσμο μερικές από τις μεγαλύτερες μορφές του• κι αυτές οι μορφές δεν ήσαν πιά μόνον τέκνα του Ισραήλ, αλλά γίνονταν πολίτες του κόσμου, με τη βαριά - και καθόλου κοσμοπολίτικη- έννοια του όρου. Οι Έλληνες δεν έκαναν το ίδιο, κι η συγκεκριμένη διαφορά δεν είναι αμελητέα. Η έννοια ενός συνόλου μαγικών εθνών παραμένει αόριστη και αναποτελεσματική.
Δεν αρκεί ν' ανήκει κανείς σ'ένα σύνολο για να έχει εξ αυτού πρόσβαση στον κόσμο, κι ο εμπορικός πλούτος αυτός καθ' εαυτόν λίγα πράγματα εξηγεί: γιατί, ενώ οι Εβραίοι υπάκουσαν (έστω και με ιδιαίτερο τρόπο) στη φωνή των προφητών τους, οι Έλληνες έκλεισαν τ' αυτιά τους στή φωνή των φιλοσόφων και των ποιητών τους; Γιατί δεν κατευθύνθηκαν και αυτοί επίσης προς το άπειρο;
Από τους Ελλαδίτες έλειψαν μορφές οικουμενικής εμβέλειας. Μεταξύ των Ελλήνων της διασποράς λίγοι έφθασαν στο οικουμενικό.
Υπήρξε εντούτοις ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος, Ελ Γκρέκο, ο οποίος στη δύση του μεσαιωνικού κόσμου και στην αυγή του νεωτερικού εγκατέλειψε τα στενά όρια της γενέτειράς του κι έφυγε από την -άλλοτε επιφανή- Κρήτη προς τις χώρες που ήσαν εν τω γίγνεσθαι. Δίνοντας νέες μορφές στον κόσμο, πραγματοποίησε έτσι τη μοίρα του. Υπάρχουν στις μέρες μας Νεοέλληνες που φθάνουν σ' ένα ορισμένο επίπεδο. Εκείνο που λείπει είναι η σύγκλιση του συνόλου των προσπαθειών.
Καθώς απουσιάζει οδυνηρά μια έστω σκέψη, όσα κατόρθωσαν ν' αποκτήσουν τα μέλη ενός συνόλου δεν εντάσσονται όλα στο σύνολο. Οι Νεοέλληνες που διατρέχουν τον κόσμο κι εγκαθίστανται λίγο πολύ παντού δεν συνδέονται ούτε μεταξύ τους ούτε με το κέντρο. Διότι λείπει εντελώς η ιδέα που θα έκανε όλες τις κατακτήσεις των Ελλήνων, τόσο του εσωτερικού όσο και του εξωτερικού, να συγκλίνουν προς μια ενότητα. Η «ιδέα» αυτή όμως, ικανή να κατευθύνει προσπάθειες και να συνδέσει αποτελέσματα, κάνοντας όλες τις ακτίνες να συγκλίνουν προς ένα κέντρο, θα μπορούσε να καταστήσει την Ελλάδα ακτινοβολούσα χώρα. Μόνο που η απλή αναπαράσταση της ιδέας αυτής δεν αναπληρώνει την απουσία της.


- Περί "επαρχιωτισμού":

