Showing posts with label Literature. Show all posts
Showing posts with label Literature. Show all posts
Friday, November 8, 2013
Παλεύοντας με τον Αλάριχο
Κάποιες φορές η ανάγνωση μοιάζει με σκυταλοδρομία, κατά την οποία το ένα ανάγνωσμα παραπέμπει στο επόμενο, και που με λίγη τύχη οδηγεί σε θησαυρούς χαμένους ή μη.
Κάπως έτσι ξετρύπωσα τον Ρόδη Ρούφο και το -δυστυχώς εκτός κυκλοφορίας- βιβλίο του Οι Μεταμορφώσεις του Αλάριχου (Εκδ. Ίκαρος, 1971).
Πρόκειται για μια συλλογή από δοκίμια με ευρεία θεματολογία, από βιβλιοκριτικές έως σκέψεις για τη δημοκρατία και τους εχθρούς της.
Τα κείμενα μαρτυρούν έναν επιδέξιο μάστορα της γλώσσας (μια υπέροχη δημοτική που είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι γράφτηκε πριν από 50-60 χρόνια), ένα νηφάλιο και πολυσχιδή στοχαστή, υμνητή της κριτικής και ελεύθερης σκέψης, ένα λάτρη της δημοκρατίας και του φιλελευθερισμού.
Δε με εκπλήσει ότι ο Ρούφος και το έργο του πέρασαν στη λήθη: ζούμε στον τόπο που δίδαξε τη μεσότητα αλλά μετά ερωτεύθηκε παράφορα την υπερβολή• γοητευόμαστε από παθιασμένα συνθήματα και περιφρονούμε την καθαρή σκέψη. Η τιμωρία του Αλάριχου, όπως θα έλεγε ο ίδιος.
Το απόσπασμα που ακολουθεί είναι από το ομότιτλο με το βιβλίο δοκίμιο. Ο Αλάριχος, ο νέος και σφριγηλός πολεμιστής που πολιορκεί την παρακμασμένη αυτοκρατορία, συμβολίζει την βαρβαρότητα τριγύρω και εντός μας:
Ο Κομφούκιος είπε κάπoτε ότι όταν οι λέξεις και τα νoήματα δεν είναι καθαρά, τότε κι οι πράξεις γίνονται συγκεχυμένες, το κράτoς δεν διοικείται καλά κι ακολουθούν πόλεμοι και καταστροφές. Είχε ανακαλύψει το μυστικό όπλο του Αλάριχου, του γήινου συμμάχoυ της εντροπίας. (Kι ο Aλάριχος τον εκδικήθηκε: διακόσια πενήντα, χρόνια αργότερα μεταμφιεσμένος στον αυτoκράτoρα Τσιν Σι Χουανγκ Τι, έβαλε να κάψoυν όλα τα: βιβλία του). Γιατί αληθινά, η εννοιολογική σύγχυση οδηγεί σε κάθε λογής ανοησία, ασυνεννοσία και καμιά φορά σε αλληλoσφαγή. Σαν υποδιαίρεσή της μπορούμε να θεωρήσoυμε και το ότι συχνά αυτοϋπνωτιζόμαστε με λέξεις και σχήματα που, σε μια ψύχραιμη και θετική ανάλυση, δεν έχoυν απολύτως κανένα λογικό νόημα. Κι όταν τούτο συμβαίνει στην ποίηση ή στο μυστικισμό, πάει καλά, αυτοί είναι τομείς του πνεύματος εξ όρισμού εξωλογικοί. Ο κίνδυνoς – και η εκμετάλλευση του Αλάριχου- αρχίζει όταν η σύγχυση κυριαρχεί στην πoλιτική, στην οικονομία, σε μορφές έκφρασης που σχετίζονται με ενδόκοσμα, πρακτικά πράγματα - ή και σε θρησκευτικά θέματα, όταν αυτά βαραίνουν αποφασιστικά στην ιστoρική ζωή.
Ας θυμηθούμε το «filioque» που προκάλεσε, τυπικά τουλάχιστο, το Μεγάλο Σχίσμα... Ας θυμηθούμε τα υβριστικά συνθήματα με τα οποία αλληλοσκοτώνονται κατά καιρούς οι Νεοέλληνες, με αφoρμή την πoλιτική των Μεγάλων Δυνάμεων ή τη γλώσσα των Ευαγγελίων... Στα κατοχικά κι αμέσως μετακατοχικά χρόνια οι συμφοιτητές μου κι εγώ βριζόμασταν «Βούλγαροι!» ή «Φασίστες!» - και τα δυο εξίσου ανακριβείς ονομασίες για τους αντιπάλους, φορτωμένες φονικό πάθος (γιατί αν το πάθος ευνοεί την εννoιoλoγική σύγχυση, αυτή με τη σειρά της τρέφει το πάθος).
Mήπως οι χαρακτηρισμοί του «δημοκρατικού», του «εθνικόφρονος», του «αναρχικού» που εξάπτουν τους αναγνώστες του καθημερινού μας τύπου αντέχουν πάντα σε μιαν αυστηρή λoγική ανάλυση;
Σ' όλα αυτά φταίνε η έλλειψη σαφήνειας των λέξεων και η κακή τους χρήση, είτε καλόπιστη είτε κακόπιστη• στην πoλιτική και στη δημοσιογραφία είναι κατά κανόνα το δεύτερο.
Πολλοί φωνάζουν ότι η σημερινή νεολαία δεν έχει αρκετή ιδεολογική πίστη κι ενθουσιασμό. Ανάμεσα στις φωνές διακρίνω, δυνατότερη απ' όλες, του Αλάριχου. Πόσο αγαπάει τις ιδεολογίες ο Αλάριχος! Ιδίως αυτές που οπλίζουν και σκληραίνουν συνειδήσεις, θολώνουν το νου, φανατίζουν!
Εγώ θα ζητούσα, αντίθετα - αν τολμούσα- να καθιερωθεί στα σχολεία ένα καινούριο μάθημα: η Ακριβολογία, με μιαν είσαγωγή στο λογικό θετικισμό. Μια διδασκαλία καθαρής σκέψης, νηφάλιας αντικειμενικότητας. Πολλές φούσκες θα σπάσουν, πολλά συνθήματα θα ατονίσουν, κάμποσοι επαγγελματίες της σύγχυσης θα χάσουν τη δουλειά τους. Πόσο το κέρδος όμως, αν μαθαίναμε από παιδιά να ορίζουμε και να ξεχωρίζουμε σωστά τις έννoιες, να συλλoγιζόμαστε ορθά, να διακρίνουμε αντικειμενική διαπίστωση από αξιoλoγική κρίση κι υπoκειμενική ευχή, ν' ακούμε καιτην «άλλη πλευρά»! Πιστεύω πως μια τέτοια διδασκαλία θα’ταν πιο εποικοδομητική για τον Ηomo Sapiens από ορισμένους παραλογισμούς που εμπvέει ο Αλάριχος στη σημερινή παιδεία μας (λόγου χάρη, στην Ελλάδα, η διδασκαλία των χριστιανικών αρετών και, παράλληλα, η εξύμνηση του Μεγάλου Κωνσταντίνου που σκότωνε τους συγγενείς του και του Βουλγαροκτόνου που τύφλωνε τους αιχμαλώτους ... )
Αλλά βλέπω κιόλας πως θ’ αντιδρούσε ο Αλάριχος στην πρόταση μιας τέτοιας εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης. [...] οι θεολόγοι θα συγκροτούσαν διαδηλώσεις, η πρόταση θα χαρακτηριζόταν αντεθνική και οι αρμόδιες υπηρεσίες θ' άνοιγαν, καλού κακού, φάκελο για τον πνευματικό της πατέρα.
Είναι ευνόητος ο δισταγμός μου να προτείνω τόσο ανατρεπτικά πράγματα. Ο Αλάριχος έχει πολλούς και ισχυρούς συμμάχους. Σ' όλες τις ευνομούμενες χώρες, εξάλλου, είναι αυτοδικαίως μέλος του Ανωτάτου Εκπαιδευτικού Συμβουλίου και της Επιτρoπής Ασφαλείας του Κράτους ...
Μάιος 1963
Saturday, October 5, 2013
Ο Τολστόι και το Νόημα της Ύπαρξης
Ως τώρα ήξερα ότι υπάρχουν καλά βιβλία και κακά βιβλία.
Μόλις τελείωσα ένα βιβλίο που δεν είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο. Το «Μια Εξομολόγηση» του Τολστόι είναι αξιολάτρευτο.
Ο συγγραφέας γύρω στα πενήντα του χρόνια έχει ό,τι μπορεί να ονειρευτεί άνθρωπος: χρήμα, δόξα, οικογένεια, έχει γράψει αριστουργήματα, έχει ερωτευθεί παράφορα, έχει ιδρύσει σχολεία, έχει ταξιδέψει, όταν όμως έρχεται αντιμέτωπος με το αμείλικτο ερώτημα του νοήματος της ζωής («Τι είμαι;», «Γιατί ζω;», «Τι θα βγει από αυτό που κάνω σήμερα, ή αυτό που θα κάνω αύριο; Τι θα βγει από ολόκληρη τη ζωή μου;») καταρρέει. Όλα όσα έχει πετύχει στη ζωή του μοιάζουν ανούσια εφόσον θα πεθάνει και εκείνος, και τα παιδιά του και οι αναγνώστες των βιβλίων του. Μόνο η αυτοκτονία μοιάζει λογική διέξοδος.
Έχοντας απορρίψει την θρησκεία από τα νεανικά του χρόνια και έχοντας δοκιμάσει τον ευδαιμονισμό χωρίς να βρει παρηγοριά, στράφηκε στην επιστήμη και την φιλοσοφία για απαντήσεις στο βασανιστικό ερώτημα. Απογοήτευση και εκεί. Όταν το θεμελιώδες υπαρξιακό ερώτημα προσεγγίζεται μέσω της ψυχρής λογικής, το αποτέλεσμα είναι ολέθριο και η αυτοκτονία η μόνη λύση. (Πόσο πολύ μου θυμίζει αυτό τη ρήση του Πεσσόα: «Η ασυνειδησία είναι η βάση της ζωής. Αν η καρδιά μπορούσε να σκεφτεί, θα σταματούσε.»)
Η αναζήτηση του τον έφερε ξανά πίσω στην πίστη και τη θρησκεία. Προσπάθησε να ζήσει σα καλός χριστιανός, με προσευχή, νηστεία και εκκλησία. Το ιδανικό μιας κοινωνίας αγάπης του έδωσε γαλήνη. Για λίγο...
Το ανήσυχο πνεύμα του επαναστάτησε απέναντι στην πεισματική εμμονή της κάθε θρησκείας να θεωρεί ότι η ίδια κατέχει την απόλυτη αλήθεια και όλες οι άλλες κυρήσσουν το ψέμα. Απογοητεύτηκε όταν αντιλήφθηκε ότι η στάση αυτή ωφείλεται στο ότι οι θρησκείες γίνονται όχημα πολιτικής και έφριξε διαπιστώνοντας ότι οδηγεί στη μισαλλοδοξία και σε πολέμους που οι Εκκλησίες σπεύδουν να ευλογήσουν.
Μολαταύτα εξακολούθησε να θεωρεί ότι κάποια μορφή πίστης είναι αναγκαία για να μπορεί να συνεχιστεί η ζωή, επιδώθηκε έτσι σε μια προσπάθεια να διακρίνει την αλήθεια από τα ψέματα της θρησκείας. Σε τι βαθμό τα κατάφερε δεν το μαθαίνουμε. Πάντως δεν αυτοκτόνησε...
Δεν ξέρω αν θα γίνει κανείς σοφότερος διαβάζοντας αυτό το βιβλίο. Εντούτοις το βρήκα αξιολάτρευτο, γιατί η απεγνωσμένη αναζήτηση του Τολστόι είναι βαθειά ανθρώπινη: ξεκίνησε με τον πρώτο του είδους μας που σήκωσε το βλέμμα του στ’ άστρα και θα τελείωσει όταν και του τελευταίου τα μάτια κλείσουν οριστικά.
Η σκέψη που στριφογυρίζει στο μυαλό μου ύστερα από όλα αυτά είναι η εξής: Μήπως το νόημα της ύπαρξης βρίσκεται στην αναζήτησή του, στην πνευματική εξύψωση που συνεπάγεται η διαρκής και αγωνιώδης αναζήτηση του νοήματος; Με άλλα λόγια μήπως η απάντηση στο ερώτημα είναι το ίδιο το ερώτημα;
Μόλις τελείωσα ένα βιβλίο που δεν είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο. Το «Μια Εξομολόγηση» του Τολστόι είναι αξιολάτρευτο.
Ο συγγραφέας γύρω στα πενήντα του χρόνια έχει ό,τι μπορεί να ονειρευτεί άνθρωπος: χρήμα, δόξα, οικογένεια, έχει γράψει αριστουργήματα, έχει ερωτευθεί παράφορα, έχει ιδρύσει σχολεία, έχει ταξιδέψει, όταν όμως έρχεται αντιμέτωπος με το αμείλικτο ερώτημα του νοήματος της ζωής («Τι είμαι;», «Γιατί ζω;», «Τι θα βγει από αυτό που κάνω σήμερα, ή αυτό που θα κάνω αύριο; Τι θα βγει από ολόκληρη τη ζωή μου;») καταρρέει. Όλα όσα έχει πετύχει στη ζωή του μοιάζουν ανούσια εφόσον θα πεθάνει και εκείνος, και τα παιδιά του και οι αναγνώστες των βιβλίων του. Μόνο η αυτοκτονία μοιάζει λογική διέξοδος.
Έχοντας απορρίψει την θρησκεία από τα νεανικά του χρόνια και έχοντας δοκιμάσει τον ευδαιμονισμό χωρίς να βρει παρηγοριά, στράφηκε στην επιστήμη και την φιλοσοφία για απαντήσεις στο βασανιστικό ερώτημα. Απογοήτευση και εκεί. Όταν το θεμελιώδες υπαρξιακό ερώτημα προσεγγίζεται μέσω της ψυχρής λογικής, το αποτέλεσμα είναι ολέθριο και η αυτοκτονία η μόνη λύση. (Πόσο πολύ μου θυμίζει αυτό τη ρήση του Πεσσόα: «Η ασυνειδησία είναι η βάση της ζωής. Αν η καρδιά μπορούσε να σκεφτεί, θα σταματούσε.»)
Η αναζήτηση του τον έφερε ξανά πίσω στην πίστη και τη θρησκεία. Προσπάθησε να ζήσει σα καλός χριστιανός, με προσευχή, νηστεία και εκκλησία. Το ιδανικό μιας κοινωνίας αγάπης του έδωσε γαλήνη. Για λίγο...
Το ανήσυχο πνεύμα του επαναστάτησε απέναντι στην πεισματική εμμονή της κάθε θρησκείας να θεωρεί ότι η ίδια κατέχει την απόλυτη αλήθεια και όλες οι άλλες κυρήσσουν το ψέμα. Απογοητεύτηκε όταν αντιλήφθηκε ότι η στάση αυτή ωφείλεται στο ότι οι θρησκείες γίνονται όχημα πολιτικής και έφριξε διαπιστώνοντας ότι οδηγεί στη μισαλλοδοξία και σε πολέμους που οι Εκκλησίες σπεύδουν να ευλογήσουν.
Μολαταύτα εξακολούθησε να θεωρεί ότι κάποια μορφή πίστης είναι αναγκαία για να μπορεί να συνεχιστεί η ζωή, επιδώθηκε έτσι σε μια προσπάθεια να διακρίνει την αλήθεια από τα ψέματα της θρησκείας. Σε τι βαθμό τα κατάφερε δεν το μαθαίνουμε. Πάντως δεν αυτοκτόνησε...
Δεν ξέρω αν θα γίνει κανείς σοφότερος διαβάζοντας αυτό το βιβλίο. Εντούτοις το βρήκα αξιολάτρευτο, γιατί η απεγνωσμένη αναζήτηση του Τολστόι είναι βαθειά ανθρώπινη: ξεκίνησε με τον πρώτο του είδους μας που σήκωσε το βλέμμα του στ’ άστρα και θα τελείωσει όταν και του τελευταίου τα μάτια κλείσουν οριστικά.
Η σκέψη που στριφογυρίζει στο μυαλό μου ύστερα από όλα αυτά είναι η εξής: Μήπως το νόημα της ύπαρξης βρίσκεται στην αναζήτησή του, στην πνευματική εξύψωση που συνεπάγεται η διαρκής και αγωνιώδης αναζήτηση του νοήματος; Με άλλα λόγια μήπως η απάντηση στο ερώτημα είναι το ίδιο το ερώτημα;
Monday, July 22, 2013
Το μυστικό της ανθρώπινης ύπαρξης
"...Γιατί το μυστικό της ανθρώπινης ύπαρξης είναι τούτο: Δε θέλει μονάχα να ζει, μα να ξέρει και γιατί ζει. Αν ο άνθρωπος δεν έχει μια σταθερή φαντασίωση του σκοπού για τον οποίο ζει, θα αρνηθεί να ζήσει, θα προτιμήσει να αυτοεκμηδενιστεί..."
Φ. Ντοστογιέφσκι, Ο Μέγας Ιεροεξεταστής
Monday, April 1, 2013
Hemingway: a life looking for trouble
Some highlights of Hemingway's adventurous life (from Wikipedia):
-Early in 1918 Hemingway responded to a Red Cross recruitment effort in Kansas City and signed on to become an ambulance driver in Italy. He left New York in May, and arrived in Paris as the city was under bombardment from German artillery. By June he was at the Italian Front. On his first day in Milan he was sent to the scene of a munitions factory explosion where rescuers retrieved the shredded remains of female workers.
-On July 8 he was seriously wounded by mortar fire, having just returned from the canteen bringing chocolate and cigarettes for the men at the front line. Despite his wounds, Hemingway carried an Italian soldier to safety, for which he received the Italian Silver Medal of Bravery.
-He covered the Greco-Turkish War, where he witnessed the burning of Smyrna.
-In 1933 Hemingway went on safari to East Africa. The 10-week trip provided material for "Green Hills of Africa", as well as for the short stories "The Snows of Kilimanjaro" and "The Short Happy Life of Francis Macomber". He visited Mombasa, Nairobi, and Machakos in Kenya, then moved on to Tanganyika. During these travels Hemingway contracted amoebic dysentery that caused a prolapsed intestine, and he was evacuated by plane to Nairobi.
-In 1937 Hemingway agreed to report on the Spanish Civil War for the North American Newspaper Alliance.
-From June to December 1944 Hemingway was in Europe. At the D-Day landing, he was kept on a landing craft because military officials considered him "precious cargo". Late in July he attached himself to "the 22nd Infantry Regiment as it drove toward Paris", and Hemingway became de facto leader to a small band of village militia in Rambouillet outside of Paris.
-On August 25 he was present at the liberation of Paris.