Διότι, καθώς είναι ανίκανη να αποτελέσει μόνη της ένα ακτινοβόλο κέντρο, αποστρέφει το βλέμμα από το κεvτρικό και χάνεται στο επαρχιακό. «Επαρχιακό» είναι ό,τι τρέφεται από μια πρωτεύουσα ως προς την οποία «γνωρίζει» οτι είναι υποδεέστερο. Μολονότι καυχιέται διαρκως για τα δικά του προτερήματα, άλλο δεν κάνει παρά να μιμείται (υιοθετώντας το με πάθος ή απορρίπτοντάς το με μίσος) αυτό που του είvαι υπέρτερο και προς το οποίο αναπόφευκτα τείνει. Χαρακτηρίζοντας τη σύγχρονη Ελλάδα επαρχιακή, δίνουμε ένα όνομα σ' εκείνο που η ίδια συγκεχυμένα αισθάνεται.
Κάθετι επαρχιακό είναι, για να το πούμε έτσι, νεκρικό, επειδή δεν ζει το χρόνο της ιστορίας• για την Ελλάδα, λοιπόν, το να ξεπεράσει τον επαρχιωτισμό της έχει την έννοια να ζήσει πραγματικά. Δεν είναι επαρχιακό ό,τι μοιάζει υποδεέστερο απέναντι στις δημιουργίες και τις εκδηλώσεις των μεγάλων κοσμοπολίτικων κέντρων, αλλά ό,τι δεν έχει δικό του ρυθμό.
Μόνον εκεί όπου φθάνει υπόκωφος ο θόρυβος των βημάτων αυτών που περπατούν, εκεί μόνον βρισκόμαστε σε μια περιοχή που δεν είναι κεντρική, δηλαδή που δεν είναι θεμελιακή. Άν το κέντρο γίνεται ό,τι γίνεται, ωθούμενο απ' τη δική του κίνηση, η επαρχία υφίσταται ό,τι δεν μπορεί ν' αποφύγει. Για να παραμείνει η Ελλάδα πιστή στη δική της ουσία, πρέπει να είvαι Ελλάδα και να αποκτήσει ουσιώδη σημασία.
Ακόμη κι αν ο κόσμος διευθύνεται όλο και περισσότερο από τις μεγάλες δυνάμεις, όσοι δεν είναι μεγάλοι δεν έχουν παρά να μείνουν πιστοί στον εαυτό τους για να μην καταλήξουν εντελώς χωρίς ουσία. Οι σημαίες της ιστορίας που γίνεται πλανητική θα έχουν αναμφισβήτητα αλλιώτικα χρώματα καί θα χρωματίσουν αλλιώτικα τον κόσμο. Πρέπει, όμως, όλα αυτά τα χρώματα να αντανακλουν το οικουμενικό φως.

- Η Ελλάδα δεν μπορεί ν' αποφύγει τον νεωτερικό κόσμο.

Και το θέμα δεν είναι μόνον να μην τον αποφύγει, είναι υπεύθυνη για την τύχη της• δεν είναι πια οι άλλοι, λοιπόν, που την κρατούν στα χέρια τους. Εντούτοις, για να δράσει, είναι απαραίτητο να εντείνει τις δυνάμεις της έτσι όπως τεντώνεται το τόξο για να ρίξει το βέλος. Το βέλος που εκτοξεύεται φεύγει μακριά, ακολουθεί μια κατεύθυνση και πετυχαίνει ή χάνειτο στόχο. Η τοξοβολία ήταν για τους αρχαίους Έλληνες μια δοκιμασία στους αγώνες και στη μάχη. Η σύγχρονη Ελλάδα πάλλεται άραγε με αρκετή ένταση, ώστε να μπορεί να συγκριθεί με τόξο απ' το οποίο φεύγει ένα βέλος; Χωρίς αμφιβολία, περιχαρακώνεται σε μιαν ορισμένη κατάσταση μη έντασης, δεν στοχεύει καθόλου στά μάκρη, αγαπά το περιορισμένο. Προτιμά ό,τι μπορεί ν'αγγίξει από εκείνο που αγγίζει τη μεγάλη περιπέτεια.
Εξυπακούεται ότι της αρέσει πολύ νά στοχεύει και πηγαίνει στον πόλεμο τραγουδώντας.
Έχει κλίση στην περιπέτεια κι ο αέρας πάντα φουσκώνει τα πανιά της. Μόνο που αυτό δέν φτάνει: υπάρχει φωτιά καί Φωτιά, περιπέτεια και Περιπέτεια, κόσμος καί Κόσμος. Η σφραγίδα του μεγαλειώδους δεν σημαδεύει τόσο εύκολα κάθε έλαφρως αυτοσχέδιο εγχείρημα• η παραδοχή του κινδύνου δεν οδηγεί κατ' ανάγκην σε αληθινά επικίνδυνες εξερευνήσεις. Η ένταξη έργων στο έργο του Κόσμου επιβάλλει την εγκατάλειψη της μικρης ιδιαιτερότητας προς όφελος του συγκεκριμένου οικουμενικού.
Η σύγχρονη Ελλάδα έχει μιαν ορισμένη προτίμηση για ό,τι δεν είναι μεγαλειωδες •το πολύ πολύ να αναπαριστά στον εαυτό της το μεγαλειώδες.
Κρύβεται φοβισμένη πίσω απ' τα βράχια των ακτών της: φοβαται τα μάκρη και τα ύψη.