-In 1947 Hemingway was awarded a Bronze Star for his bravery during World War II.
-In 1954, while in Africa, Hemingway was almost fatally injured in two successive plane crashes.
-He was told to stop drinking to mitigate liver damage, advice he initially followed but then disregarded.
-In the early morning hours of July 2, 1961, Hemingway "quite deliberately" shot himself with his favorite shotgun.[142] He unlocked the basement storeroom where his guns were kept, went upstairs to the front entrance foyer of their Ketchum home, and "pushed two shells into the twelve-gauge Boss shotgun ...put the end of the barrel into his mouth, pulled the trigger and blew out his brains.

One of the rare moments of relaxation.
Saturday, September 29, 2012
Jazz Stories II
Τζαζ και λογοτεχνία συνέχεια. Μετά το "Κουτσό" του Κορτάζαρ, παραθέτω μερικά αποσπάσματα από το "Στον Δρόμο" του Κέρουακ. Αν με μάγεψαν οι περιγραφές του είναι γιατί παρουσιάζουν την τζαζ έτσι όπως ήταν όταν γεννήθηκε και λατρεύτηκε: μια μουσική γεμάτη ζωντάνια που παιζόταν οπουδήποτε, αρκεί να υπήρχε ορχήστρα, καπνός και ουίσκυ (ή έστω φτηνό κρασί). Μια μουσική που ξεσήκωνε τον κόσμο να χορέψει, να ξεφαντώσει, να ερωτευτεί.
Το ότι ακούμε πλέον τη τζαζ σε αποστειρωμένες συναυλιακές αίθουσες, καθιστοί, ανέκφραστοι, άκαπνοι και ξενέρωτοι σημαίνει ότι αν και οι παρτιτούρες υπάρχουν ακόμα, το πνεύμα της δεν είναι πια ζωντανό. Την εξετάζουμε σαν ένα άψυχο, μουσειακό είδος. The end of Jazz.
Το κείμενο που υποσχέθηκα:
ΚΑΤΕΒΗΚΑΝ ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ καί ξεκινήσαμε γιά τή μεγαλειώδη μας νύχτα σπρώχνοντας ακόμα μιά φορά τ' άμάξι κάτω στό δρόμο. «Γιόχοο! Πάμε!», φώναξε ό Ντήν καί πηδήσαμε στό πίσω κάθισμα, καί φύγαμε μέσ' από 'να τράνταγμα σιδερικών γιά τό μικρό Χάρλεμ της Φόλσομ Στρήτ.
Πηδώντας εξω, μέσα στή ζεστή, τρελή νύχτα, ακούσαμε εναν παλαβό σαξοφωνίστα νά παίζει καί ν' ακούγεται ως εξω τό δρόμο, να λέει: «Έι-Α! Έι-Α! Έι-Α! », χτυπωντας τα χέρια στο ρυθμό ενώ ο κόσμος ξεφώνιζε: «Μπρός, δώσ' του, δώσ' του!». Ό Ντην διέσχιζε κιόλας τό δρόμο τρέχοντας μέ τόν αντίχειρά του στόν αέρα, φωνάζοντας: «Παίξε, φίλε μου, παίξε!». Μιά παρέα μαύρων μέ κοστούμια του σαbβατόβραδου κραύγαζαν μπροστά στήν πόρτα. Ήταν ενα σαλούν γεμάτο πριονίδι μέ μιά μικρή εξέδρα όπου ήταν στριμωγμένα παιδιά τής ορχήστρας, φορώντας τά καπέλα τους καί παίζοντας πάνω απ' τά κεφάλια του κόσμου, ενας παλαβός τόπος• τρελές χοντρές γυναίκες κυκλοφορουσαν πότε-πότε ολόγυρα μέ τά μπουρνούζια τους, μπουκάλια τσουγκρίζονταν στά δρομάκια. Στό βάθος του σαλούν, σ' ενα σκοτεινό διάδρομο, πιό πέρα απ' τίς βρωμερές τουαλέτες, μερικοί έστεκαν όρθιοι ακουμπώντας στόν τοίχο, πίνοντας σποντιόντι καί φτύνοντας στ' αστέρια –ουίσκυ και κρασί. Ο σαξοφωνίστας με το καπέλο έπαιζε στο ψηλότερο σημείο ένα θαυμάσιο αυτοσχεδιασμό• πού πετύχαινε μιά σειρά κρεσέντο καί ντεκρελό «Έι-ντί-λι-γιά!» καί έπαιζε παρέα στήν παταγώδη βροντή των ντράμς, πού τό δέρμα τους ήταν αυλακωμένο από τά τσιγάρα πού αφηναν εκεί πάνω, καί πού τά σφυροκοπουσε ενας μεγαλόσωμος, κτηνώδης νέγρος μ' ενα ταυρίσιο σβέρκο, πού δέν εδινε δεκάρα γιά τίποτα εκτός από τό νά τιμωρεί τά εκρηκτικά του τύμπανα, μπάμ, μπάμ-τι-μπούμ, μπάμ.
Μια, βαβούρα από νότες κι ο' σαξοφωνίστας το’ πιασε καί όλοι μας ξέραμε πώς τό 'πιασε. Ό Ντην έσφιγγε τό κεφάλι του μέ τά δυό του χέρια μέσα στό πλήθoς κι ήταν ενα πλήθoς πού παραληρουσε. Όλοι παρακινουσαν τόν σαξοφωνίστα, νά τό κρατήσει καί νά τό πάει ετσι, μέ κραυγές καί φλογισμένα μάτια, κι αυτός ξεδιπλωνόταν και έσκυβε πάλι με το σαξόφωνο του, διαγράφοντας μια τροχιά πάνω απ' τό έξαλλο πλήθoς ενώ αφηνε μιά δυνατή στριγγλιά. Μιά νέγρα εξι πόδια ψηλή καί κοκαλιάρα βάλθηκε νά κουνάει τά κόκαλά της μπροστά στό σαξόφωνο του τύπου κι εκείνος της πέταξε ένα παρατεταμένο, «Έι! Έι! Έι!». Όλοι μας κουνιόμαστε καί oυρλιάζαμε. Η Γαλάτεια κι η Μαίρη, μέ μιά μπύρα στό χερι, ήταν ορθιες πάνω στίς καpεκλες τους, καί κουνιόνταν καί χοροπηδουσαν. Παρέες νεγρων έφταναν πατείς με πατώ σε απ' τό δρόμο, σπρώχνοντας ο ένας τόν αλλο γιά νά μπουν μέσα. « Κράτα το γερά, άνθρωπε!», ούρλιαξε ένας με μιά βραχνή φωνή κι εβγαλε ενα δυνατό βρυχηθμό πού πρεπει ν' ακούστηκε σ' όλο τό Σακραμεντο, ά-αα! «Ούου!», εκανε ο Nτην. Έξυνε τό στήθος του, την κοιλιά του, ο ιδρώτας έτρεχε απ το προσωπο του. Μπούμ, μπάμ, αυτός ό ντράμερ κοπανούσε τά ντράμς του κάτω στό κελάρι κι ό ήχος απ' τίς δολοφονικές μπαγκέτες του ανέβαινε ως επάνω, εκκωφαντικά. Ένας χοντρός τύπος πηδουσε πάνω στην εξέδρα, και την έκανε να βουλιάζει και να τρίζει. « Γιόου!». Ο πιανίστας χτυπούσε δυνατά τά πλήκτpα μέ τά ανοιχτά αετίσια δάχτυλά του, παίζοντας ακόρντα, στα διαστήματα που ο μεγαλος σαξοφωνίστας έπαιρνε αναπνοή πρίν ξεσπάσει πάλι, -κινέζικα ακόρντα πού έκαναν το πιάνο, να ανατριχιάζει σε κάθε κομμάτι ξύλου του, σε κάθε χαραμάδα καί σύρμα του, μπόινγκ! Ο σαξοφωνίστας πήδησε κάτω απ' την εξεδρα καί στήθηκε στη μέση του πλήθoυς, σαλπίζοντας πρός κάθε κατεύθυνση• τό καπελο του έπεφτε στά μάτια• κάποιος του τό 'σπρωξε πίσω. Κράτησε την αναπνoή του καί χτύπησε μέ τό πόδι καί εβγαλε έναν ήχο βραχνό σάν μούγκρισμα, μετά πήpε ανάσα και σήκωσε ψηλά το σαξόφωνο και έβγαλε έναν ήχο οξύ και δυνατό, που έσχισε τον αερα. Ο Ντην ηταν ακριβώς απέναντι του, με το πρόσωπο σκυμμένο πάνω στό ανοιγμα του σαξοφώνου, κτυπώντας τα χέρια του, ποτίζοντας μέ τόν ιδρώτα του τά πλήκτpα του σαξόφωνου, κι ο άνθρωπος το πράσεξε και γελασε μέσα στο σαξόφωνο του μ' ένα παρατεταμένο ανατριχιαστικό καί τρελό γελιο κι ολοι γέλασαν μαζί του και κουνιόνταν και κουνιόνταν• και τελικά ο σαξοφωνίστας απoφάσισε να παίξει τον επίλογο του και χαμήλωσε και κράτησε γιά αpκετή ώρα ψηλά τη νότα του ντό, ενω ολοι κατέρρεαν μέσα στην αίθουσα κι οι φωνές δυνάμωναν και είπα πως θα πλακώσouν οι μπάτσοι σάν ακρίδες απ' τό πιό κοντινό τμήμα. Ο Ντην βρισκόταν σε έκσταση. Τά μάτια του σαξοφωνίστα ήταν στραμμένα ίσια κατά πάνω του• είχε εκεί ένα παλαβό που όχι μόνο ένιωθε αλλά είχε καί την έννοια καί τό πάθος νά νιώσει ολοένα καί περισσότερα απ' αυτά πού υπήρχαν καί άρχισαν νά κάνουν ντουέτο οι δυό τους• καί όλα γίνονταν και λέγoνταν με το σαξόφωνο, όχι πια φράσεις, αλλά κραυγές, τίποτα παραπάνω από κραυγές, «Μπάουφ!» καί πάλι κάτω στό «Μπίπ!» καί πάνω στό «Ίιιι!» καί κάτω στά μπάσα καί πάνω στά πλάγια. Δοκίμασε τά πάντα, πάνω, κάτω, στά πλάγια, πάνω-κάτω, οριζόντια, στίς τριάντα μοίρες, καί τελικά έπεσε ανάσκελα στα χέρια κάποιου απ' τό πληθος καί εμεινε εκεί κι όλος ο κόσμος σπρωχνοταν γυρω του και ξεφώνιζε: « Ναι! Ναι! Τα κατάφερε να το παίξει!». Ο Ντην σκουπιζόταν με το μαντήλι του.
Μετά ο σαξοφωνίστας σκαρφάλωσε πάνω στην εξέδρα καί ζήτησε να παίξουν έναν αργό ρυθμό καί κοίταζε θλιμμένα έξω απ' την ανοιχτή πόρτα πάνω απ' τά κεφάλια τών ανθρώπων κι αρχισε νά τραγουδάει: «Κλείσε τά μάτια σου». Σ' ένα λεπτό τά πράματα καλμάρησαν. Ο σαξοφωνίστας φορούσε ένα κουρελιασμένο καστόρινο σακάκι, ένα κατακόκκινο πουκάμισο, σχισμένα παπούτσια κι ενα ασιδέρωτο παντελόνι σωλήνα• δέν νοιαζόταν. Έμοιαζε μ' ένα νέγρο Χόσελ. Τα μεγάλα του καστανά μάτια ηταν γεμάτα θλίψη και ο τρόπος πού τραγουδούσε αργόσυρτος καί μέ μεγάλες στροχαστικές παύσεις. Αλλά στο δεύτερo ρεφραίν, άναψε και πήδηξε κάτω απ’ την εξέδρα, σκύβοντας μέ τό μικρόφωνο στό χέρι. Γιά νά δώσει τόν τόνο μιας νότας, έπρεπε νά αγγίξει την άκρη τών παπουτσιών του
καί νά ξανασηκωθεί μ' όλο του τό κορμί πρίν την τραγoυδήσει καί την έλεγε τόσο δυνατά πού τρέκλιζε απ' τόν απόηχο καί έβρισκε ξανά την ισορροπία του μόνο τη στιγμή πού έπρεπε νά βγάλει την επόμενη αργόσυρτη νότα. «Moυ-oυ-oυ-oυσική παι-αι-αι-αι-αίζει!». Έπεσε πίσω, μέ τό κεφάλι γυρισμένο πρός τό ταβάνι καί τό μικρόφωνο κάτω απ το στόμα. Σείστηκε, ταλαντεύτηκε. Μετά έσκυψε, αφήνoντας σχεδόν τό κεφάλι νά πέσει πάνω στό μικρόφωνο. «Κά-α-α-αντο όπως σε όνειρο για να χορέψουμε...», και κοίταξε έξω, στο δρόμο, έχοντας στά χείλη ένα μορφασμό περιφρόνησης, ένα λυπημένο χαμόγελο όπως της Μπίλυ Χόλιντέη ... «ενώ πάμε ονειροπω-ω-ωλώντας ... », λικνίστηκε από δεξιά στ' αριστερά. «Τής αγάπης γιορτή ... ». Τίναξε το κεφάλι, αηδιασμενος και κουρασμένος απ τον κόσμο ... «Θα μοιάζει...» θα μοιάζει με τι; Όλος ο κόσμος περίμενε• κλαψούρισε: «...εντάξει». Ο πιανίστας έπαιξε ένα ακόρντο. «Έλα μωρό, δεν έχεις παρά να κλείσει-ει-ει-εις τα όμορφα ματά-α-α-ακια σου...». Τά χείλη του τρέμισαν, μας κοίταξε, τόν Ντην κι εμένα με μιά έκφραση πού έμοιαζε νά λέει: λοιπόν, τώρα, τί κάνουμε όλοι μέσα σ' αυτόν τόν μαύρο καί θλιβερό κόσμο; -καί μετά εφτασε στό τέλος του τραγουδιού του, καί γι' αυτό έπρεπε νά γίνουν κάτι λεπτές προεργασίες πού κράτησαν τόσην ώρα πού θά μπορουσες νά στείλεις τηλεγραφηματα σ' όλο τόν κόσμο μιά ντουζίνα φορές, μά τί σημασία είχε γιά τόν καθένα; Εφόσον εκεί πέρα ήμασταν γιά νά κλωθογυρίζουμε καί νά βράζουμε στό ζουμί της φτωχής χαμένης μας ζωής σ' αυτούς τούς καταραμένους απ' τό Θεό δρόμους του ανθρώπου, όπως τό 'λεγε καί τό τραγουδουσε «κλείσε ... τά ... » καί τό 'λεγε στραμμένος πρός τό ταβάνι καί πέρα απ' αυτό ως τ' αστέρια καί πιό πέρα ... «μά-α-α-α-α-τια σου...» κι άφησε την εξέδρα τρεκλίζοντας γιά νά πάει νά τό σκεφτεί καλά. Κάθισε σέ μιά γωνιά μέ μιά παρέα τύπους, χωρίς ν' ασχοληθεί μαζί τους . Κατέβασε τό κεφάλι κι άρχισε να κλαίει. 'Ηταν ο πιο, μεγάλος.
Ό Ντην κι εγώ πλησιάσαμε νά του μιλησουμε. Τόν καλέσαμε νά 'ρθει μεέχρι τ’ αμάξι . Μέσα στ’ αμάξι, βάλθηκε ξαφνικά να ξεφωνίζει: «Ναί, δέν υπάρχει τίποτα πού νά μ' αρέσει περισσότερο απ' τίς καλές πλάκες! Που πάμε;». Ο Ντην χοροπήδησε πάνω-κάτω πάνω στό κάθισμα καγχάζοντας μέ μανία. «Μιά στιγμη! Μιά στιγμη!», είπε ό σαξοφωνίστας. «Θά 'ρθει ό γιός μου νά μας πάει μέχρι στου Τζέημσονς Νούκ, όπου πρέπει νά τραγουδησω. Φίλε μου, ζω γιά νά τραγουδώ. Είναι δυό βδομάδες πού τραγουδω «Κλείσε τά μάτια σου» , -δέν θέλω νά τραγουδήσω τίποτ' άλλ.ο. Εσείς, τί φτιάχνετε, παιδιά;». Του είπαμε πώς θά φεύγαμε σέ δυό μέρες γιά Νέα Υόρκη. «Θεέ μου, δέν εχω πάει ποτέ εκεί πέρα καί λένε πώς είναι πραγματικά διασκεδαστικη πόλη, μά δέν εχω λόγο νά παραπονιέμαι για τον τοπο όπου βρίσκομαι. Είμαι παντρεμένος, ξέρετε».
«Ά, ναί;», έκανε ανάβοντας ο Nτην. «Καί που είναι η καλή σου απόψε;».
«Τί θές νά πείς;», είπε ο σαξoφωνίστας καί τόν κοίταξε μέ την άκρη του ματιου. «Σου είπα πώς ήμουν παντρεμένος μαζί της, έτσι;».
«Και βέβαια, και βέβαια», είπε ο Ντην. «Έτσι ρώτησα. Ίσως έχει φίλες; Ή αδελφές; Γιά νά τό ρίξω εξω, καταλαβαίνεις, απλώς γιά νά τό ρίξω εξω».
« Α ,σε τι βοηθάει να το ρίχνεις έξω, η ζωή είναι πολύ θλιβερή γιά νά περνάς τόν καιρό σου διασκεδάζοντας», είπε σαξoφωνίστας κοιτάζοντας τό δρόμο, μέ χαμηλωμένα τά μάτια. «Σκ-κ-κα-τά.», είπε. «Δεν εχω φράγκο και καρφί δε μου καίγεται απόψε».
Γυρίσαμε γιά λίγο ακόμα μέσα. Τά κορίτσια είχαν τόσο αηδιάσει βλέποντάς μας τόν Ντην κι εμένα νά παραληρούμε καί νά πηδάμε ένα γύρω, που είχαν φύγει κι είχαν πάει με τα πόδια στουΝούκ• τ' αυτοκίνητο δέν έπαιρνε πάντως μπρoστά. Είδαμε στό μπαρ ένα τρομερό θέαμα: μιά αξιoθρήνητη ξανθιά αδερφή είχε έρθει φορώντας μια πουκαμίσα απ’ τη Χαβάη και ρωτούσε τον χοντρό ντραμίστ αν μπορούσε ν' ανέβει πάνω. ΟΙ μουσικοί τόν κοίταζαν με καχύποπτο ύφος. «Ξέρεις να παίζεις;». Έιπε πως ναι, κανοντας και γκριμάτσες ταυτόχρονα. Κοιτάχτηκαν μεταξύ τους και είπαν: «Ναί, ναί, αυτό κάνει ο άνθρωπος, σκ-κ-κατά!». Κάθισε λοιπόν η ξανθούλα μπροστά στα τύμπανα κι έπιασαν ένα ρυθμό τζαμπ και βάλθηκε να χαιδεύει μαλακά τά πιατίνια μ' ενα σκουπάκι, κουνώντας τό λαιμό της, μ' αυτη την επηρμένη εκσταση πού δημιουργεί η ψυχανάλυση του Ράιχ, καί πού δέν σημαίνει τίποτ' άλλο εκτός από κατάχρηση τσαγιού κι ελαφρές τροφές καί ανόητες πλάκες. Άλλά δεν νοιαζόταν. Χαμογελούσε χαρωπά στό κενό καί κρατουσε τό ρυθμό, αλλά πολύ απαλά, μέ μιά αντίστιξη κακαρισμάτων καί κελαηδισμάτων στα συμπαγή καί βροντερά μπλούζ πού έπαιζαν τά παιδιά, χωρίς ν' ασχολούνται μαζί του. Ο χοντρός νέγρος ντραμίστας με τον ταυρίσιο λαιμό καθόταν περιμένοντας τη σειρά του. «Τί κάνει αυτός ο τύπος εκεί;», είπε. «Παίξε μουσική!», είπε. «Τί διάβολο», «σκ-κ-κ-κατά!», και απόστρεψε αηδιασμένος τα μάτια του.
Ήρθε ο γιός του σαξοφωνίστα• ήταν ένας μικρόσωμος νέγρος ντυμένος στην τρίχα, μέ μιά μεγάλη καί φαρδιά Κάντιλακ. Πηδήξανε όλοι μέσα. 'Έσκυψε πάνω στό τιμόνι, κι έριξε τ'άμάξι σάν τόν άνεμο, μέσα στό Φρίσκο, χωρίς νά σταματήσει στιγμή, μέ εβδομήντα μίλια τήν ωρα, μέσα στην κυκλοφορία, χωρίς κάν νά τόν προσέξει κανεις, τόσο περίφημος ήταν. Ο Ντην ήταν σε έκσταση. «Πρόσεξε αυτό τόν τύπο, φίλε μου! Πρόσεξέ τον πως κάθεται εκεί καί δέν κουνάει ούτε τό δαχτυλάκι του καί μαστιγώνει τό υλικό καί ταυτόχρονα μπορεί νά μιλάει όλη νύχτα, μα ορίστε, δέν κουράζεται να μιλάει, ά, φίλε μου, τα πράματα, τα πράματα, τα πράματα ποu θά μπορουσα ... ποu θά 'θελα ... ω, ναί. Άντε, πάμε, μή σταματάμε ... πάμε! Ναί!». Καί τό παιδί έστριψε σέ μιά γωνιά του δρόμου καί μας κάρφωσε μπροστά ακριβώς απ' του Τζέημσονς Noυκ καί παρκάρησε. Ένα ταξί σταμάτησε• κι ένας κοντός αδύνατος καί ξερακιανός νέγρος ίεροκήρυκας πήδηξε από μέσα καί πέταξε ένα δολάριο στον ταξιτζή και ξεφώνισε: «Φύσα το!», και μπήκε τρέχοντας μέσα στό κλάμπ καί πηγε καί χώθηκε κατευθείαν στο μπαρ του ισογειου, ξεφωνίζοντας: «Φύσα• φύσα• φύσα!», καί ανέβηκε σκουντουφλώντας τά σκαλιά, παρά λίγο νά πέσει μέ τα μούτρα, καί πέρασε σάν σίφουνας την πόρτα καί έπεσε μέσα στην αίθουσα της τζάζ μέ τά χέρια μπροστά γιά νά αποκρουσει κάθε εμπόδιο που θα `μπαινε στο δρόμο του, κι έπεσε κατευθείαν πάνω στόν Λαμπσέιντ ποu δούλεuε εκείνο τόν καιρό γκαρσόνι στου Τζέημσονς Ντouκ κι η μουσική ήταν εκεί εκρηκτική κι εκείνος στάθηκε καρφωμένος στην ανοιχτή πόρτα ξεφωνίζοντας: «Παίξ' το γιά μένα, φίλε, παιξ’ το!». Κι ο φίλος ήταν ένας μικροσκοπικός νέγρος, μ’ένα άλτο σαξόφωνο, που όπως εΙπε ο Ντην, έλεγαν, πώς έμενε μέ τή γιαγιά του ακριβώς όπως ο Τόμ Σνάρκ, κοιμόταν όλη μέρα, καί έπαιζε όλη νuχτα, καί επαιζε καμιά κατοσταριά φορές τό ίδιο ρεφραίν προτού νιώσει έτοιμος γιά τη μεγάλη στιγμή, καί στό σημείο εκείνο ήταν που μπήκαμε. « Έιναι ο Κάρλο Μαρξ!», ξεφώνισε ο Ντην πάνω απ' όλο τό παραλήρημα.
Καί ηταν. Τό μικρό αγόρι της γιαγιάς μέ τό επιδιορθωμένο του άλτο είχε σπινθηροβόλα σα χάντρες μάτια• μικρά στραβά ποδαράκια• σφιχτές γάμπες• καί πηδούσε καί χειρονομούσε μέ τό σαξόφωνό του καί κλωτσούσε ολόγυρα στόν αέρα κρατώντας τά μάτια του καρφωμένα στό ακροατήριο (πού τό αποτελουσαν άνθρωποι πού γελουσαν, καθισμένοι σέ μιά δωδεκάδα τραπέζια, μέσα σ' ενα δωμάτιο τριάντα επί τριάντα πόδια καί χαμηλοτάβανο), καί δέν σταματούσε στιγμή. Οι αυτοσχεδιασμοί του ήταν πολύ άπλοί. Αυτό
πού του άρεσε ήταν η έκπληξη μιας καινούργιας κι απλής παραλλαγής στό ρεφραίν. Ξεκινουσε μ' ενα «τα-τούπ-τάντερ-ρα-ρα ... τα-τούπ-τάντερ-ραρα», επαναλαμβάνοντάς το μέ πηδηματάκια ολόγυρα καί φιλιά στό σαξόφωνό του καί χαμόγελα μέχρι τό «τάτούπ-ιι-ντά-ντί-ντέρα-ΡΑΠ! τά-τούπ-ιι-ντά-ντί-ντέρα-ΡΑΠ!» καί κάθε φορά επικρατούσαν ανάμεσα σ' αυτόν κι οσους τόν άκουγαν μεγάλες στιγμές γέλιου καί συνεννόησης. Ο ήχος του ήταν καθαρός σάν καμπάνα, ψιλός, αγνός, καί επαιζε ακριβώς κάτω απ' τή μύτη μας, δυό πόδια πιό κει. Ο Ντην ήταν όρθιος απέναντί του, αποκομμένος από καθετί αλλο στόν κόσμο, μέ τό κεφάλι σκυμμένο, τά χέρια νά χτυπουν στό ρυθμό, όλο του τό κορμί νά χοροπηδάει πάνω στίς φτέρνες κι ο ιδρώτας, πάντα ο ιδρώτας, νά πλημμυρίζει καί νά πιτσιλίζει τόν ταλαίπωρο γιακά του πρίν σχηματίσει μιά αληθινή λίμνη μπροστά στά πόδια του. Η Γαλάτεια κι η Μαίρη ήταν εκει καί κάναμε πέντε ολόκληρα λεπτά νά τό πάρουμε είδηση. Ούου! οι νύχτες του Φρίσκο, η άκρη της ηπείρου καί τό τέλος της αγωνίας, αντίο όλη αυτή η θλιβερή αγωνία καί οι βλακείες. Ο Λαμπσέιντ έτρεχε γύρω-γύρω μέ τούς δίσκους της μπύρας• ο,τι έκανε ήταν μέσα στο ρυθμό• ξεφώνιζε στη σερβιτόρα με το ρυθμό: «ΚαΙ τώρα, μωρουδάκι, κάνε μου χώρο, κάνε μου χώρο, έρχεται ο Λαμπσέιντ από κει», καί τήν προσπερνουσε φουριόζος με τίς μπύρες στόν αέρα κι ορμούσε μέσα απ' τη δίφυλλη πόρτα της κουζίνας καί χόρευε μέ τίς μαγείρισσες καί ξαναρχόταν καταϊδρωμένος. Ο τρομπετίστας καθόταν τελείως ακίνητος σέ μιά γωνιά του τραπεζιού μ' ένα ανέγγιχτο ποτήρι μπροστά του κοιτώντας απορροφημένος τό κενό, μέ τά χέρια του νά κρέμονται στά πλευρά του, ώσπου άγγιζαν σχεδόν το πάτωμα, τα πόδια του απλωμένα μπροστά σάν γλώσσες κρεμασμένες, •όλο του το κορμί ξεραμένο από μιά απόλυτη βαρεμάρα καί μιά απόλυτη θλίψη καί τό μόνο πού είχε στο μυαλό του ή ταν: ένας άνθρωπος που ψοφούσε όλα τα βράδια καί άφηνε τούς άλλους νά του δώσουν τη χαριστική βολή τη νύχτα. Όλα γυρνούσαν γύρω του σάν μέσα σ' ένα σύννεφο. Καί ό μικρός σαξοφωνίστας της γιαγιας, αυτός ό μικρός Κάρλο Μάρξ, πηδούσε καί χόρευε σά πίθηκος μέ τό μαγικό του σαξόφωνο καί έπαιζε διακόσια ρεφραίν από μπλούζ, τό ενα πιό τρελό από τ' άλλο, χωρίς νά δείχνει τό παραμικρό σημάδι εξάντλησης η επιθυμίας νά ξημερώσει. Όλη η αίθουσα έτρεμε.
Το ότι ακούμε πλέον τη τζαζ σε αποστειρωμένες συναυλιακές αίθουσες, καθιστοί, ανέκφραστοι, άκαπνοι και ξενέρωτοι σημαίνει ότι αν και οι παρτιτούρες υπάρχουν ακόμα, το πνεύμα της δεν είναι πια ζωντανό. Την εξετάζουμε σαν ένα άψυχο, μουσειακό είδος. The end of Jazz.
Το κείμενο που υποσχέθηκα:
ΚΑΤΕΒΗΚΑΝ ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ καί ξεκινήσαμε γιά τή μεγαλειώδη μας νύχτα σπρώχνοντας ακόμα μιά φορά τ' άμάξι κάτω στό δρόμο. «Γιόχοο! Πάμε!», φώναξε ό Ντήν καί πηδήσαμε στό πίσω κάθισμα, καί φύγαμε μέσ' από 'να τράνταγμα σιδερικών γιά τό μικρό Χάρλεμ της Φόλσομ Στρήτ.
Πηδώντας εξω, μέσα στή ζεστή, τρελή νύχτα, ακούσαμε εναν παλαβό σαξοφωνίστα νά παίζει καί ν' ακούγεται ως εξω τό δρόμο, να λέει: «Έι-Α! Έι-Α! Έι-Α! », χτυπωντας τα χέρια στο ρυθμό ενώ ο κόσμος ξεφώνιζε: «Μπρός, δώσ' του, δώσ' του!». Ό Ντην διέσχιζε κιόλας τό δρόμο τρέχοντας μέ τόν αντίχειρά του στόν αέρα, φωνάζοντας: «Παίξε, φίλε μου, παίξε!». Μιά παρέα μαύρων μέ κοστούμια του σαbβατόβραδου κραύγαζαν μπροστά στήν πόρτα. Ήταν ενα σαλούν γεμάτο πριονίδι μέ μιά μικρή εξέδρα όπου ήταν στριμωγμένα παιδιά τής ορχήστρας, φορώντας τά καπέλα τους καί παίζοντας πάνω απ' τά κεφάλια του κόσμου, ενας παλαβός τόπος• τρελές χοντρές γυναίκες κυκλοφορουσαν πότε-πότε ολόγυρα μέ τά μπουρνούζια τους, μπουκάλια τσουγκρίζονταν στά δρομάκια. Στό βάθος του σαλούν, σ' ενα σκοτεινό διάδρομο, πιό πέρα απ' τίς βρωμερές τουαλέτες, μερικοί έστεκαν όρθιοι ακουμπώντας στόν τοίχο, πίνοντας σποντιόντι καί φτύνοντας στ' αστέρια –ουίσκυ και κρασί. Ο σαξοφωνίστας με το καπέλο έπαιζε στο ψηλότερο σημείο ένα θαυμάσιο αυτοσχεδιασμό• πού πετύχαινε μιά σειρά κρεσέντο καί ντεκρελό «Έι-ντί-λι-γιά!» καί έπαιζε παρέα στήν παταγώδη βροντή των ντράμς, πού τό δέρμα τους ήταν αυλακωμένο από τά τσιγάρα πού αφηναν εκεί πάνω, καί πού τά σφυροκοπουσε ενας μεγαλόσωμος, κτηνώδης νέγρος μ' ενα ταυρίσιο σβέρκο, πού δέν εδινε δεκάρα γιά τίποτα εκτός από τό νά τιμωρεί τά εκρηκτικά του τύμπανα, μπάμ, μπάμ-τι-μπούμ, μπάμ.
Μια, βαβούρα από νότες κι ο' σαξοφωνίστας το’ πιασε καί όλοι μας ξέραμε πώς τό 'πιασε. Ό Ντην έσφιγγε τό κεφάλι του μέ τά δυό του χέρια μέσα στό πλήθoς κι ήταν ενα πλήθoς πού παραληρουσε. Όλοι παρακινουσαν τόν σαξοφωνίστα, νά τό κρατήσει καί νά τό πάει ετσι, μέ κραυγές καί φλογισμένα μάτια, κι αυτός ξεδιπλωνόταν και έσκυβε πάλι με το σαξόφωνο του, διαγράφοντας μια τροχιά πάνω απ' τό έξαλλο πλήθoς ενώ αφηνε μιά δυνατή στριγγλιά. Μιά νέγρα εξι πόδια ψηλή καί κοκαλιάρα βάλθηκε νά κουνάει τά κόκαλά της μπροστά στό σαξόφωνο του τύπου κι εκείνος της πέταξε ένα παρατεταμένο, «Έι! Έι! Έι!». Όλοι μας κουνιόμαστε καί oυρλιάζαμε. Η Γαλάτεια κι η Μαίρη, μέ μιά μπύρα στό χερι, ήταν ορθιες πάνω στίς καpεκλες τους, καί κουνιόνταν καί χοροπηδουσαν. Παρέες νεγρων έφταναν πατείς με πατώ σε απ' τό δρόμο, σπρώχνοντας ο ένας τόν αλλο γιά νά μπουν μέσα. « Κράτα το γερά, άνθρωπε!», ούρλιαξε ένας με μιά βραχνή φωνή κι εβγαλε ενα δυνατό βρυχηθμό πού πρεπει ν' ακούστηκε σ' όλο τό Σακραμεντο, ά-αα! «Ούου!», εκανε ο Nτην. Έξυνε τό στήθος του, την κοιλιά του, ο ιδρώτας έτρεχε απ το προσωπο του. Μπούμ, μπάμ, αυτός ό ντράμερ κοπανούσε τά ντράμς του κάτω στό κελάρι κι ό ήχος απ' τίς δολοφονικές μπαγκέτες του ανέβαινε ως επάνω, εκκωφαντικά. Ένας χοντρός τύπος πηδουσε πάνω στην εξέδρα, και την έκανε να βουλιάζει και να τρίζει. « Γιόου!». Ο πιανίστας χτυπούσε δυνατά τά πλήκτpα μέ τά ανοιχτά αετίσια δάχτυλά του, παίζοντας ακόρντα, στα διαστήματα που ο μεγαλος σαξοφωνίστας έπαιρνε αναπνοή πρίν ξεσπάσει πάλι, -κινέζικα ακόρντα πού έκαναν το πιάνο, να ανατριχιάζει σε κάθε κομμάτι ξύλου του, σε κάθε χαραμάδα καί σύρμα του, μπόινγκ! Ο σαξοφωνίστας πήδησε κάτω απ' την εξεδρα καί στήθηκε στη μέση του πλήθoυς, σαλπίζοντας πρός κάθε κατεύθυνση• τό καπελο του έπεφτε στά μάτια• κάποιος του τό 'σπρωξε πίσω. Κράτησε την αναπνoή του καί χτύπησε μέ τό πόδι καί εβγαλε έναν ήχο βραχνό σάν μούγκρισμα, μετά πήpε ανάσα και σήκωσε ψηλά το σαξόφωνο και έβγαλε έναν ήχο οξύ και δυνατό, που έσχισε τον αερα. Ο Ντην ηταν ακριβώς απέναντι του, με το πρόσωπο σκυμμένο πάνω στό ανοιγμα του σαξοφώνου, κτυπώντας τα χέρια του, ποτίζοντας μέ τόν ιδρώτα του τά πλήκτpα του σαξόφωνου, κι ο άνθρωπος το πράσεξε και γελασε μέσα στο σαξόφωνο του μ' ένα παρατεταμένο ανατριχιαστικό καί τρελό γελιο κι ολοι γέλασαν μαζί του και κουνιόνταν και κουνιόνταν• και τελικά ο σαξοφωνίστας απoφάσισε να παίξει τον επίλογο του και χαμήλωσε και κράτησε γιά αpκετή ώρα ψηλά τη νότα του ντό, ενω ολοι κατέρρεαν μέσα στην αίθουσα κι οι φωνές δυνάμωναν και είπα πως θα πλακώσouν οι μπάτσοι σάν ακρίδες απ' τό πιό κοντινό τμήμα. Ο Ντην βρισκόταν σε έκσταση. Τά μάτια του σαξοφωνίστα ήταν στραμμένα ίσια κατά πάνω του• είχε εκεί ένα παλαβό που όχι μόνο ένιωθε αλλά είχε καί την έννοια καί τό πάθος νά νιώσει ολοένα καί περισσότερα απ' αυτά πού υπήρχαν καί άρχισαν νά κάνουν ντουέτο οι δυό τους• καί όλα γίνονταν και λέγoνταν με το σαξόφωνο, όχι πια φράσεις, αλλά κραυγές, τίποτα παραπάνω από κραυγές, «Μπάουφ!» καί πάλι κάτω στό «Μπίπ!» καί πάνω στό «Ίιιι!» καί κάτω στά μπάσα καί πάνω στά πλάγια. Δοκίμασε τά πάντα, πάνω, κάτω, στά πλάγια, πάνω-κάτω, οριζόντια, στίς τριάντα μοίρες, καί τελικά έπεσε ανάσκελα στα χέρια κάποιου απ' τό πληθος καί εμεινε εκεί κι όλος ο κόσμος σπρωχνοταν γυρω του και ξεφώνιζε: « Ναι! Ναι! Τα κατάφερε να το παίξει!». Ο Ντην σκουπιζόταν με το μαντήλι του.