- H προβληματική σχέση του προσωπικού με το συλλογικό:

Αντιθέτως, οι Νεοέλληνες (τo λέμε μια για πάντα, στο μέτρο που είναι αποδεκτό να μιλάει κανείς για Νεοέλληνες εν γένει) δεν κατάφεραν να εναρμονίσουν τη σχέση μεταξύ του προσωπικού και του δημοσίου• ο θρίαμβος του προσωπικού και του δια-προσωπικού τους εμποδίζει να εντάξουν τη δραστηριότητά τους σ’ ένα υπερ-προσωπικό πλάισιο. Η δυσθυμία δεν γίνεται απαραιτήτως αγωνία, αγωνία που να αποβλέπει στο οικουμενικό και να τείνει σε επικοινωνία με την ύπέρβαση. Οι Νεοέλληνες χάνονται πολύ συχνά στους δαιδάλους του ψυχικού και του δια-ανθρώπινου• τό ψυχολογικό τους απορροφά πάρα πολύ, κι όταν ακόμη ζουν μες στο κοινωνικό, το ζουν με τρόπο συλλογικά ψυχολογικό. Το κράτος ουδέποτε έγινε μορφή με περιεχόμενο, η οποία να διαμορφώνει τα άτομα τα οποία περιέχει.

- Οι Νεοέλληνες διαθέτουν πολύ ζωηρή ευφυία αλλά δεν ασκούν τη σκέψη:

Η σκέψη είναι ένα άνοιγμα, κι ένα παράθυρό της είναι η λογική σκέψη. Οι άρχαίοι Έλληνες κατεύθυναν την πρωταρχική (και αναγκαστικά ποιητική) σκέψη πρός την ολότητα όλων όσα είναι, οι Βυζαντινοί την εναρμόνισαν με το χριστιανισμό και οι Νεοέλληνες την αγνοούν. Διαθέτουν οπωσδήποτε ζωηρή (πολύ ζωηρή) ευφυία. Έχοντας ακόρεστη περιέργεια λατρεύουν την πληροφόρηση και καταβροχθίζουν κάθε νεωτερισμό, ενώ κι ένας αρκετά αξιόλογος αριθμός οιονεί ιδιοφυών εκδηλώνεται στη δημοκρατία του δρόμου.
Ωστόσο, λείπει ο λόγος. Οι Νεοέλληνες, καθώς αφομοιώνουν λίγο πολύ την ευρωπαική σκέψη, συλλογίζονται μεν, αλλά δέν σκέπτονται. Η απουσία σκέψης συνιστά απουσία διαμόρφωσης και μορφής, κι έτσι ούτε το ψυχολογικό ούτε το κοινωνικό μπορούν να ξεπεραστούν. Οι σύγχρονοι Έλληνες μοιάζουν ανίκανοι να κατευθύνουν το δικό τους πεπερασμένο προς το άπειρο. Κι ούτε κατορθώνουν να μεταμορφώσουν τη θλίψη των τραγουδιών τους σε λόγια της αγωνίας. Η γλυκύτητα της ζωής, οι χαρές της γιορτης δεν ορθώνονται σε μορφές της Χαρας, επειδή λείπει ο στοχασμός. Ακόμη και μια παράξενη χαρά της ζωής μπερδεύεται κατά περίεργο τρόπο με μιάν ορισμένη μελαγχολία, κι όλα αυτά φτιάχνουν μιαν ατμόσφαιρα γεμάτη μεν απελπισία αλλά φτωχή σε ένταση, χωρίς εμβέλεια οικουμενική.

Γιατί η σκέψη δεν εκδηλώνεται στη σύγχρονη Ελλάδα; Είναι δύσκολη η απάντηση σε κάθε ερώτηση πoυ αρχίζει με ένα απότομο «γιατί;». [...] Οι Νεοέλληνες, συλλογίζονται και δεν σκέπτονται, μιλούν πoλύ και δεν έχουν συντεταγμένη γλώσσα, ρωτούν και απαντούν, αλλά χωρίς καμιά συνέχεια• βαδίζουν πάνω σ' ένα δρόμο αλλά δεν πορεύονται.


- Εν αντιθέσει με την σκέψη, η ποίηση ευδοκιμεί.