Μετά ο σαξοφωνίστας σκαρφάλωσε πάνω στην εξέδρα καί ζήτησε να παίξουν έναν αργό ρυθμό καί κοίταζε θλιμμένα έξω απ' την ανοιχτή πόρτα πάνω απ' τά κεφάλια τών ανθρώπων κι αρχισε νά τραγουδάει: «Κλείσε τά μάτια σου». Σ' ένα λεπτό τά πράματα καλμάρησαν. Ο σαξοφωνίστας φορούσε ένα κουρελιασμένο καστόρινο σακάκι, ένα κατακόκκινο πουκάμισο, σχισμένα παπούτσια κι ενα ασιδέρωτο παντελόνι σωλήνα• δέν νοιαζόταν. Έμοιαζε μ' ένα νέγρο Χόσελ. Τα μεγάλα του καστανά μάτια ηταν γεμάτα θλίψη και ο τρόπος πού τραγουδούσε αργόσυρτος καί μέ μεγάλες στροχαστικές παύσεις. Αλλά στο δεύτερo ρεφραίν, άναψε και πήδηξε κάτω απ’ την εξέδρα, σκύβοντας μέ τό μικρόφωνο στό χέρι. Γιά νά δώσει τόν τόνο μιας νότας, έπρεπε νά αγγίξει την άκρη τών παπουτσιών του
καί νά ξανασηκωθεί μ' όλο του τό κορμί πρίν την τραγoυδήσει καί την έλεγε τόσο δυνατά πού τρέκλιζε απ' τόν απόηχο καί έβρισκε ξανά την ισορροπία του μόνο τη στιγμή πού έπρεπε νά βγάλει την επόμενη αργόσυρτη νότα. «Moυ-oυ-oυ-oυσική παι-αι-αι-αι-αίζει!». Έπεσε πίσω, μέ τό κεφάλι γυρισμένο πρός τό ταβάνι καί τό μικρόφωνο κάτω απ το στόμα. Σείστηκε, ταλαντεύτηκε. Μετά έσκυψε, αφήνoντας σχεδόν τό κεφάλι νά πέσει πάνω στό μικρόφωνο. «Κά-α-α-αντο όπως σε όνειρο για να χορέψουμε...», και κοίταξε έξω, στο δρόμο, έχοντας στά χείλη ένα μορφασμό περιφρόνησης, ένα λυπημένο χαμόγελο όπως της Μπίλυ Χόλιντέη ... «ενώ πάμε ονειροπω-ω-ωλώντας ... », λικνίστηκε από δεξιά στ' αριστερά. «Τής αγάπης γιορτή ... ». Τίναξε το κεφάλι, αηδιασμενος και κουρασμένος απ τον κόσμο ... «Θα μοιάζει...» θα μοιάζει με τι; Όλος ο κόσμος περίμενε• κλαψούρισε: «...εντάξει». Ο πιανίστας έπαιξε ένα ακόρντο. «Έλα μωρό, δεν έχεις παρά να κλείσει-ει-ει-εις τα όμορφα ματά-α-α-ακια σου...». Τά χείλη του τρέμισαν, μας κοίταξε, τόν Ντην κι εμένα με μιά έκφραση πού έμοιαζε νά λέει: λοιπόν, τώρα, τί κάνουμε όλοι μέσα σ' αυτόν τόν μαύρο καί θλιβερό κόσμο; -καί μετά εφτασε στό τέλος του τραγουδιού του, καί γι' αυτό έπρεπε νά γίνουν κάτι λεπτές προεργασίες πού κράτησαν τόσην ώρα πού θά μπορουσες νά στείλεις τηλεγραφηματα σ' όλο τόν κόσμο μιά ντουζίνα φορές, μά τί σημασία είχε γιά τόν καθένα; Εφόσον εκεί πέρα ήμασταν γιά νά κλωθογυρίζουμε καί νά βράζουμε στό ζουμί της φτωχής χαμένης μας ζωής σ' αυτούς τούς καταραμένους απ' τό Θεό δρόμους του ανθρώπου, όπως τό 'λεγε καί τό τραγουδουσε «κλείσε ... τά ... » καί τό 'λεγε στραμμένος πρός τό ταβάνι καί πέρα απ' αυτό ως τ' αστέρια καί πιό πέρα ... «μά-α-α-α-α-τια σου...» κι άφησε την εξέδρα τρεκλίζοντας γιά νά πάει νά τό σκεφτεί καλά. Κάθισε σέ μιά γωνιά μέ μιά παρέα τύπους, χωρίς ν' ασχοληθεί μαζί τους . Κατέβασε τό κεφάλι κι άρχισε να κλαίει. 'Ηταν ο πιο, μεγάλος.
Ό Ντην κι εγώ πλησιάσαμε νά του μιλησουμε. Τόν καλέσαμε νά 'ρθει μεέχρι τ’ αμάξι . Μέσα στ’ αμάξι, βάλθηκε ξαφνικά να ξεφωνίζει: «Ναί, δέν υπάρχει τίποτα πού νά μ' αρέσει περισσότερο απ' τίς καλές πλάκες! Που πάμε;». Ο Ντην χοροπήδησε πάνω-κάτω πάνω στό κάθισμα καγχάζοντας μέ μανία. «Μιά στιγμη! Μιά στιγμη!», είπε ό σαξοφωνίστας. «Θά 'ρθει ό γιός μου νά μας πάει μέχρι στου Τζέημσονς Νούκ, όπου πρέπει νά τραγουδησω. Φίλε μου, ζω γιά νά τραγουδώ. Είναι δυό βδομάδες πού τραγουδω «Κλείσε τά μάτια σου» , -δέν θέλω νά τραγουδήσω τίποτ' άλλ.ο. Εσείς, τί φτιάχνετε, παιδιά;». Του είπαμε πώς θά φεύγαμε σέ δυό μέρες γιά Νέα Υόρκη. «Θεέ μου, δέν εχω πάει ποτέ εκεί πέρα καί λένε πώς είναι πραγματικά διασκεδαστικη πόλη, μά δέν εχω λόγο νά παραπονιέμαι για τον τοπο όπου βρίσκομαι. Είμαι παντρεμένος, ξέρετε».
«Ά, ναί;», έκανε ανάβοντας ο Nτην. «Καί που είναι η καλή σου απόψε;».
«Τί θές νά πείς;», είπε ο σαξoφωνίστας καί τόν κοίταξε μέ την άκρη του ματιου. «Σου είπα πώς ήμουν παντρεμένος μαζί της, έτσι;».
«Και βέβαια, και βέβαια», είπε ο Ντην. «Έτσι ρώτησα. Ίσως έχει φίλες; Ή αδελφές; Γιά νά τό ρίξω εξω, καταλαβαίνεις, απλώς γιά νά τό ρίξω εξω».
« Α ,σε τι βοηθάει να το ρίχνεις έξω, η ζωή είναι πολύ θλιβερή γιά νά περνάς τόν καιρό σου διασκεδάζοντας», είπε σαξoφωνίστας κοιτάζοντας τό δρόμο, μέ χαμηλωμένα τά μάτια. «Σκ-κ-κα-τά.», είπε. «Δεν εχω φράγκο και καρφί δε μου καίγεται απόψε».
Γυρίσαμε γιά λίγο ακόμα μέσα. Τά κορίτσια είχαν τόσο αηδιάσει βλέποντάς μας τόν Ντην κι εμένα νά παραληρούμε καί νά πηδάμε ένα γύρω, που είχαν φύγει κι είχαν πάει με τα πόδια στουΝούκ• τ' αυτοκίνητο δέν έπαιρνε πάντως μπρoστά. Είδαμε στό μπαρ ένα τρομερό θέαμα: μιά αξιoθρήνητη ξανθιά αδερφή είχε έρθει φορώντας μια πουκαμίσα απ’ τη Χαβάη και ρωτούσε τον χοντρό ντραμίστ αν μπορούσε ν' ανέβει πάνω. ΟΙ μουσικοί τόν κοίταζαν με καχύποπτο ύφος. «Ξέρεις να παίζεις;». Έιπε πως ναι, κανοντας και γκριμάτσες ταυτόχρονα. Κοιτάχτηκαν μεταξύ τους και είπαν: «Ναί, ναί, αυτό κάνει ο άνθρωπος, σκ-κ-κατά!». Κάθισε λοιπόν η ξανθούλα μπροστά στα τύμπανα κι έπιασαν ένα ρυθμό τζαμπ και βάλθηκε να χαιδεύει μαλακά τά πιατίνια μ' ενα σκουπάκι, κουνώντας τό λαιμό της, μ' αυτη την επηρμένη εκσταση πού δημιουργεί η ψυχανάλυση του Ράιχ, καί πού δέν σημαίνει τίποτ' άλλο εκτός από κατάχρηση τσαγιού κι ελαφρές τροφές καί ανόητες πλάκες. Άλλά δεν νοιαζόταν. Χαμογελούσε χαρωπά στό κενό καί κρατουσε τό ρυθμό, αλλά πολύ απαλά, μέ μιά αντίστιξη κακαρισμάτων καί κελαηδισμάτων στα συμπαγή καί βροντερά μπλούζ πού έπαιζαν τά παιδιά, χωρίς ν' ασχολούνται μαζί του. Ο χοντρός νέγρος ντραμίστας με τον ταυρίσιο λαιμό καθόταν περιμένοντας τη σειρά του. «Τί κάνει αυτός ο τύπος εκεί;», είπε. «Παίξε μουσική!», είπε. «Τί διάβολο», «σκ-κ-κ-κατά!», και απόστρεψε αηδιασμένος τα μάτια του.
Ήρθε ο γιός του σαξοφωνίστα• ήταν ένας μικρόσωμος νέγρος ντυμένος στην τρίχα, μέ μιά μεγάλη καί φαρδιά Κάντιλακ. Πηδήξανε όλοι μέσα. 'Έσκυψε πάνω στό τιμόνι, κι έριξε τ'άμάξι σάν τόν άνεμο, μέσα στό Φρίσκο, χωρίς νά σταματήσει στιγμή, μέ εβδομήντα μίλια τήν ωρα, μέσα στην κυκλοφορία, χωρίς κάν νά τόν προσέξει κανεις, τόσο περίφημος ήταν. Ο Ντην ήταν σε έκσταση. «Πρόσεξε αυτό τόν τύπο, φίλε μου! Πρόσεξέ τον πως κάθεται εκεί καί δέν κουνάει ούτε τό δαχτυλάκι του καί μαστιγώνει τό υλικό καί ταυτόχρονα μπορεί νά μιλάει όλη νύχτα, μα ορίστε, δέν κουράζεται να μιλάει, ά, φίλε μου, τα πράματα, τα πράματα, τα πράματα ποu θά μπορουσα ... ποu θά 'θελα ... ω, ναί. Άντε, πάμε, μή σταματάμε ... πάμε! Ναί!». Καί τό παιδί έστριψε σέ μιά γωνιά του δρόμου καί μας κάρφωσε μπροστά ακριβώς απ' του Τζέημσονς Noυκ καί παρκάρησε. Ένα ταξί σταμάτησε• κι ένας κοντός αδύνατος καί ξερακιανός νέγρος ίεροκήρυκας πήδηξε από μέσα καί πέταξε ένα δολάριο στον ταξιτζή και ξεφώνισε: «Φύσα το!», και μπήκε τρέχοντας μέσα στό κλάμπ καί πηγε καί χώθηκε κατευθείαν στο μπαρ του ισογειου, ξεφωνίζοντας: «Φύσα• φύσα• φύσα!», καί ανέβηκε σκουντουφλώντας τά σκαλιά, παρά λίγο νά πέσει μέ τα μούτρα, καί πέρασε σάν σίφουνας την πόρτα καί έπεσε μέσα στην αίθουσα της τζάζ μέ τά χέρια μπροστά γιά νά αποκρουσει κάθε εμπόδιο που θα `μπαινε στο δρόμο του, κι έπεσε κατευθείαν πάνω στόν Λαμπσέιντ ποu δούλεuε εκείνο τόν καιρό γκαρσόνι στου Τζέημσονς Ντouκ κι η μουσική ήταν εκεί εκρηκτική κι εκείνος στάθηκε καρφωμένος στην ανοιχτή πόρτα ξεφωνίζοντας: «Παίξ' το γιά μένα, φίλε, παιξ’ το!». Κι ο φίλος ήταν ένας μικροσκοπικός νέγρος, μ’ένα άλτο σαξόφωνο, που όπως εΙπε ο Ντην, έλεγαν, πώς έμενε μέ τή γιαγιά του ακριβώς όπως ο Τόμ Σνάρκ, κοιμόταν όλη μέρα, καί έπαιζε όλη νuχτα, καί επαιζε καμιά κατοσταριά φορές τό ίδιο ρεφραίν προτού νιώσει έτοιμος γιά τη μεγάλη στιγμή, καί στό σημείο εκείνο ήταν που μπήκαμε. « Έιναι ο Κάρλο Μαρξ!», ξεφώνισε ο Ντην πάνω απ' όλο τό παραλήρημα.
Καί ηταν. Τό μικρό αγόρι της γιαγιάς μέ τό επιδιορθωμένο του άλτο είχε σπινθηροβόλα σα χάντρες μάτια• μικρά στραβά ποδαράκια• σφιχτές γάμπες• καί πηδούσε καί χειρονομούσε μέ τό σαξόφωνό του καί κλωτσούσε ολόγυρα στόν αέρα κρατώντας τά μάτια του καρφωμένα στό ακροατήριο (πού τό αποτελουσαν άνθρωποι πού γελουσαν, καθισμένοι σέ μιά δωδεκάδα τραπέζια, μέσα σ' ενα δωμάτιο τριάντα επί τριάντα πόδια καί χαμηλοτάβανο), καί δέν σταματούσε στιγμή. Οι αυτοσχεδιασμοί του ήταν πολύ άπλοί. Αυτό
πού του άρεσε ήταν η έκπληξη μιας καινούργιας κι απλής παραλλαγής στό ρεφραίν. Ξεκινουσε μ' ενα «τα-τούπ-τάντερ-ρα-ρα ... τα-τούπ-τάντερ-ραρα», επαναλαμβάνοντάς το μέ πηδηματάκια ολόγυρα καί φιλιά στό σαξόφωνό του καί χαμόγελα μέχρι τό «τάτούπ-ιι-ντά-ντί-ντέρα-ΡΑΠ! τά-τούπ-ιι-ντά-ντί-ντέρα-ΡΑΠ!» καί κάθε φορά επικρατούσαν ανάμεσα σ' αυτόν κι οσους τόν άκουγαν μεγάλες στιγμές γέλιου καί συνεννόησης. Ο ήχος του ήταν καθαρός σάν καμπάνα, ψιλός, αγνός, καί επαιζε ακριβώς κάτω απ' τή μύτη μας, δυό πόδια πιό κει. Ο Ντην ήταν όρθιος απέναντί του, αποκομμένος από καθετί αλλο στόν κόσμο, μέ τό κεφάλι σκυμμένο, τά χέρια νά χτυπουν στό ρυθμό, όλο του τό κορμί νά χοροπηδάει πάνω στίς φτέρνες κι ο ιδρώτας, πάντα ο ιδρώτας, νά πλημμυρίζει καί νά πιτσιλίζει τόν ταλαίπωρο γιακά του πρίν σχηματίσει μιά αληθινή λίμνη μπροστά στά πόδια του. Η Γαλάτεια κι η Μαίρη ήταν εκει καί κάναμε πέντε ολόκληρα λεπτά νά τό πάρουμε είδηση. Ούου! οι νύχτες του Φρίσκο, η άκρη της ηπείρου καί τό τέλος της αγωνίας, αντίο όλη αυτή η θλιβερή αγωνία καί οι βλακείες. Ο Λαμπσέιντ έτρεχε γύρω-γύρω μέ τούς δίσκους της μπύρας• ο,τι έκανε ήταν μέσα στο ρυθμό• ξεφώνιζε στη σερβιτόρα με το ρυθμό: «ΚαΙ τώρα, μωρουδάκι, κάνε μου χώρο, κάνε μου χώρο, έρχεται ο Λαμπσέιντ από κει», καί τήν προσπερνουσε φουριόζος με τίς μπύρες στόν αέρα κι ορμούσε μέσα απ' τη δίφυλλη πόρτα της κουζίνας καί χόρευε μέ τίς μαγείρισσες καί ξαναρχόταν καταϊδρωμένος. Ο τρομπετίστας καθόταν τελείως ακίνητος σέ μιά γωνιά του τραπεζιού μ' ένα ανέγγιχτο ποτήρι μπροστά του κοιτώντας απορροφημένος τό κενό, μέ τά χέρια του νά κρέμονται στά πλευρά του, ώσπου άγγιζαν σχεδόν το πάτωμα, τα πόδια του απλωμένα μπροστά σάν γλώσσες κρεμασμένες, •όλο του το κορμί ξεραμένο από μιά απόλυτη βαρεμάρα καί μιά απόλυτη θλίψη καί τό μόνο πού είχε στο μυαλό του ή ταν: ένας άνθρωπος που ψοφούσε όλα τα βράδια καί άφηνε τούς άλλους νά του δώσουν τη χαριστική βολή τη νύχτα. Όλα γυρνούσαν γύρω του σάν μέσα σ' ένα σύννεφο. Καί ό μικρός σαξοφωνίστας της γιαγιας, αυτός ό μικρός Κάρλο Μάρξ, πηδούσε καί χόρευε σά πίθηκος μέ τό μαγικό του σαξόφωνο καί έπαιζε διακόσια ρεφραίν από μπλούζ, τό ενα πιό τρελό από τ' άλλο, χωρίς νά δείχνει τό παραμικρό σημάδι εξάντλησης η επιθυμίας νά ξημερώσει. Όλη η αίθουσα έτρεμε.
Thursday, February 2, 2012
Jazz stories I
Η εμμονή μου, αυτών των ημερών, είναι η αναζήτηση λογοτεχνικών αναφορών στην τζαζ. Τι συμβαίνει όταν αυτές οι δύο μεγάλες αγάπες συναντιώνται;
Προς το παρόν έχω εντοπίσει δύο εξαιρετικά αποσπάσματα και συνεχίζω το ψάξιμο (και το διάβασμα και την ακρόαση).
Ξεκινάω με ένα απόσπασμα από το "Κουτσό", του J. Cortazar. Όταν σκόνταψα πάνω του για πρώτη φορά, έμεινα με την εντύπωση ότι αν η μουσική γραφόταν με λέξεις -αντί για νοτές- τότε η τζαζ θα ήταν ακριβώς αυτό:
"[…] ακουγόταν το θέμα που μάγευε τον Ολιβέιρα, μια ανώνυμη τρομπέτα και ύστερα το πιάνο, όλα τυλιγμένα μέσα στους αχνούς ενός παλιού γραμμοφώνου και μιας άθλιας εγγραφής, μιας ορχήστρας της συμφοράς πριν από την εποχή της τζαζ, σε τελική ανάλυση απ 'αυτούς τους παλιούς δίσκους , απ ' αυτά τα showboats και τις νύχτες στο Στόρυβιλ είχε γεννηθεί η μοναδική παγκόσμια μουσική του αιώνα, κάτι που πλησίαζε τους ανθρώπους περισσότερ και καλύτερα από την Εσπεράντο, την Ουνέσκο ή τις αεροπορικές εταιρίες, μια μουσική αρκετά πρωτόγονη ώστε να φτάνει στην παγκοσμιότητα και αρκετά καλή ώστε να δημιουργεί τη δική της ιστορία, με τα σχίσματα, τις αποκηρύξεις, τις αιρέσεις, το τσάρλεστον, το μπλακ- μπότομ, το σίμυ, το φοξτρότ, το στομπ, τα μπλουζ της, ώστε να επιτρέπει τις ταξινομήσεις και τις ετικέτες, αυτό ή εκείνο το στυλ, το σουίνγκ, το μπήμποπ, η cool, να αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στο ρομαντισμό και τον κλασικισμό, τη hot και την εγκεφαλική τζαζ, μια ανθρώπινη μουσική, μια μουσική με διαφορετική ιστορία από εκείνη της ζωώδους και ηλίθιας μουσικής χορού, της πόλκας και του βαλς, της σάμπας, μια μουσική που σου έδινε τη δυνατότητα να την αναγνωρίζεις και να την εκτιμάς τόσο στην Κοπεγχάγη όσο και στη Μεντόσα ή στο Κέηπταουν, που έφερνε πιο κοντά τα νέα παιδιά με τους δίσκους κάτω απ' τη μασχάλη, που τους χάριζε ονόματα και μελωδίες σαν σύμβολα για να αναγνωρίζονται και να συνδέονται και να νιώθουν λιγότερο μόνα, περιστοιχισμένα καθώς ήταν από αφεντικά και οικογένειες και απέραντα δυστυχισμένους έρωτες, μια μουσική που δε δέσμευε τη φαντασία και επέτρεπε το προσωπικό γούστο, τη συλλογή εβδομηνταοχτάρηδων χωρίς τραγούδι με τον Φρέντυ Κέπαρντ ή τον Μπανκ Τζόνσον, τον αντιδραστικό εκλεκτικισμό του Ντίξιλαντ, την ακαδημαϊκή εξειδίκευση στον Μπιξ Μπάιντερμπεκε ή το άλμα στους χώρους της μεγάλης περιπέτειας απ' τον Τελόνιους Μονκ, τον Όρας Σίλβερ ή τον Θαντ Τζόουνς, την κακογουστιά του Έρολ Γκάρνερ ή του Αρτ Τέιτουμ, τις μεταμέλειες και τις απαρνήσεις, την προτίμηση για τα μικρά συγκροτήματα, τις μυστηριώδεις εγγραφές με ψευδώνυμα και τίτλους που επέβαλλαν οι εταιρίες δίσκων ή το κέφι της στιγμής και όλον αυτόν τον ελευθεροτεκτονισμό του σαββατόβραδου στο δωμάτιο ενός φίλου φοιτητή ή στο υπόγειο της παρέας, με κορίτσια που προτιμούσαν να χορεύουν, ενώ άκουγαν το Stαr Dust ή το When your mαn is going to put you down, και μύριζαν γλυκά και απαλά άρωμα και δέρμα και ζέστη, που άφηναν να τις φιλήσεις όταν ήταν πια αργά, γιατί κάποιος είχε ήδη βάλει το The blues with a feeling και σχεδόν κανείς δε χόρευε πια, μόνο στέκονταν όρθιοι και λικνίζονταν και όλα ήταν θολά και βρόμικα και άθλια και όλα τ' αγόρια θά' θελαν να βγάλουν αυτά τα ξεμανίκωτα χλιαρά φορέματα ενώ τα χέρια χάιδευαν την πλάτη και τα κορίτσια είχαν το στόμα μισάνοιχτο και παραδίνονταν σε ένα θεσπέσια ηδονικό τρόμο και στη νύχτα. Τότε ξεπηδάει μια τρομπέτα και τις κατακτά εξ ονόματος όλων των αντρών, παίρνοντάς τις με μια μοναδική ζεστή φράση που τις κάνει να πέσουν σαν κομμένα φυτά μες στην αγκαλιά των καβαλιέρων τους και γίνεται ένας αγώνας δρόμου μέσα στην ακινησία, ένα πήδημα στον αέρα της νύχτας, πάνω από την πόλη, ώσπου ένα μικροσκοπικό πιάνο τις γυρίζει πίσω στον εαυτό τους, εξαντλημένες και συμφιλιωμένες και ακόμα παρθένες ως το επόμενο Σάββατο, κι όλα αυτά με μια μουσική που τρομοκρατεί τους ακροατές στην πλατεία, όλους αυτούς που πιστεύουν πως τίποτα δεν είναι αληθινό αν δεν υπάρχουν τυπωμένα προγράμματα και ταξιθέτριες, και έτσι προχωρεί ο κόσμος και η τζαζ είναι ένα πουλί που μεταναστεύει ή μετακινείται ή μετοικεί ή μετεμψυχώνεται, πηδώντας εμπόδια, εξαπατώντας τους τελωνειακούς, κάτι που τρέχει και βιάζεται και απόψε το οράδυ η Έλα Φιτζέραλντ τραγουδάει στη Βιέννη ενώ ο Κένυ Κλαρκ εγκαινιάζει στο Παρίσι μια υπόγεια μπουάτ και στο Περπινιάν χοροπηδάνε τα δάχτυλα του Όσκαρ Πήτερσον και ο Σάτσμο βρίσκεται παντού μ' αυτό το δώρο της πανταχού παρουσίας που του παραχώρησε ο Κύριος, στο Μπέρμινχαμ, στη Βαρσοβία, στο Μιλάνο, στο Μπουένος Άιρες, στη Γενεύη, σ' όλο τον κόσμο, είναι αναπόφευκτο, είναι η βροχή και το ψωμί και το αλάτι , κάτι που αδιαφορεί πλήρως για τις εθνικές εορτές, για τις ιερές παραδόσεις, για τη γλώσσα, για τη λαογραφία: ένα σύννεφο χωρίς σύνορα, ένας κατάσκοπος του νερού και του αέρα , μια αρχετυπική μορφή, κάτι από πριν ή από κάτω, που συναδελφώνει τους Μεξικανούς με τους Νορβηγούς και τους Ρώσους και τους Ισπανούς, τους ενσωματώνει και πάλι στην αμυδρή απoλησμoνημένη κεντρική φωτιά , αδέξια και άσχημα και επισφαλώς τους ξαναγυρίζει στην προδομένη τους κοινή καταγωγή, τους φανερώνει πως υπάρχουν ίσως και άλλοι δρόμοι κι αυτός που πήρανε δεν ήταν ο μοναδικός μα ούτε κι ο καλύτερος ή πως υπάρχουν ίσως κι άλλοι δρόμοι και πως αυτός που πήρανε ήταν ο καλύτερος, πως υπάρχουν όμως ίσως κι άλλοι δρόμοι που είναι όμορφο να τους περπατάς και εκείνοι δεν τους πήραν ή τους άφησαν στη μέση και πως ο άνθρωπος είναι πάντα κάτι περισσότερο από άνθρωπος και πάντα κάτι λιγότερο από άνθρωπος, περισσότερο από άνθρωπος γιατί εμπεριέχει αυτά που η τζαζ υπαινίσσεται και παρακάμπτει και ακόμα προβλέπει και λιγότερο από άνθρωπος γιατί απ' αυτήν την ελευθερία που του δόθηκε έφτιαξε ένα παιχνίδι αισθητικής ή ηθικής, μια σκακιέρα όπου περιορίζεται να είναι ο τρελός ή το άλογο, έναν ορισμό της ελευθερίας που τον διδάσκουν στα σχολεία, στα σχολεία ακριβώς όπου ποτέ δε διδάχτηκαν και ποτέ δε θα διδαχτούν στα παιδιά τα πρώτα μέτρα ενός ράγκταϊμ ή η πρώτη μελωδική φράση ενός μπλουζ, κ.λπ., κ.λ.π.
Ι could sit right here and think a thousand miles away
Ι could sit right here and think a thousand miles away
Since I had the blues this bad, I can’t remember the day..."
...συνεχίζεται...
Προς το παρόν έχω εντοπίσει δύο εξαιρετικά αποσπάσματα και συνεχίζω το ψάξιμο (και το διάβασμα και την ακρόαση).
Ξεκινάω με ένα απόσπασμα από το "Κουτσό", του J. Cortazar. Όταν σκόνταψα πάνω του για πρώτη φορά, έμεινα με την εντύπωση ότι αν η μουσική γραφόταν με λέξεις -αντί για νοτές- τότε η τζαζ θα ήταν ακριβώς αυτό:
"[…] ακουγόταν το θέμα που μάγευε τον Ολιβέιρα, μια ανώνυμη τρομπέτα και ύστερα το πιάνο, όλα τυλιγμένα μέσα στους αχνούς ενός παλιού γραμμοφώνου και μιας άθλιας εγγραφής, μιας ορχήστρας της συμφοράς πριν από την εποχή της τζαζ, σε τελική ανάλυση απ 'αυτούς τους παλιούς δίσκους , απ ' αυτά τα showboats και τις νύχτες στο Στόρυβιλ είχε γεννηθεί η μοναδική παγκόσμια μουσική του αιώνα, κάτι που πλησίαζε τους ανθρώπους περισσότερ και καλύτερα από την Εσπεράντο, την Ουνέσκο ή τις αεροπορικές εταιρίες, μια μουσική αρκετά πρωτόγονη ώστε να φτάνει στην παγκοσμιότητα και αρκετά καλή ώστε να δημιουργεί τη δική της ιστορία, με τα σχίσματα, τις αποκηρύξεις, τις αιρέσεις, το τσάρλεστον, το μπλακ- μπότομ, το σίμυ, το φοξτρότ, το στομπ, τα μπλουζ της, ώστε να επιτρέπει τις ταξινομήσεις και τις ετικέτες, αυτό ή εκείνο το στυλ, το σουίνγκ, το μπήμποπ, η cool, να αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στο ρομαντισμό και τον κλασικισμό, τη hot και την εγκεφαλική τζαζ, μια ανθρώπινη μουσική, μια μουσική με διαφορετική ιστορία από εκείνη της ζωώδους και ηλίθιας μουσικής χορού, της πόλκας και του βαλς, της σάμπας, μια μουσική που σου έδινε τη δυνατότητα να την αναγνωρίζεις και να την εκτιμάς τόσο στην Κοπεγχάγη όσο και στη Μεντόσα ή στο Κέηπταουν, που έφερνε πιο κοντά τα νέα παιδιά με τους δίσκους κάτω απ' τη μασχάλη, που τους χάριζε ονόματα και μελωδίες σαν σύμβολα για να αναγνωρίζονται και να συνδέονται και να νιώθουν λιγότερο μόνα, περιστοιχισμένα καθώς ήταν από αφεντικά και οικογένειες και απέραντα δυστυχισμένους έρωτες, μια μουσική που δε δέσμευε τη φαντασία και επέτρεπε το προσωπικό γούστο, τη συλλογή εβδομηνταοχτάρηδων χωρίς τραγούδι με τον Φρέντυ Κέπαρντ ή τον Μπανκ Τζόνσον, τον αντιδραστικό εκλεκτικισμό του Ντίξιλαντ, την ακαδημαϊκή εξειδίκευση στον Μπιξ Μπάιντερμπεκε ή το άλμα στους χώρους της μεγάλης περιπέτειας απ' τον Τελόνιους Μονκ, τον Όρας Σίλβερ ή τον Θαντ Τζόουνς, την κακογουστιά του Έρολ Γκάρνερ ή του Αρτ Τέιτουμ, τις μεταμέλειες και τις απαρνήσεις, την προτίμηση για τα μικρά συγκροτήματα, τις μυστηριώδεις εγγραφές με ψευδώνυμα και τίτλους που επέβαλλαν οι εταιρίες δίσκων ή το κέφι της στιγμής και όλον αυτόν τον ελευθεροτεκτονισμό του σαββατόβραδου στο δωμάτιο ενός φίλου φοιτητή ή στο υπόγειο της παρέας, με κορίτσια που προτιμούσαν να χορεύουν, ενώ άκουγαν το Stαr Dust ή το When your mαn is going to put you down, και μύριζαν γλυκά και απαλά άρωμα και δέρμα και ζέστη, που άφηναν να τις φιλήσεις όταν ήταν πια αργά, γιατί κάποιος είχε ήδη βάλει το The blues with a feeling και σχεδόν κανείς δε χόρευε πια, μόνο στέκονταν όρθιοι και λικνίζονταν και όλα ήταν θολά και βρόμικα και άθλια και όλα τ' αγόρια θά' θελαν να βγάλουν αυτά τα ξεμανίκωτα χλιαρά φορέματα ενώ τα χέρια χάιδευαν την πλάτη και τα κορίτσια είχαν το στόμα μισάνοιχτο και παραδίνονταν σε ένα θεσπέσια ηδονικό τρόμο και στη νύχτα. Τότε ξεπηδάει μια τρομπέτα και τις κατακτά εξ ονόματος όλων των αντρών, παίρνοντάς τις με μια μοναδική ζεστή φράση που τις κάνει να πέσουν σαν κομμένα φυτά μες στην αγκαλιά των καβαλιέρων τους και γίνεται ένας αγώνας δρόμου μέσα στην ακινησία, ένα πήδημα στον αέρα της νύχτας, πάνω από την πόλη, ώσπου ένα μικροσκοπικό πιάνο τις γυρίζει πίσω στον εαυτό τους, εξαντλημένες και συμφιλιωμένες και ακόμα παρθένες ως το επόμενο Σάββατο, κι όλα αυτά με μια μουσική που τρομοκρατεί τους ακροατές στην πλατεία, όλους αυτούς που πιστεύουν πως τίποτα δεν είναι αληθινό αν δεν υπάρχουν τυπωμένα προγράμματα και ταξιθέτριες, και έτσι προχωρεί ο κόσμος και η τζαζ είναι ένα πουλί που μεταναστεύει ή μετακινείται ή μετοικεί ή μετεμψυχώνεται, πηδώντας εμπόδια, εξαπατώντας τους τελωνειακούς, κάτι που τρέχει και βιάζεται και απόψε το οράδυ η Έλα Φιτζέραλντ τραγουδάει στη Βιέννη ενώ ο Κένυ Κλαρκ εγκαινιάζει στο Παρίσι μια υπόγεια μπουάτ και στο Περπινιάν χοροπηδάνε τα δάχτυλα του Όσκαρ Πήτερσον και ο Σάτσμο βρίσκεται παντού μ' αυτό το δώρο της πανταχού παρουσίας που του παραχώρησε ο Κύριος, στο Μπέρμινχαμ, στη Βαρσοβία, στο Μιλάνο, στο Μπουένος Άιρες, στη Γενεύη, σ' όλο τον κόσμο, είναι αναπόφευκτο, είναι η βροχή και το ψωμί και το αλάτι , κάτι που αδιαφορεί πλήρως για τις εθνικές εορτές, για τις ιερές παραδόσεις, για τη γλώσσα, για τη λαογραφία: ένα σύννεφο χωρίς σύνορα, ένας κατάσκοπος του νερού και του αέρα , μια αρχετυπική μορφή, κάτι από πριν ή από κάτω, που συναδελφώνει τους Μεξικανούς με τους Νορβηγούς και τους Ρώσους και τους Ισπανούς, τους ενσωματώνει και πάλι στην αμυδρή απoλησμoνημένη κεντρική φωτιά , αδέξια και άσχημα και επισφαλώς τους ξαναγυρίζει στην προδομένη τους κοινή καταγωγή, τους φανερώνει πως υπάρχουν ίσως και άλλοι δρόμοι κι αυτός που πήρανε δεν ήταν ο μοναδικός μα ούτε κι ο καλύτερος ή πως υπάρχουν ίσως κι άλλοι δρόμοι και πως αυτός που πήρανε ήταν ο καλύτερος, πως υπάρχουν όμως ίσως κι άλλοι δρόμοι που είναι όμορφο να τους περπατάς και εκείνοι δεν τους πήραν ή τους άφησαν στη μέση και πως ο άνθρωπος είναι πάντα κάτι περισσότερο από άνθρωπος και πάντα κάτι λιγότερο από άνθρωπος, περισσότερο από άνθρωπος γιατί εμπεριέχει αυτά που η τζαζ υπαινίσσεται και παρακάμπτει και ακόμα προβλέπει και λιγότερο από άνθρωπος γιατί απ' αυτήν την ελευθερία που του δόθηκε έφτιαξε ένα παιχνίδι αισθητικής ή ηθικής, μια σκακιέρα όπου περιορίζεται να είναι ο τρελός ή το άλογο, έναν ορισμό της ελευθερίας που τον διδάσκουν στα σχολεία, στα σχολεία ακριβώς όπου ποτέ δε διδάχτηκαν και ποτέ δε θα διδαχτούν στα παιδιά τα πρώτα μέτρα ενός ράγκταϊμ ή η πρώτη μελωδική φράση ενός μπλουζ, κ.λπ., κ.λ.π.
Ι could sit right here and think a thousand miles away
Ι could sit right here and think a thousand miles away
Since I had the blues this bad, I can’t remember the day..."
...συνεχίζεται...
Friday, January 27, 2012
Jose e Pilar
Παρακινημένος από την ταινία “Jose e Pilar” για τον Saramago και την αγαπημένη του Pilar, κοίταξα τις αφιερώσεις στα βιβλία του (τουλάχιστον εκείνα που στέκονται στη βιβλιοθήκη μου):
«Στην Πιλάρ, μέχρι την τελευταία στιγμή» - Ο άνθρωπος αντίγραφο
«Στην Πιλάρ, όλες τις μέρες» - Περί Φωτίσεως
«Στην Πιλάρ, το σπίτι μου» - Περί Θανάτου
«Στην Πιλάρ, που ακόμη δεν είχε γεννηθεί και άργησε να έρθει» - Μικρές Αναμνήσεις
«Στην Πιλάρ, που δεν άφησε να πεθάνω» - Το ταξίδι του ελέφαντα
Οι υπόλοιπες είναι απλά «Στην Πιλάρ».
Δεδομένου ότι την γνώρισε στα 63 του, τον τρίτο μόλις χρόνο της αργοπορημένης συγγραφικής του καριέρας, και έπειτα ακολούθησαν τα γνωστά του αριστουργήματα, αυτή η Pilar φαίνεται ότι τον βοήθισε να ανοίξει τα φτερά της σκέψης του.
«Πιλάρ, θα σε συναντήσω κάπου αλλού»
Wednesday, January 25, 2012
Paul Klee
Συνηθισμένη περίπτωση: για χρόνια αγνοείς την ύπαρξη κάποιου, και ξαφνικά τον βρίσκεις συνεχώς μπροστά σου!
Τον ζωγράφο Paul Klee δεν τον είχα ούτε ακουστά, φαίνεται όμως ότι τον αγαπούν εκείνοι που η τέχνη τους είναι οι λέξεις.