Η φωνή των ποιητών είναι η μόνη φωνή που ακόμη αξίζει να ακούγεται. [...] Ότι η νεοελληνική ποίηση είναι ωραία και αληθινή, το είπαμε ήδη, αλλά είναι πoλύ περισσότερο ένα τραγούδι, μια κραυγή, μια φαντασιακή προβολή και πολύ λιγότερο ένας ποιητικός λόγος. Κι όμως, υπηρξαν ο Σολωμός και ο Καβάφης και ο Σικελιανός και ο Σεφέρης.

-Η απουσία προτύπων εμποδίζει τη διαμόρφωση ενός συνόλου - οι πολλές και ασύμβατες μεταξύ τους Ελλάδες:

Στην Ελλάδα, οι μεγάλες μορφές, οι εκπαιδευτές και τα «παραδείγματα» δεν προσφέρονται σε όσους αναζητούν έναν προσανατολισμό.
Kαι εκ του γεγονοτος ότι λείπουν τα μοναδικά παραδείγματα, βασιλεύει στη χώρα μια εκπληκτική και αποπροσανατολιστική πολλαπλότητα. Τα διαφορετικά πρόσωπα της Ελλάδας διόλου δεν συνθέτουν μια και μόνη μορφή, έστω και κατακερματισμένη. Η πολλαπλότητα δεν εγείρεται στο επίπεδο ενός συνόλου που να περιέχει διαφοροποιημένα μέρη. Υπάρχει μια Ελλάδα αγροτική και γραφική τραγουδισμένη από ήσσονες ποιητές [...] Υπάρχει η Ελλάδα των ναυτικών και των ψαράδων [...] Υπάρχει η Ελλάδα του κοσμάκη που γεμίζει τα καφενεία και τις ταβέρνες, διαβάζει τις εφημερίδες και εξαίρει τα προτερήματα της ακινησίας [...] Υπάρχει η Ελλάδα της «μεγάλης» πόλης, της οποίας η αστική τάξη θα ήθελε να είναι ευρωπαική αστική [...] Υπάρχει η Ελλαδα που δίνει την εντύπωση ότι θέλει να εγερθεί ως το οικουμενικό επίπεδο [...] Όλες αυτές οι Ελλάδες πράγματι υπάρχουν και είναι αδύνατον να τις αρνηθεί κανείς. Είναι μήπως εξίσου αδύνατο να ξεπερατούν προς όφελος μιας πραγματικής σύνθεσης;

- Κάποια συμπεράσματα:

Η Ελλάδα είναι ελληνική: είτε συνθέτει εθνική ένότητα, μια ράτσα, είτε το μελλοντικό μέλος μιας μελλοντικής Συνομοσπονδίας. Η μοίρα της είναι νεωτερική: είτε βρίσκεται κάτω απ' το σημάδι της αναζήτησης του θεμελίου είτε κάτω απ' το σημάδι της πάλης των τάξεων ή των κρατών.

Η Ελλάδα οφείλει ν' αναπτύξει τις έρευνες που αφορούν τα ιδιαίτερά της προβλήματα: ν' αποκτήσει συνείδηση της παράδοσης και της ιστορίας της, της καταγωγής και της δομής της, της λογοτεχνίας και των προσωπικοτήτων της• οφείλει ν' αποκτήσει μια γνώση και ν' αναπτύξει τις επιστήμες. Αφήνοντας κατά μέρος την αυταρέσκειά της, θα περάσει μήπως στο στάδιο της προσπάθειας και της συνέπειας;
Θα εκτιναχθεί -σαν μεταλλικό ελατήριο πιεσμένο από καιρό- προς την κατάκτηση της δικής της κίνησης;

Wednesday, September 19, 2012

Μια δικτατορία θα μας σώσει

Η άποψη ότι «ένας δικτάτορας θα μας σώσει» ή «ένας Παπαδόπουλος μας χρειάζεται» είχε ανέκαθεν απήχηση σε ένα σημαντικό ποσοστό της ελληνικής κοινής γνώμης, ακόμα και σε καιρούς πολύ καλύτερους από τους τωρινούς που η οργή και η σύγχιση μετέτρεψαν την Χ.Α από μια ασήμαντη παρέα περιθωριακών σε υπολογίσιμη πολιτική δύναμη.
Σκαλίζοντας ανάμεσα σε παλιά άρθρα του Μ. Πλωρίτη, έπεσα πάνω σε ένα του 2002 που αναφέρεται σε αυτό το θέμα. Αφορμή ήταν μια έρευνα του «Βήματος», που εν μέσω προ-ολυμπιακής ευφορίας, κατέγραψε μεγάλα ποσοστά νοσταλγών του ολοκληρωτισμού.