Πρώτα ήταν ο Cortazar, που αναφέρεται σε αυτόν στο "Κουτσό". Τον αντιπαραβάλλει με τον Mondrian και καταλήγει: Το παράδοξο είναι πως ο Κλέε είναι πολύ μετριόφρων γιατί ζητάει τη συνεργασία του θεατή σε πολλά επίπεδα και δε θεωρεί τον πίνακά του αυτάρκη (όπως ο Μόντριαν). Κατά βάθος ο Κλέε είναι η ιστορία και ο Μόντριαν η αχρονικότητα.
Λίγο αργότερα έπεσα ξανά πάνω του -μέσω του Χ. Βλαβιανού αυτή τη φορά- στο ΠΑΟΥΛ ΚΛΕΕ:"ΝΕΚΡΗ ΦΥΣΗ ΚΑΤΑ ΜΗΚΟΣ":
[...]
Τρία χρόνια νωρίτερα (από τον θάνατό του)
το ναζιστικό καθεστώς είχε οργανώσει λεκθεση στο Μόναχο
με τίτλο "Εκφυλισμένη τέχνη"
στην οποία είχε συμπεριλάβει δεκαεπτά πίνακές του.
[...]
Τα λόγια που αναγράφονται στην επιτύμβια στήλη
στο κοιμητήριο Sclosshalde στη Βέρνη, είναι δικά του:
"Δεν θα γίνω κατανοητός σ'αυτόν τον κόσμο,
γιατί νιώθω το ίδιο άνετα με τους νεκρούς
όσο και μ' αυτούς που δεν έχουν γεννηθεί ακόμη-
πλησίασα λίγο πιο κοντά στην καρδιά της δημιουργίας,
όμως βρίσκομαι πολύ μακριά της".
Όταν ρωτήθηκε γιατί ζωγραφίζει, απάντησε:
"Γιά να ζήσω δυό-τρείς μέρες ακόμη
μετά τον θάνατό μου".
Ζωγραφική, λογοτεχνία, ποίηση. Μου αρέσουν αυτά τα μυστικά ραντεβού των δημιουργών. Πόσο προνομιούχος αισθάνομαι όταν καταφέρνω να τρυπώσω και εγώ!
Λέω να τον αφήσω να στάξει λίγο χρώμα σε αυτή την ασπρόμαυρη γωνιά:
Friday, July 8, 2011
Πεσσόα: Σκέψεις
Μερικές διάσπαρτες σκέψεις του Πεσσόα απο το "Βιβλίο της Ανυσηχίας" που υπογράφει ως Μπερνάρντο Σοάρες (εκδόσεις Εξάντας).
- Έτσι, μην ξέροντας να πιστεύω στον Θεό, και μην μπορώντας να πιστέψω σε ένα σύνολο ζώων (εννοεί την Ανθρωπότητα), έμεινα, όπως άλλοι στην παρυφή του ανθρώπινου πλήθους, σ΄εκείνη την απόσταση από τα πάντα την οποία κοινώς αποκαλούμε Παρακμή. Η Παρακμή είναι η ολοκληρωτική απώλεια της ασυνειδησίας. διότι η ασυνειδησία είναι η βάση της ζωής. Αν η καρδιά μπορούσε να σκεφτεί, θα σταματούσε.
- Για τη Ζωή και τη δημιουργία: Θεωρώ τη ζωή ένα πανδοχείο όπου πρέπει να μείνω μέχρι να έρθει η άμαξα της αβύσσου. [...] Θα μπορούσα να θεωρήσω αυτό το πανδοχείο φυλακή γιατί είμαι υποχρεωμένος να περιμένω εκεί μέσα. Θα μπορούσα να το θεωρήσω ένα χώρο συναναστροφών γιατί εκεί συναντιέμαι με άλλους ανθρώπους.[...] Τα αφήνω αυτά σε όσους κλείνονται στο δωμάτιο τους και ξαπλώνουν άβουλοι στο κρεβάτι τους, όπου περιμένουν χωρίς ύπνο, τα αφήνω σε όσους συζητούν στα σαλόνια απ΄όπου οι μουσικές και οι φωνές φθάνουν ευχάριστες ως εμένα. Κάθομαι στην πόρτα και μεθώ τα μάτια μου και τά αυτιά μου με τα χρώματα και τους ήχους του τοπίου, και τραγουδώ αργά, μόνο για μένα, αόριστες μελωδίες που συνθέτω ενόσω περιμένω. [...] Απολαμβάνω την αύρα που μου δίνεται και την ψηχή που μου δόθηκε για να την απολαμβάνω. Αν αυτό που αφήνω γραμμένο στο βιβλίο των ταξιδιωτών θα μπορούσε, αν διαβαστεί κάποτε από άλλους, να τους κρατήσει συντροφιά στη διάρκεια του ταξιδιού τους, θα ήταν καλά. Αν δεν το διαβάσουν ή δεν τους διασκεδάσει, πάλι καλά θα είναι.
- Γιά τη Λογοτεχνία: Η λογοτεχνία, που είναι η τέχνη παντρεμένη με τη σκέψη και η πραγματοποίηση χωρίς το ελάττωμα της πραγματικότητας, μου φαίνεται πως είναι ο σκοπός προς τον οποίο θα έπρεπε να τείνει κάθε ανθρώπινη προσπάθεια, αν ήταν πραγματικά ανθρώπινη και όχι μια επιπολαιότητα του ζωώδους. Πιστεύω πως λέω κάποιο πράγμα είναι διατηρώ την αρετή του και του αφαιρώ τον τρόμο. Οι αγροί είναι πιό πράσινοι στο λόγο παρά στην πρασινάδα τους. Τα άνθη, αν περιγράφονταν με φράσεις που τα περιγράφουν στο χώρο της φαντασίας, θα είχαν χρώματα ανεξίτηλα που η ζωή των κυττάρων δεν επιτρέπει.
- Αναφέρει μια φράση του εξελικτικού ζωολόγου Ernst Haeckel: Ο ανώτερος άνθρωπος (ο Καντ ή ο Γκαίτε, νομίζω πως λέει) βρίσκεται πολύ πιο μακρυά από τον συνηθισμένο άνθρωπο απ'ότι ο συνηθισμένος άνθρωπος από τον πίθηκο.
Όσο απέχει ο Υπεράνθρωπος από το σκυλολόι που θα'λεγε και ο Νίτσε. Με μεγάλη θλίψη συμφωνώ με αυτή τη διαπίστωση. Και ύστερα διερωτώμαι: είναι η απόσταση αυτή προιόν βιολογικών/γεννετικών καταβολών ή αποτέλεσμα της συνεχούς, επίπονης πνευματικής προσπάθειας των ανώτερων ανθρώπων; Λες και έχει καμία σημασία...
- Έτσι, μην ξέροντας να πιστεύω στον Θεό, και μην μπορώντας να πιστέψω σε ένα σύνολο ζώων (εννοεί την Ανθρωπότητα), έμεινα, όπως άλλοι στην παρυφή του ανθρώπινου πλήθους, σ΄εκείνη την απόσταση από τα πάντα την οποία κοινώς αποκαλούμε Παρακμή. Η Παρακμή είναι η ολοκληρωτική απώλεια της ασυνειδησίας. διότι η ασυνειδησία είναι η βάση της ζωής. Αν η καρδιά μπορούσε να σκεφτεί, θα σταματούσε.
- Για τη Ζωή και τη δημιουργία: Θεωρώ τη ζωή ένα πανδοχείο όπου πρέπει να μείνω μέχρι να έρθει η άμαξα της αβύσσου. [...] Θα μπορούσα να θεωρήσω αυτό το πανδοχείο φυλακή γιατί είμαι υποχρεωμένος να περιμένω εκεί μέσα. Θα μπορούσα να το θεωρήσω ένα χώρο συναναστροφών γιατί εκεί συναντιέμαι με άλλους ανθρώπους.[...] Τα αφήνω αυτά σε όσους κλείνονται στο δωμάτιο τους και ξαπλώνουν άβουλοι στο κρεβάτι τους, όπου περιμένουν χωρίς ύπνο, τα αφήνω σε όσους συζητούν στα σαλόνια απ΄όπου οι μουσικές και οι φωνές φθάνουν ευχάριστες ως εμένα. Κάθομαι στην πόρτα και μεθώ τα μάτια μου και τά αυτιά μου με τα χρώματα και τους ήχους του τοπίου, και τραγουδώ αργά, μόνο για μένα, αόριστες μελωδίες που συνθέτω ενόσω περιμένω. [...] Απολαμβάνω την αύρα που μου δίνεται και την ψηχή που μου δόθηκε για να την απολαμβάνω. Αν αυτό που αφήνω γραμμένο στο βιβλίο των ταξιδιωτών θα μπορούσε, αν διαβαστεί κάποτε από άλλους, να τους κρατήσει συντροφιά στη διάρκεια του ταξιδιού τους, θα ήταν καλά. Αν δεν το διαβάσουν ή δεν τους διασκεδάσει, πάλι καλά θα είναι.
- Γιά τη Λογοτεχνία: Η λογοτεχνία, που είναι η τέχνη παντρεμένη με τη σκέψη και η πραγματοποίηση χωρίς το ελάττωμα της πραγματικότητας, μου φαίνεται πως είναι ο σκοπός προς τον οποίο θα έπρεπε να τείνει κάθε ανθρώπινη προσπάθεια, αν ήταν πραγματικά ανθρώπινη και όχι μια επιπολαιότητα του ζωώδους. Πιστεύω πως λέω κάποιο πράγμα είναι διατηρώ την αρετή του και του αφαιρώ τον τρόμο. Οι αγροί είναι πιό πράσινοι στο λόγο παρά στην πρασινάδα τους. Τα άνθη, αν περιγράφονταν με φράσεις που τα περιγράφουν στο χώρο της φαντασίας, θα είχαν χρώματα ανεξίτηλα που η ζωή των κυττάρων δεν επιτρέπει.
- Αναφέρει μια φράση του εξελικτικού ζωολόγου Ernst Haeckel: Ο ανώτερος άνθρωπος (ο Καντ ή ο Γκαίτε, νομίζω πως λέει) βρίσκεται πολύ πιο μακρυά από τον συνηθισμένο άνθρωπο απ'ότι ο συνηθισμένος άνθρωπος από τον πίθηκο.
Όσο απέχει ο Υπεράνθρωπος από το σκυλολόι που θα'λεγε και ο Νίτσε. Με μεγάλη θλίψη συμφωνώ με αυτή τη διαπίστωση. Και ύστερα διερωτώμαι: είναι η απόσταση αυτή προιόν βιολογικών/γεννετικών καταβολών ή αποτέλεσμα της συνεχούς, επίπονης πνευματικής προσπάθειας των ανώτερων ανθρώπων; Λες και έχει καμία σημασία...
Saturday, June 25, 2011
Μαθαίνοντας από τους Άριστους!
Αν μου ζητούσαν να περιγράψω τον ιδανικό εισηγητή στη Φιλοσοφία, τον καταλληλότερο συγγραφέα μιας συνοπτικής παρουσίασης των σπουδαιότερων φιλοσόφων και των ιδεών τους θα ήθελα:
- να είναι και εκείνος καταξιωμένος φιλόσοφος, ώστε να γνωρίζει καλά το αντικείμενο και να μην θαμπώνεται από τη δόξα των παλαιώτερων για να μπορεί να τους αντιμετωπίζει με σεβασμό αλλά και κριτικό πνεύμα,
- να κατέχει τα μυστικά της Λογικής,
- να έχει την ακρίβεια τις μαθηματικής σκέψης,
- να είναι δεινός συγγραφέας ώστε να μπορεί να μεταδώσει με τρόπο ευχάριστο και επαρκή τις γνώσεις του στον αναγνώστη.
Ούτε παραγγελία να είχα κάνει λοιπόν στον Bertrand Russell (Μαθηματικό, Φιλόσοφο, και κάτοχο Νόμπελ Λογοτεχνίας) το έργο του "Ιστορία της Δυτικής Φιλοσοφίας".
Αποτελείται από τους εξής τόμους:
1. Ιστορία της δυτικής φιλοσοφίας: οι προσωκρατικοί
2. Ιστορία της δυτικής φιλοσοφίας: Σωκράτης, Πλάτων και Αριστοτέλης
3. Ιστορία της δυτικής φιλοσοφίας: Η αρχαία φιλοσοφία μετά τον Αριστοτέλη
4. Ιστορία της δυτικής φιλοσοφίας: Η αρχαία φιλοσοφία, η καθολική φιλοσοφία
5. Ιστορία της δυτικής φιλοσοφίας: οι Πατέρες και η συμβολή τους στη διερεύνηση του
6. Ιστορία της δυτικής φιλοσοφίας: οι σχολαστικοί
7. Ιστορία της δυτικής φιλοσοφίας: οι Πατέρες και η συμβολή τους στη διερεύνηση του προβλήματος της υπάρξεως
8. Ιστορία της δυτικής φιλοσοφίας: από την Αναγέννηση στο Χιούμ
9. Ιστορία της δυτικής φιλοσοφίας: Από το Ρουσσώ ως σήμερα
- να είναι και εκείνος καταξιωμένος φιλόσοφος, ώστε να γνωρίζει καλά το αντικείμενο και να μην θαμπώνεται από τη δόξα των παλαιώτερων για να μπορεί να τους αντιμετωπίζει με σεβασμό αλλά και κριτικό πνεύμα,
- να κατέχει τα μυστικά της Λογικής,
- να έχει την ακρίβεια τις μαθηματικής σκέψης,
- να είναι δεινός συγγραφέας ώστε να μπορεί να μεταδώσει με τρόπο ευχάριστο και επαρκή τις γνώσεις του στον αναγνώστη.
Ούτε παραγγελία να είχα κάνει λοιπόν στον Bertrand Russell (Μαθηματικό, Φιλόσοφο, και κάτοχο Νόμπελ Λογοτεχνίας) το έργο του "Ιστορία της Δυτικής Φιλοσοφίας".
Αποτελείται από τους εξής τόμους:
1. Ιστορία της δυτικής φιλοσοφίας: οι προσωκρατικοί
2. Ιστορία της δυτικής φιλοσοφίας: Σωκράτης, Πλάτων και Αριστοτέλης
3. Ιστορία της δυτικής φιλοσοφίας: Η αρχαία φιλοσοφία μετά τον Αριστοτέλη
4. Ιστορία της δυτικής φιλοσοφίας: Η αρχαία φιλοσοφία, η καθολική φιλοσοφία
5. Ιστορία της δυτικής φιλοσοφίας: οι Πατέρες και η συμβολή τους στη διερεύνηση του
6. Ιστορία της δυτικής φιλοσοφίας: οι σχολαστικοί
7. Ιστορία της δυτικής φιλοσοφίας: οι Πατέρες και η συμβολή τους στη διερεύνηση του προβλήματος της υπάρξεως
8. Ιστορία της δυτικής φιλοσοφίας: από την Αναγέννηση στο Χιούμ
9. Ιστορία της δυτικής φιλοσοφίας: Από το Ρουσσώ ως σήμερα
Tuesday, April 12, 2011
Αιρετικός
Το Δικαίωμα στην Αίρεση
Κατ'εμέ, είναι ξεκαθαρο ότι ανάμεσα στα ανθρώπινα δικαιώματα για τα οποία γίνεται πολύς λόγος, υπάρχει ένα που δεν μπορούμε να ξεχάσουμε: το δικαίωμα στην αίρεση, να επιλέγουμε διαφορετικά.
Ζοζέ Σαραμάγκο
O direito à heresia
Por Fundação José Saramago
Para mim, é muito claro que entre os direitos humanos de que tanto se fala, há um que não se pode esquecer: o direito à heresia, a escolher outra coisa.
El Mercurio, Santiago de Chile, 26 de Junho 1994
Κατ'εμέ, είναι ξεκαθαρο ότι ανάμεσα στα ανθρώπινα δικαιώματα για τα οποία γίνεται πολύς λόγος, υπάρχει ένα που δεν μπορούμε να ξεχάσουμε: το δικαίωμα στην αίρεση, να επιλέγουμε διαφορετικά.
Ζοζέ Σαραμάγκο
O direito à heresia
Por Fundação José Saramago
Para mim, é muito claro que entre os direitos humanos de que tanto se fala, há um que não se pode esquecer: o direito à heresia, a escolher outra coisa.
El Mercurio, Santiago de Chile, 26 de Junho 1994
Saturday, March 12, 2011
Καμύ και το νόημα του Κόσμου
Εξακολουθώ να πιστεύω ότι αυτός ο κόσμος δεν έχει ανώτερο νόημα. Αλλά ξέρω ότι μέσα του κάτι έχει νόημα κι είναι ο άνθρωπος, γιατί είναι η μόνη ύπαρξη που απαιτεί να έχει νόημα.
Αλμπέρ Καμύ, Γράμματα σε ένα Γερμανό Φίλο
Αλμπέρ Καμύ, Γράμματα σε ένα Γερμανό Φίλο
Saturday, February 12, 2011
Η ασυνήθιστη ζωή της κυρίας Wettlin
Πριν από χρόνια, σε μία υπαίθρια αγορά στο Άμστερνταμ, είχα αγοράσει ένα μεταχειρισμένο βιβλίο με διηγήματα του Τολστόι. Το βιβλίο είχε εκδοθεί στη Σοβιετική Ένωση, αλλά ήταν στα αγγλικά. Αυτός ο ασυνήθιστος συνδιασμός με ώθησε να το διαλέξω από το μεγάλο σωρό.
Σήμερα έτυχε να το ξεφυλλίσω πάλι. Πρώτα αναζήτησα την ημερομηνία έκδοσης, ελπίζοντας να είναι αρκετά παλιά ώστε το εύρημα μου να έχει πάρει αξία. Μάταια. Οι σύντροφοι, σαν να είχαν προβλέψει την καπιταλιστική απληστία, δεν την ανέφεραν πουθενά. Μετά, το μάτι μου έπεσε στο όνομα της μεταφράστριας από τα ρωσικά στα αγγλικά: Margaret Wettin. Προφανώς το όνομα μου ήταν άγνωστο, αλλά το γεγονός ότι ήταν αγγλικό ή αμερικάνικο μου κίνησε την περιέργεια για αυτή την κυρία που σε περίοδο ψυχρού πολέμου συνεργάστηκε με τις σοβιετικές εκδόσεις. Εδώ μεσολάβησε η μαγεία του google που ικανοποίησε την περιέργεια μου , αποκαλύπτοντας μια ενδιαφέρουσα ιστορία:
In 1932 Margaret Wettlin left Depression-torn America for the Soviet Union, eager to see for herself if communism was the hope for the future. Planning to remain one year, she fell in love with and married stage director Andrei Efremoff, and stayed on for almost fifty years.
Για την εμπειρία της στην ΕΣΣΔ έγραψε το βιβλίο "Fifty Russian winters : an American woman's life in the Soviet Union". Η αναφορά στα απομνημονεύματα αυτά συνοδευόταν από το εξής σχόλιο:"This extraordinary memoir is the story of how she and her family - and millions of their fellow citizens - struggled to survive the hardships of famine, repression, war, and terrible purges. Fifty Russian Winters is an incomparable and moving document - the only close-up view we have of Soviet life by an American who spent more than half a lifetime inside Russia and who, as Harrison Salisbury says in his introduction, "kept her heart and mind and eyes open - and remembered."
Τι λαβυρίνθους μπορούν να σχηματίσουν τα μονοπάτια της ζωής!
Σήμερα έτυχε να το ξεφυλλίσω πάλι. Πρώτα αναζήτησα την ημερομηνία έκδοσης, ελπίζοντας να είναι αρκετά παλιά ώστε το εύρημα μου να έχει πάρει αξία. Μάταια. Οι σύντροφοι, σαν να είχαν προβλέψει την καπιταλιστική απληστία, δεν την ανέφεραν πουθενά. Μετά, το μάτι μου έπεσε στο όνομα της μεταφράστριας από τα ρωσικά στα αγγλικά: Margaret Wettin. Προφανώς το όνομα μου ήταν άγνωστο, αλλά το γεγονός ότι ήταν αγγλικό ή αμερικάνικο μου κίνησε την περιέργεια για αυτή την κυρία που σε περίοδο ψυχρού πολέμου συνεργάστηκε με τις σοβιετικές εκδόσεις. Εδώ μεσολάβησε η μαγεία του google που ικανοποίησε την περιέργεια μου , αποκαλύπτοντας μια ενδιαφέρουσα ιστορία:
In 1932 Margaret Wettlin left Depression-torn America for the Soviet Union, eager to see for herself if communism was the hope for the future. Planning to remain one year, she fell in love with and married stage director Andrei Efremoff, and stayed on for almost fifty years.
Για την εμπειρία της στην ΕΣΣΔ έγραψε το βιβλίο "Fifty Russian winters : an American woman's life in the Soviet Union". Η αναφορά στα απομνημονεύματα αυτά συνοδευόταν από το εξής σχόλιο:"This extraordinary memoir is the story of how she and her family - and millions of their fellow citizens - struggled to survive the hardships of famine, repression, war, and terrible purges. Fifty Russian Winters is an incomparable and moving document - the only close-up view we have of Soviet life by an American who spent more than half a lifetime inside Russia and who, as Harrison Salisbury says in his introduction, "kept her heart and mind and eyes open - and remembered."
Τι λαβυρίνθους μπορούν να σχηματίσουν τα μονοπάτια της ζωής!
Thursday, December 9, 2010
"Πολιτική Ανυπακοή"
Ο όρος "Πολιτική Ανυπακοή" εμφανίζεται για πρώτη φορά στο ομώνυμο δοκίμιο του αμερικάνου στοχαστή, ακτιβιστή και συγγραφέα Χένρυ Νταίηβιντ Θορώ (Henry David Thoreau – Civil Disobedience) που δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1849. Στο σύντομο κείμενο (60 μικρές σελίδες στην ελληνική του μετάφραση, Εκδ. Ερατώ), ο συγγραφέας παρουσιάζει το σκεπτικό της επιλογής του να αρνηθεί να πληρώσει φόρους στο αμερικανικό κράτος, διαμαρτυρόμενος για το καθεστώς δουλείας που εξακολουθούσε να ισχύει σε αρκετές πολιτείες της χώρας. Άρνηση για την οποία φυλακίστηκε.
Η σκέψη και η δράση του Θορώ επηρέασαν και ενέπνευσαν προσωπικότητες όπως ο Τολστόι, ενώ τις υιοθέτησαν ακτιβιστές-ηγέτες όπως ο Γκάντι, ο Μαρτιν Λούθερ Κινγκ και ο Μαντέλα.
Αξίζει τον κόπο να διαβάσει κανείς ολόκληρο το βιβλίο (δεν παίρνει άλλωστε πάνω από 3-4 ώρες). Εδώ παραθέτω ενδεικτικά μερικές από τις ιδέες που διατυπώνονται σε αυτό:
- Η κυβέρνηση είναι το μέσο που επέλεξε ο λαός για να εκτελέσει τη βούληση του. Γίνεται όμως επιρρεπής στην κατάχρηση και τη διαφθορά πριν ο λαός μπορέσει να αναλάβει δράση μέσω αυτής.
- Ο πολίτης οφείλει να υπακούει πρωτίστως στη συνείδηση του και μετά στον νομοθέτη. Πρέπει να είμαστε πρώτα άνθρωποι και μετά υπήκοοι.
- Δεν αποτελεί καθήκον του καθενός η εξάλειψη των κακών. Έχει όμως καθήκον να νίπτει τας χείρας του από το άδικο, να μην του παρέχει την υποστήριξη του.
- Εάν [η κυβέρνηση] απαιτεί από εσάς να είστε ο φορέας της αδικίας που διαπράττεται πάνω σε άλλον, τότε παραβιάστε τον νόμο. Μην υπηρετείτε την αδικία που καταδικάζετε.
- Σε ένα καθεστώς που φυλακίζει αδίκως, η θέση του δίκαιου ανθρώπου είναι επίσης στη φυλακή.
- Δεν θα υπάρξει ποτέ μια αληθινά ελεύθερη Πολιτεία, παρά μονάχα όταν αναγνωρίσει το άτομο ως υψηλότερη και ανεξάρτητη δύναμη, από την οποία εκπηγάζουν η δική της δύναμη και εξουσία και στο οποίο φέρεται αναλόγως.
- Η δράση που στηρίζεται σε αρχές- η αντίληψη και η απόδοση του σωστού- αλλάζει τις σχέσεις και τα πράγματα.
Βασικές αρχές της Πολιτκής Ανυπακοής, όπως αυτές απορρεόυν απο τη σκέψη του Θορώ αλλά και όπως διαμορφώθηκε από τους μετέπειτα θιασώτες της είναι:
1. Η άμεση, ΜΗ ΒΙΑΙΗ, αντίδραση στην αδικία.
2. Οι στόχοι της αντίδρασης να είναι σαφείς και συγκεκριμένοι (π.χ εξάλειψη της δουλείας και όχι αντίδραση γενικώς, αορίστως και επί παντός επιστητού).
3. Η δράση πρέπει να είναι επίσης συγκεκριμένη (π.χ μη καταβολή φόρων).
4. Η δράση υπαγορεύεται από την συνείδηση και στηρίζεται σε αρχές δικαίου.
Ερμηνεύοντας τα παραπάνω και κάνοντας αναγωγή στο παρόν, μπορεί να πει κανείς, τι ΔΕΝ είναι "Πολιτική Ανυπακοη":
- To να εξαντλούμε την ευαισθησία μας σε μερικά σχόλια στο Facebook, σε blogs και προωθώντας emails με εξωφρενικές θεωρίες συνωμοσίας.
- Οι πράξεις βίας.
- Οι γενικοί και αόριστοι αφορισμοί.
Μια τελευταία παρατήρηση: Όπως ήδη ανέφερα, η άποψη του Θορώ ήταν ότι η αντίδραση πρέπει να απορρέει από την συνείδηση μας. Είναι, συνεπώς, αυτονόητο ότι η συνείδηση μας πρέπει να είναι καθαρή για να δικαιούμαστε να ζητάμε από το Κράτος να καθαρθεί. Ας αναρωτηθούμε, πρώτα, πόσο έχει "μολυνθεί" ο καθένας μας από την περιρρέουσα διαφθορά (π.χ «φακελάκια», «βύσματα» κλπ), ας την αποποιηθούμε πλήρως σε ό,τι μας αφορά, ώστε να μπορούμε απαιτήσουμε και από το “Σύστημα” να το κάνει.
Η σκέψη και η δράση του Θορώ επηρέασαν και ενέπνευσαν προσωπικότητες όπως ο Τολστόι, ενώ τις υιοθέτησαν ακτιβιστές-ηγέτες όπως ο Γκάντι, ο Μαρτιν Λούθερ Κινγκ και ο Μαντέλα.
Αξίζει τον κόπο να διαβάσει κανείς ολόκληρο το βιβλίο (δεν παίρνει άλλωστε πάνω από 3-4 ώρες). Εδώ παραθέτω ενδεικτικά μερικές από τις ιδέες που διατυπώνονται σε αυτό:
- Η κυβέρνηση είναι το μέσο που επέλεξε ο λαός για να εκτελέσει τη βούληση του. Γίνεται όμως επιρρεπής στην κατάχρηση και τη διαφθορά πριν ο λαός μπορέσει να αναλάβει δράση μέσω αυτής.
- Ο πολίτης οφείλει να υπακούει πρωτίστως στη συνείδηση του και μετά στον νομοθέτη. Πρέπει να είμαστε πρώτα άνθρωποι και μετά υπήκοοι.
- Δεν αποτελεί καθήκον του καθενός η εξάλειψη των κακών. Έχει όμως καθήκον να νίπτει τας χείρας του από το άδικο, να μην του παρέχει την υποστήριξη του.
- Εάν [η κυβέρνηση] απαιτεί από εσάς να είστε ο φορέας της αδικίας που διαπράττεται πάνω σε άλλον, τότε παραβιάστε τον νόμο. Μην υπηρετείτε την αδικία που καταδικάζετε.
- Σε ένα καθεστώς που φυλακίζει αδίκως, η θέση του δίκαιου ανθρώπου είναι επίσης στη φυλακή.
- Δεν θα υπάρξει ποτέ μια αληθινά ελεύθερη Πολιτεία, παρά μονάχα όταν αναγνωρίσει το άτομο ως υψηλότερη και ανεξάρτητη δύναμη, από την οποία εκπηγάζουν η δική της δύναμη και εξουσία και στο οποίο φέρεται αναλόγως.
- Η δράση που στηρίζεται σε αρχές- η αντίληψη και η απόδοση του σωστού- αλλάζει τις σχέσεις και τα πράγματα.
Βασικές αρχές της Πολιτκής Ανυπακοής, όπως αυτές απορρεόυν απο τη σκέψη του Θορώ αλλά και όπως διαμορφώθηκε από τους μετέπειτα θιασώτες της είναι:
1. Η άμεση, ΜΗ ΒΙΑΙΗ, αντίδραση στην αδικία.
2. Οι στόχοι της αντίδρασης να είναι σαφείς και συγκεκριμένοι (π.χ εξάλειψη της δουλείας και όχι αντίδραση γενικώς, αορίστως και επί παντός επιστητού).
3. Η δράση πρέπει να είναι επίσης συγκεκριμένη (π.χ μη καταβολή φόρων).
4. Η δράση υπαγορεύεται από την συνείδηση και στηρίζεται σε αρχές δικαίου.
Ερμηνεύοντας τα παραπάνω και κάνοντας αναγωγή στο παρόν, μπορεί να πει κανείς, τι ΔΕΝ είναι "Πολιτική Ανυπακοη":
- To να εξαντλούμε την ευαισθησία μας σε μερικά σχόλια στο Facebook, σε blogs και προωθώντας emails με εξωφρενικές θεωρίες συνωμοσίας.
- Οι πράξεις βίας.
- Οι γενικοί και αόριστοι αφορισμοί.
Μια τελευταία παρατήρηση: Όπως ήδη ανέφερα, η άποψη του Θορώ ήταν ότι η αντίδραση πρέπει να απορρέει από την συνείδηση μας. Είναι, συνεπώς, αυτονόητο ότι η συνείδηση μας πρέπει να είναι καθαρή για να δικαιούμαστε να ζητάμε από το Κράτος να καθαρθεί. Ας αναρωτηθούμε, πρώτα, πόσο έχει "μολυνθεί" ο καθένας μας από την περιρρέουσα διαφθορά (π.χ «φακελάκια», «βύσματα» κλπ), ας την αποποιηθούμε πλήρως σε ό,τι μας αφορά, ώστε να μπορούμε απαιτήσουμε και από το “Σύστημα” να το κάνει.
Thursday, September 23, 2010
Sartre: about writng
“The function of the writer,” wrote Sartre, “is to act in such a way that nobody can be ignorant of the world and that nobody may say that he is innocent of what it is all about.”
Tuesday, September 21, 2010
John Updike and the Big Bang
John Updike's poetic and pessimistic view of "Big Bang":
But the fact, discovered by two independent teams of researchers, seemed to be that deep space showed not only no relenting in the speed of the farthest galaxies but instead a detectable acceleration, so that an eventual dispersion of everything into absolute cold and darkness could be confidently predicted. We are riding an aimless explosion to nowhere.
But the fact, discovered by two independent teams of researchers, seemed to be that deep space showed not only no relenting in the speed of the farthest galaxies but instead a detectable acceleration, so that an eventual dispersion of everything into absolute cold and darkness could be confidently predicted. We are riding an aimless explosion to nowhere.
Friday, September 10, 2010
Saramago: The three principal doors of understandying
From the blog of Saramago:
Três portas principais
Por Fundação José Saramago
Ler e imaginar são duas das três portas principais — a curiosidade é a terceira — por onde se acede ao conhecimento das coisas. Sem antes ter aberto de par em par as portas da imaginação, da curiosidade e da leitura — não esqueçamos que quem diz leitura diz estudo—, não se vai muito longe na compreensão do mundo e de si mesmo.
“El concepto de utopía ha hecho más daño que bien”, La Prensa Gráfica, San Salvador, 1 de Junho de 2005
Τρεις κύριες πύλες
Το διάβασμα και η φαντασία είναι οι δύο απο τις τρείς κύριες πύλες – η τρίτη είναι η περιέργεια- απ’ όπου μπορεί κανείς να προσεγγίσει την γνώση των πραγμάτων. Αν δεν ανοίξουμε μια-μια τις πύλες της φαντασίας, της περιέργειας και του διαβάσματος –ας μην ξεχνάμε οτι όταν λέμε διάβασμα εννοούμε μελέτη-, δεν μπορούμε να πάμε μακρυά στην κατανόηση του κόσμου και του εαυτού μας.
Three principal doors
Reading and imagining are two of the three principal doors- curiosity is the third one- through which knowledge of things is accessed. Without opening one after the other the doors of imagination, of curiosity and of reading – let’s not forget that by reading we mean studying-, we cannot go far in the comprehension of the world and ourselves.
Três portas principais
Por Fundação José Saramago
Ler e imaginar são duas das três portas principais — a curiosidade é a terceira — por onde se acede ao conhecimento das coisas. Sem antes ter aberto de par em par as portas da imaginação, da curiosidade e da leitura — não esqueçamos que quem diz leitura diz estudo—, não se vai muito longe na compreensão do mundo e de si mesmo.
“El concepto de utopía ha hecho más daño que bien”, La Prensa Gráfica, San Salvador, 1 de Junho de 2005
Τρεις κύριες πύλες
Το διάβασμα και η φαντασία είναι οι δύο απο τις τρείς κύριες πύλες – η τρίτη είναι η περιέργεια- απ’ όπου μπορεί κανείς να προσεγγίσει την γνώση των πραγμάτων. Αν δεν ανοίξουμε μια-μια τις πύλες της φαντασίας, της περιέργειας και του διαβάσματος –ας μην ξεχνάμε οτι όταν λέμε διάβασμα εννοούμε μελέτη-, δεν μπορούμε να πάμε μακρυά στην κατανόηση του κόσμου και του εαυτού μας.
Three principal doors
Reading and imagining are two of the three principal doors- curiosity is the third one- through which knowledge of things is accessed. Without opening one after the other the doors of imagination, of curiosity and of reading – let’s not forget that by reading we mean studying-, we cannot go far in the comprehension of the world and ourselves.
Friday, August 6, 2010
Ο Καμύ, ο Δάσκαλος και ο γερμανός καθηγητής
Πριν λίγο καιρό είχα την τύχη να παρακολουθήσω μια εξαιρετική διάλεξη σχετικά με τις λειτουργίες μάθησης του ανθρώπινου εγκεφάλου. Ομιλητής ήταν ένας γερμανός καθηγητής νευροεπιστήμης, που κρίνοντας από την φήμη που τον ακολουθούσε, πρέπει να είναι αυθεντία στον τομέα του.
Με την άνεση του ανθρώπου που κατέχει σε βάθος το αντικείμενο του και διαθέτει επικοινωνιακό χάρισμα, κρατούσε αμείωτο το ενδιαφέρον του ακροατηρίου ενώ παρουσίαζε τα κεντρικά σημεία των ερευνών: σύνθετα πειράματα, ιατρικές μελέτες, στατιστικές παρατηρήσεις, πολύπλοκα διαγράμματα, όλα στην υπηρεσία της βελτιστοποίησης της διαδικασίας της μάθησης.
Προς το τέλος της η ομιλία επιφύλασε μια έκπληξη. Όλη αυτή η περίπλοκη έρευνα καταλήγει στο απλό συμπέρασμα, ότι ο σημαντικότερος παράγοντας που καθορίζει την αποτελεσματικότητα της διαδασκαλίας σε ένα παιδί, είναι ο ενθουσιασμός και η αγάπη του δασκάλου για το αντικείμενο του. Ούτε η ποιότητα των βιβλίων, ούτε ο προϋπολογισμός για την Παιδεία, ούτε η φήμη του σχολείου (με τα αντίστοιχα δίδακτρα), δεν μπορούν να υποκαταστήσουν το μεράκι και το πάθος του δασκάλου...
Τι τεράστια τιμή, τι θαυμαστό πεδίο δημιουργίας για τον Δάσκαλο! Αλλά και τι ευθύνη!
Αναπόφευκτα, η πληροφορία αυτή με γύρισε πίσω στο χρόνο και άρχισα να αναζητώ στις παιδικές αναμνήσεις μου ένα τέτοιο παράδειγμα δασκάλου. Γρήγορα απέρριψα τους περισσότερους: στην καλύτερη περίπτωση ήταν συμβιβασμένοι με την μετριότητα, στην χειρότερη χρησιμοποιούσαν το σχολείο για να ψαρέψουν πελατεία για ‘ιδιαίτερα’. Οι ελάχιστοι που ξεχώρισα, έχω την εντύπωση ότι είχαν εξαντλήσει τη δημιουργική τους φλόγα πολύ πριν αναλάβουν την δική μου διαπαιδαγώγιση.