Ιδού οι σκέψεις του:

Ο δικτατορικός Παράδεισος

* Τα ίδια τα πρωτοπαλίκαρα της δικτατορίας έχουν αποκαλύψει τη διαφθορά, την απάτη και τη βαρβαρότητα του απριλιανού άγους

ΔΕΝ έφτανε που, σύμφωνα με έρευνα του «Βήματος» (21.4), το 20,7% απ' τους ερωτηθέντες απεφάνθη πως η απριλιανή δικτατορία «έκανε καλό» στην Ελλάδα κι άλλο ένα 19,8% πως «ούτε καλό έκανε ούτε κακό». (Σύνολο 40,5%). Νεότερη έρευνα της εφημερίδας (23.4) προσκόμισε ακόμα πιο φωτερά αποτελέσματα, όχι πια για το παρελθόν αλλά για το μέλλον: το 13,2% πιστεύει «απόλυτα» πως «μόνο μια δικτατορία θα μπορούσε να αντιμετωπίσει τα φαινόμενα διαφθοράς που παρατηρούνται στη χώρα» και ένα 7,3% «μάλλον συμφωνεί» μαζί τους (Σύνολο 20,5%).
Ηγουν: τέσσερις στους δέκα Ελληνες θεωρούν πως η στρατιωτική τυραννία στάθηκε ευεργετική ή έστω ανώδυνη, ενώ ένας στους πέντε πιστεύει πως μια (νέα) δικτατορία θα ήταν εθνοσωτήρια. Δηλαδή, θα εξασφάλιζε διοίκηση έντιμη και αποτελεσματική, δίκαιη και εξυπηρετική των εθνικών συμφερόντων.
Επειδή, λοιπόν, φαίνεται πως ορισμένων «η κρίση έφυγε να πάει σε κτήνη αναίσθητα κι αυτοί έχασαν το νου τους» [1], ανάγκη να τους θυμίσουμε ή να τους πληροφορήσουμε τι «μάννα εξ ουρανού» στάθηκε η πεφιλιμένη τους δικτατορία για τη χώρα - όπως και για κάθε χώρα. Και κριτές και μάρτυρες δεν θα καλέσουμε τους «κακόπιστους» πολέμιους της τότε και πάσης δικτατορίας, αλλά τους ίδιους τους δικτάτορες και τα πρωτοπαλίκαρά τους.
ΠΕΡΙ ΣΩΤΗΡΙΑΣ, ΑΛΗΘΕΙΑΣ ΚΑΙ ΠΑΤΡΙΩΤΙΣΜΟΥ. Το μέγα επιχείρημα των εθνοσωτήρων ήταν ο «επικείμενος κομμουνιστικός κίνδυνος», που θα «υποδούλωνε τη χώρα».
Αλίμονο, όμως! Τον ισχυρισμό τους τον διέψευσαν κατηγορηματικά όχι μόνο ο άπεφθος «τέως», λέγοντας στη Ρώμη (μετά το αποτυχημένο αντιπραξικόπημά του της 13.12.67) πως η χούντα «δεν κατόρθωσε να προσκομίση καμμίαν απόδειξιν περί υπάρξεως κάποιας παρανόμου ενόπλου ομάδος, η οποία ήτο έτοιμη να επαναστατήση», αλλά και αυτός ούτος ο πανέντιμος αρχιπραξικοπηματίας Γ. Παπαδόπουλος: «Στα χρόνια πριν από την κατάληψιν της εξουσίας (21.4), η δημοκρατία στην Ελλάδα δεν εκινδύνευε να ανατραπή από την άμεση δράση του κομμουνισμού»[2].
Για να ολοκληρωθεί, όμως, η απάτη, οι στασιαστές πρόσθεσαν και την παραχάραξη: ο σεπτός «τέως» δήλωνε, στο διάγγελμά του της 13.12.67: «Η κατάστασις της 21 Απριλίου επλαστογράφησε ακόμη και το όνομά μου» στο Β. Διάταγμα που κήρυττε στον Στρατιωτικό Νόμο...
ΠΕΡΙ ΗΘΟΥΣ ΚΑΙ ΔΙΑΦΘΟΡΑΣ. Οπως φαντάζονται οι σημερινοί εραστές της δικτατορίας, έτσι και οι απριλιανοί δράστες της αυτοπαρουσιάζονταν σαν θεραπευτές πάσης νόσου και πάσης διαφθοράς του κοινοβουλευτισμού.
Το «περίεργο» είναι πως οι ίδιοι διαπρέψανε όσο κανένας άλλος σ' αυτό το άθλημα - αν πιστέψουμε τους δικούς τους αδαμάντινους λόγους:

Ο περινούστατος Παττακός λ.χ. έγραφε σε έκθεσή του της 7.8.1968 προς τον «αδελφό» του Παπαδόπουλο: «Υπάρχει ανηθικότης, αδικία, νεποτισμός... Η "χούντα" (sic) καλοπερνά... κλέβει... φιλοξενείται». Και ο έτερος «αδελφός» Ν. Μακαρέζος δήλωνε τον Νοέμβριο 1973: «Ευτελής ποιότης και κακοσμία μεθόδων, αι οποίαι προσιδιάζουν σε φασιστικά καθεστώτα»... Ενώ ένα άλλο πρωτοπαλίκαρο, ο Δ. Σταματόπουλος, έφριττε, τον ίδιο μήνα, για την «συσσωρευθείσα κόπρον του Αυγείου»... Λίγο αργότερα (12.12.73) ο «υπουργός» Δικαιοσύνης Σπ. Τριανταφύλλου μιλούσε για «περιπτώσεις οικονομικών σκανδάλων, χαριστικών παροχών και παρανόμων πλουτισμών υπό προσώπων αναμιχθέντων εις την διαχείρισιν των κοινών κατά τα τελευταία έτη»... Ακόμα και ο υμνωδός πάσης δικτατορίας Σάββας Κωνσταντόπουλος έγραφε στην εφημερίδα του «Ελεύθερος Κόσμος» (3.2.1974): «Το καθεστώς περιεβάλλετο από ατμόσφαιραν βαρείαν, ασφυκτικήν θα ελέγαμεν, περί σκανδάλων και ατασθαλιών... έχει υποστή ηθικήν φθοράν βαρείας μορφής... Χρειάζεται ισχυρότατον απορρυπαντικόν»...
ΠΕΡΙ ΑΨΟΓΟΥ ΔΙΟΙΚΗΣΕΩΣ. Οι νυν τυραννολάτρες νομίζουν πως η δικτατορία (η παρελθούσα και κάποια μέλλουσα) εξασφαλίζει την άρτια και τελεσφόρα λειτουργία του κράτους.
Κάπως διαφορετικός, όμως, ήταν ο απολογισμός της απριλιανής τοιαύτης - κατά τους αρχισυμμορίτες πάντα:

«Η γραφειοκρατία και ο μανδαρινισμός ευρίσκονται και πάλιν εις την δόξαν των», έγραφε ο Παττακός στην παραπάνω έκθεσή του... «Χρησιμοποιούνται σε θέσεις κλειδιά τα πλέον φαυλοκρατικά πρόσωπα», πρόσθετε ο «υπουργός» Δ. Ματθαίου (Νοέμ. 1973)... Ο «πρωθυπουργός» της δικτατορίας Νο 2, Α. Ανδριτσόπουλος, στις προγραμματικές δηλώσεις του (28.11.73), κατάγγελνε την «πλήρη αδυναμίαν λειτουργίας της Πολιτείας», προσθέτοντας: «Οι θεσμοί, αντί να υπηρετούν τον λαόν, μετετρέποντο απροσχηματίστως εις μέσα διατηρήσεως και ανεξελέγκτου ασκήσεως της εξουσίας»... Και ο «θεωρητικός» της δικτατορίας Γ. Γεωργαλάς (άρθρα του 1972 κε) συνόψιζε: «Δεν υπάρχει πουθενά ούτε εξουσία ούτε ευθύνη και, συνεπώς, ούτε αποτέλεσμα... Ολα εφθάρησαν... Σαν έθνος, ζούμε την Ωρα Μηδέν»...
Ο ΧΩΡΟΣ δεν επιτρέπει να επεκταθούμε και σε άλλους τομείς. Αλλά και μόνες οι «ρήσεις» που παράθεσα, φτάνουν να καταδείξουν το ποιον και το ήθος των τυραννίσκων που - κατά τη δική της ομολογία - στήριξαν την υποκλαπείσα εξουσία τους στην απάτη και την πλαστογραφία, στην ανηθικότητα και την αρπαγή, στα σκάνδαλα και τις ατασθαλίες, στη φαυλοκρατία και στην τρομοκρατία, για να καταβασανίσουν, λεηλατήσουν, εξευτελίσουν τη χώρα και τον λαό, και να οδηγήσουν τελικά στην εσαεί ανεπούλωτη κυπριακή τραγωδία.
Ή μήπως θα μας πουν πως μια άλλη από άλλους δικτατορία θα είναι καλύτερη, τιμιότερη, ικανότερη; Οι δικτατορίες έχουν, παντού και πάντα, τα ίδια κι απαράλλακτα ειδεχθή χαρακτηριστικά - και ο λόγος του λόρδου Ακτον ισχύει χωρίς καμιάν εξαίρεση: «Η εξουσία διαφθείρει, η απόλυτη εξουσία διαφθείρει απόλυτα». Και καταλήγει πάντα σε απόλυτες καταστροφές. Οσοι δεν έχουν χάσει μνήμη και κρίση, ας αναλογιστούν πού οδήγησαν οι τυραννίες των Χίτλερ, των Μουσσολίνι, των Στάλιν, των Πινοσέτ, των Παπαδόπουλων και όλων των άλλων ουρανόσταλτων αρχαγγέλων του πατριωτισμού και του εθνικού καθαρμού... Αυτά θέλουν να ζήσουν ή να ξαναζήσουν;
....................
[1]. Σαίξπηρ, Ιούλιος Καίσαρας, Πράξη Γ´, σκηνή 2, στ. 106. - [2]. Συνέντευξή του στην «Sunday Telegraph», 2.8.1970.

(Το Βήμα, 04/05/2002)

Πάντα είχαμε λόγους να είμαστε δυσαρεστημένοι από την Πολιτεία μας και να επιθυμούμε να αλλάξει, προφανώς προς το καλύτερο. Το αξιοπερίεργο (και ανησυχητικό) είναι ότι, πολλοί από εμάς, σαν απάντηση στην κακής ποιότητας δημοκρατία θεωρούμε τη δικτατορία, αντί για μια βελτιωμένη εκδοχή της δημοκρατίας.
Μερικές αιτίες που μπορώ να φανταστώ:
1. Όπως προκύπτει από τα γραφώμενα του Πλωρίτη, η ιστορική άγνοια και η ασθενής μνήμη. Οι θιασώτες του ολοκληρωτισμού δεν γνωρίζουν ή ξεχνούν, ότι οι επιδόσεις των καθεστώτων αυτών στα προβλήματα που υποτίθεται ότι ανέλαβαν να λύσουν δεν ήταν καθόλου καλύτερες ακόμα και από τις κακές δημοκρατίες.
2. Πολιτική οκνηρία. Μια καλή δημοκρατία προϋποθέτει ενεργούς πολίτες σε διαρκή εγρήγορση. Είναι πολύ βολικότερο να περιμένουμε από έναν «πεφωτισμένο» δικτάτορα να λύσει όλα μας τα προβλήματα και αν αποτύχει να τον βρίζουμε, παρά να αναλάβουμε τις ευθύνες μας σαν πολίτες.
3. Έλλειμμα δημοκρατικού πολιτισμού. Οι περίοδοι δημοκρατικής ομαλότητας στην ιστορία της Ελλάδας είναι η εξαίρεση παρά ο κανόνας, οπότε πιθανόν ένα τμήμα της κοινωνίας να μην έχει αφομοιώσει τους κανόνες της, τις απαιτήσεις της, τις προϋποθέσεις ομαλής λειτουργίας της και τα ευεργετήματα της.

Ένα είναι βέβαιο: η επανάληψη των ίδιων λαθών είναι, όχι μόνο ολέθρια, αλλά και βαρετή. Μακάρι να είχαμε μερικούς Πλωρίτηδες για να μας θυμίζουν αυτά που θα έπρεπε να είναι γνωστά και αυτονόητα.