Αυτό που δεν βρήκα στη μνήμη μου, μου το πρόσφερε τελικά η λογοτεχνία. Μερικές εβδομάδες αργότερα, συμπτωματικά, έπιασα να διαβάζω το ημιτελές, αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα του Καμύ, Ο Πρώτος Άνθρωπος. Το βιβλίο περιγράφει τα παιδικά χρόνια του, μετέπειτα νομπελίστα, συγγραφέα στο Αλγέρι. Το αγόρι, ορφανό από πατέρα, ζούσε με την κουφή, σχεδόν άλαλη, και αγράμματη μητέρα του, την σκληρή και επίσης αμόρφωτη γιαγιά του, μέσα σε μεγάλη φτώχια. Όπως αναφέρει, ο λόγος που μπόρεσε να αποδράσει από τη μιζέρια και να μπει στον κόσμο του πνεύματος ήταν ένας και μόνο άνθρωπος: ο κύριος Μπερνάρ, o δάσκαλος του στο δημοτικό της φτωχογειτονιάς (πραγματικό όνομα Luis Germain). O Καμύ μας διηγείται πως ο Δάσκαλος διακρίνοντας την φιλομάθεια του παιδιού, το ώθησε να συνεχίσει στο Λύκειο, πάσχισε να του εξασφαλίσει υποτροφία, του πρόσφερε αφιλοκερδώς συμπληρωματική διδασκαλία εκτός σχολείου, πως έκαμψε τις αντιρρήσεις της γιαγιάς που σχεδίαζε να βγάλει τον μικρό από νωρίς στη βιοπάλη.
Στην επιστολή προς τον δάσκαλο του λίγο μετά την απονομή του βραβείου Νόμπελ, ο Καμύ εκφράζει την ευγνωμοσύνη του (ελληνική έκδοση του βιβλίου, εκδ. Λιβάνη):
19 Νοεμβρίου 1957
Αγαπητέ κύριε Ζερμέν,
Άφησα να ξεθυμάνει λιγάκι ο θόρυβος όλων αυτών των ημερών πριν έρθω να σας μιλήσω με όλη μου την καρδιά. Μου έκαναν μια υπερβολικά μεγάλη τιμή που δεν την έψαξα ούτε ζήτησα. Όταν όμως έμαθα το νέο, η πρώτη μου σκέψη, μετά τη μητέρα μου, ήταν για σας. Χωρίς εσάς, χωρίς το στοργικό σας χέρι που απλώσατε στο μικρό φτωχό παιδί που ήμουν, χωρίς τη διδασκαλία και το παράδειγμά σας, τίποτα από όλα αυτά δε θα 'χε συμβεί. Δεν υπερβάλλω το μέγεθος της τιμής που μου έκαναν. Όμως αυτή η διάκριση είναι τουλάχιστον η ευκαιρία για να σας πω τι ήσασταν και τι είστε παντοτινά για μένα και να σας διαβεβαιώσω πως οι προσπάθειές σας, η εργασία σας και η γενναιόδωρη καρδιά σας, όλα αυτά είναι πάντα ζωντανά για ένα μαθητούδι σας που, παρά την ηλικία, παραμένει ο ευγνώμων μαθητής σας. Σας φιλώ με όλη τη δύναμη της αγάπης μου.
Αλμπέρ Καμί
Και ένα απόσπάσμα από την απάντηση του δασκάλου:
Αλγέρι, 30 Απριλίου 1959
Αγαπημένε μου μικρέ,
Σταλμένο από το χέρι σου, έλαβα το βιβλίο Καμί που μου αφιέρωσε ο συγγραφέας του Ζ. Κλ. Μπρισβίλ.
Δεν μπορώ να σου εκφράσω τη χαρά που μου έδωσες με την υπέροχη χειρονομία σου ούτε βρίσκω τον τρόπο για να σε ευχαριστήσω. Αν γινόταν, θα έσφιγγα δυνατά στην αγκαλιά μου το μεγάλο αγόρι που έγινες και που θα μείνει πάντα για μένα «ο μικρός μου Καμί».
Δε διάβασα ακόμα αυτό το βιβλίο, παρά μόνο τις πρώτες σελίδες. Ποιος είναι ο Καμί; Έχω την εντύπωση πως αυτοί που θέλουν να ανακαλύψουν την προσωπικότητά σου δεν τα καταφέρνουν εντελώς. ‘Eδειξες πάντα μια ενστικτώδη συστολή όταν χρειαζόταν να αποκαλύπτεις το χαρακτήρα σου, τα αισθήματά σου. Τα καταφέρνεις πολύ καλά γιατί είσαι απλός, ευθύς. Και καλός επιπλέον! Μου έδωσες αυτές τις εντυπώσεις στην τάξη. Ο παιδαγωγός που θέλει να κάνει ευσυνείδητα τη δουλειά του δεν παραλείπει καμιά ευκαιρία να γνωρίσει τους μαθητές του, τα παιδιά του, κι ευκαιρίες παρουσιάζονται κάθε στιγμή. Μια απάντηση, μια κίνηση, ένα φέρσιμο είναι άπλετα αποκαλυπτικά. Νομίζω λοιπόν πως γνωρίζω καλά το ευγενικό παιδάκι που ήσουν, και το παιδί, πολύ συχνά έχει το σπόρο του άντρα που θα γίνει. Η ευχαρίστηση που ένιωθες να είσαι στο σχολείο εκδηλωνόταν με χίλιους δυο τρόπους. Το πρόσωπό σου μαρτυρούσε αισιοδοξία. Και μελετώντας σε, δεν υποψιάστηκα ποτέ την πραγματική κατάσταση της οικογένειάς σου. Είχα μόνο μια φευγαλέα ιδέα όταν η μητέρα σου ήρθε να με δει για την εγγραφή σου στον κατάλογο των υποψήφιων για την υποτροφία. Εξάλλου, αυτό συνέβη την εποχή που θα μ' άφηνες. Όμως μέχρι τότε μου φαινόταν πως ήσουν στην ίδια περίπου κατάσταση με τους συμμαθητές σου. Είχες πάντα ό,τι σου χρειαζόταν. Όπως και ο αδερφός σου, ήσουν πάντα καλά ντυμένος. Νομίζω πως αυτό είναι ο μεγαλύτερος έπαινος για τη μητέρα σου.
Για να επιστρέψω στο βιβλίο του κυρίου Μπρισβίλ, έχει άφθονες εικόνες. Και συγκινήθηκα πολύ που γνώρισα, χάρη στη φωτογραφία, τον καημένο σου τον μπαμπά που πάντα τον θεώρησα σαν «σύντροφό μου». Ο κύριος Μπρισβίλ με αναφέρει: θα τον ευχαριστήσω.
Είδα τον κατάλογο, που μακραίνει ασταμάτητα, των έργων που σου αφιερώνονται ή που μιλάνε για σένα. Και είναι μεγάλη ικανοποίηση για μένα η διαπίστωση πως η διασημότητά σου (είναι η πραγματική αλήθεια) δεν έκανε τα μυαλά σου να πάρουν αέρα. Παρέμεινες ο Καμί. Μπράβο.
[...]
Πριν τελειώσω, θέλω να σου πω τη στενοχώρια που νιώθω ως δάσκαλος σχολείου χωρίς υποχρεωτικό μάθημα θρησκευτικών, μπροστά στα απειλητικά σχέδια που ετοιμάζουν εναντίον του σχολείου μας. Πιστεύω πως σεβάστηκα σε όλη μου την καριέρα ό,τι πιο ιερό έχει το παιδί: το δικαίωμα να ψάχνει την αλήθεια. Σας αγάπησα όλους και πιστεύω πως έκανα ό,τι περνούσε από το χέρι μου για να μην εκδηλώσω τις ιδέες μου και βαρύνω έτσι πάνω στο νεαρό μυαλό σας. Όταν επρόκειτο για το Θεό (είναι στο πρόγραμμα), έλεγα πως μερικοί πίστευαν σ' αυτόν, άλλοι όχι. Και πως ασκώντας πλήρως τα δικαιώματά του ο καθένας έκανε ό,τι ήθελε . Με τον ίδιο τρόπο, στο θέμα των θρησκειών , περιοριζόμουν να υποδείξω αυτές που υπήρχαν , στις οποίες ανήκαν εκείνοι που το ήθελαν. Για να είμαι ειλικρινής, πρόσθετα πως υπήρχαν άνθρωποι που δεν ακολουθούσαν καμιά θρησκεία. Ξέρω καλά πως αυτό δεν αρέσει σε κείνους που θα 'θελαν να μεταβάλουν τους δασκάλους σε εμπορικούς αντιπροσώπους της θρησκείας και, για να είμαι πιο σαφής, του καθολικισμού. Στην παιδαγωγική Ακαδημία στο Αλγέρι (βρισκόταν τότε στο πάρκο Γκαλάντ), ο πατέρας μου, όπως οι συμμαθητές του, ήταν υποχρεωμένος να πηγαίνει στη Λειτουργία και να κοινωνεί κάθε Κυριακή. Μια μέρα, εκνευρισμένος από αυτή την υποχρέωση, έβαλε το «αγιασμένο» αντίδωρο σ' ένα προσευχητάρι και το 'κλεισε! Ο διευθυντής της Ακαδημίας το έμαθε και δε δίστασε να αποβάλει τον πατέρα μου από το σχολείο. Να λοιπόν τι θέλουν οι οπαδοί της «Ελεύθερης Ακαδημίας» (ελεύθερη ... να σκέφτεται δηλαδή σαν κι αυτούς). Με τη σύσταση της τωρινής Βουλής, φοβάμαι πως το κακό θα γίνει. Η εφημερίδα Le Canard Enchafne αναφέρει πως σ' ένα νομό, καμιά εκατοσταριά τάξεις σχολείων χωρίς το μάθημα των θρησκευτικών λειτουργούν με τον Εσταυρωμένο πάνω στον τοίχο. Βλέπω εδώ μια φριχτή προσβολή στη συνείδηση των παιδιών. Τι θα συμβεί άραγε σε λίγο καιρό; Αυτές οι σκέψεις με λυπούν βαθιά.
[...]
Η κυρία Ζερμέν κι εγώ σας φιλάμε και τους τέσσερις πολύ δυνατά. Με όλη μας τη στοργή.
Ζερμέν Λουί
Ένα κομματάκι του βραβείου ανήκει και στον γερο-δάσκαλο...
Σε μια εποχή που έχουμε συνηθίσει να συνδέουμε τα πάντα με το χρήμα, να αξιολογούμε το κάθε τι από το πόσο στοιχίζει ή πόσο πλούτο παράγει, η επιστήμη και η τέχνη, συνεπείς στο καθήκον της αναζήτησης της αλήθειας, μας υπενθυμίζουν το θεμελιώδες που κοντεύουμε να ξεχάσουμε: τα σημαντικότερα στη ζωή είναι τα ανθρώπινα. Κανένας προϋπολογισμός δεν μπορεί να υποκαταστήσει το μεράκι, το πάθος και την αγάπη και κανένας σχολικός μισθός ή ‘φακελάκι’ δεν είναι μεγαλύτερη αμοιβή από την υπερηφάνεια που νοιώθει ο Δασκάλος βλέποντας τον παλιό του μαθητή να κατακτά τις κορυφές του Πνεύματος.
Με την άνεση του ανθρώπου που κατέχει σε βάθος το αντικείμενο του και διαθέτει επικοινωνιακό χάρισμα, κρατούσε αμείωτο το ενδιαφέρον του ακροατηρίου ενώ παρουσίαζε τα κεντρικά σημεία των ερευνών: σύνθετα πειράματα, ιατρικές μελέτες, στατιστικές παρατηρήσεις, πολύπλοκα διαγράμματα, όλα στην υπηρεσία της βελτιστοποίησης της διαδικασίας της μάθησης.
Προς το τέλος της η ομιλία επιφύλασε μια έκπληξη. Όλη αυτή η περίπλοκη έρευνα καταλήγει στο απλό συμπέρασμα, ότι ο σημαντικότερος παράγοντας που καθορίζει την αποτελεσματικότητα της διαδασκαλίας σε ένα παιδί, είναι ο ενθουσιασμός και η αγάπη του δασκάλου για το αντικείμενο του. Ούτε η ποιότητα των βιβλίων, ούτε ο προϋπολογισμός για την Παιδεία, ούτε η φήμη του σχολείου (με τα αντίστοιχα δίδακτρα), δεν μπορούν να υποκαταστήσουν το μεράκι και το πάθος του δασκάλου...
Τι τεράστια τιμή, τι θαυμαστό πεδίο δημιουργίας για τον Δάσκαλο! Αλλά και τι ευθύνη!
Αναπόφευκτα, η πληροφορία αυτή με γύρισε πίσω στο χρόνο και άρχισα να αναζητώ στις παιδικές αναμνήσεις μου ένα τέτοιο παράδειγμα δασκάλου. Γρήγορα απέρριψα τους περισσότερους: στην καλύτερη περίπτωση ήταν συμβιβασμένοι με την μετριότητα, στην χειρότερη χρησιμοποιούσαν το σχολείο για να ψαρέψουν πελατεία για ‘ιδιαίτερα’. Οι ελάχιστοι που ξεχώρισα, έχω την εντύπωση ότι είχαν εξαντλήσει τη δημιουργική τους φλόγα πολύ πριν αναλάβουν την δική μου διαπαιδαγώγιση.
Αυτό που δεν βρήκα στη μνήμη μου, μου το πρόσφερε τελικά η λογοτεχνία. Μερικές εβδομάδες αργότερα, συμπτωματικά, έπιασα να διαβάζω το ημιτελές, αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα του Καμύ, Ο Πρώτος Άνθρωπος. Το βιβλίο περιγράφει τα παιδικά χρόνια του, μετέπειτα νομπελίστα, συγγραφέα στο Αλγέρι. Το αγόρι, ορφανό από πατέρα, ζούσε με την κουφή, σχεδόν άλαλη, και αγράμματη μητέρα του, την σκληρή και επίσης αμόρφωτη γιαγιά του, μέσα σε μεγάλη φτώχια. Όπως αναφέρει, ο λόγος που μπόρεσε να αποδράσει από τη μιζέρια και να μπει στον κόσμο του πνεύματος ήταν ένας και μόνο άνθρωπος: ο κύριος Μπερνάρ, o δάσκαλος του στο δημοτικό της φτωχογειτονιάς (πραγματικό όνομα Luis Germain). O Καμύ μας διηγείται πως ο Δάσκαλος διακρίνοντας την φιλομάθεια του παιδιού, το ώθησε να συνεχίσει στο Λύκειο, πάσχισε να του εξασφαλίσει υποτροφία, του πρόσφερε αφιλοκερδώς συμπληρωματική διδασκαλία εκτός σχολείου, πως έκαμψε τις αντιρρήσεις της γιαγιάς που σχεδίαζε να βγάλει τον μικρό από νωρίς στη βιοπάλη.
Στην επιστολή προς τον δάσκαλο του λίγο μετά την απονομή του βραβείου Νόμπελ, ο Καμύ εκφράζει την ευγνωμοσύνη του (ελληνική έκδοση του βιβλίου, εκδ. Λιβάνη):
19 Νοεμβρίου 1957
Αγαπητέ κύριε Ζερμέν,
Άφησα να ξεθυμάνει λιγάκι ο θόρυβος όλων αυτών των ημερών πριν έρθω να σας μιλήσω με όλη μου την καρδιά. Μου έκαναν μια υπερβολικά μεγάλη τιμή που δεν την έψαξα ούτε ζήτησα. Όταν όμως έμαθα το νέο, η πρώτη μου σκέψη, μετά τη μητέρα μου, ήταν για σας. Χωρίς εσάς, χωρίς το στοργικό σας χέρι που απλώσατε στο μικρό φτωχό παιδί που ήμουν, χωρίς τη διδασκαλία και το παράδειγμά σας, τίποτα από όλα αυτά δε θα 'χε συμβεί. Δεν υπερβάλλω το μέγεθος της τιμής που μου έκαναν. Όμως αυτή η διάκριση είναι τουλάχιστον η ευκαιρία για να σας πω τι ήσασταν και τι είστε παντοτινά για μένα και να σας διαβεβαιώσω πως οι προσπάθειές σας, η εργασία σας και η γενναιόδωρη καρδιά σας, όλα αυτά είναι πάντα ζωντανά για ένα μαθητούδι σας που, παρά την ηλικία, παραμένει ο ευγνώμων μαθητής σας. Σας φιλώ με όλη τη δύναμη της αγάπης μου.
Αλμπέρ Καμί
Και ένα απόσπάσμα από την απάντηση του δασκάλου:
Αλγέρι, 30 Απριλίου 1959
Αγαπημένε μου μικρέ,
Σταλμένο από το χέρι σου, έλαβα το βιβλίο Καμί που μου αφιέρωσε ο συγγραφέας του Ζ. Κλ. Μπρισβίλ.
Δεν μπορώ να σου εκφράσω τη χαρά που μου έδωσες με την υπέροχη χειρονομία σου ούτε βρίσκω τον τρόπο για να σε ευχαριστήσω. Αν γινόταν, θα έσφιγγα δυνατά στην αγκαλιά μου το μεγάλο αγόρι που έγινες και που θα μείνει πάντα για μένα «ο μικρός μου Καμί».
Δε διάβασα ακόμα αυτό το βιβλίο, παρά μόνο τις πρώτες σελίδες. Ποιος είναι ο Καμί; Έχω την εντύπωση πως αυτοί που θέλουν να ανακαλύψουν την προσωπικότητά σου δεν τα καταφέρνουν εντελώς. ‘Eδειξες πάντα μια ενστικτώδη συστολή όταν χρειαζόταν να αποκαλύπτεις το χαρακτήρα σου, τα αισθήματά σου. Τα καταφέρνεις πολύ καλά γιατί είσαι απλός, ευθύς. Και καλός επιπλέον! Μου έδωσες αυτές τις εντυπώσεις στην τάξη. Ο παιδαγωγός που θέλει να κάνει ευσυνείδητα τη δουλειά του δεν παραλείπει καμιά ευκαιρία να γνωρίσει τους μαθητές του, τα παιδιά του, κι ευκαιρίες παρουσιάζονται κάθε στιγμή. Μια απάντηση, μια κίνηση, ένα φέρσιμο είναι άπλετα αποκαλυπτικά. Νομίζω λοιπόν πως γνωρίζω καλά το ευγενικό παιδάκι που ήσουν, και το παιδί, πολύ συχνά έχει το σπόρο του άντρα που θα γίνει. Η ευχαρίστηση που ένιωθες να είσαι στο σχολείο εκδηλωνόταν με χίλιους δυο τρόπους. Το πρόσωπό σου μαρτυρούσε αισιοδοξία. Και μελετώντας σε, δεν υποψιάστηκα ποτέ την πραγματική κατάσταση της οικογένειάς σου. Είχα μόνο μια φευγαλέα ιδέα όταν η μητέρα σου ήρθε να με δει για την εγγραφή σου στον κατάλογο των υποψήφιων για την υποτροφία. Εξάλλου, αυτό συνέβη την εποχή που θα μ' άφηνες. Όμως μέχρι τότε μου φαινόταν πως ήσουν στην ίδια περίπου κατάσταση με τους συμμαθητές σου. Είχες πάντα ό,τι σου χρειαζόταν. Όπως και ο αδερφός σου, ήσουν πάντα καλά ντυμένος. Νομίζω πως αυτό είναι ο μεγαλύτερος έπαινος για τη μητέρα σου.
Για να επιστρέψω στο βιβλίο του κυρίου Μπρισβίλ, έχει άφθονες εικόνες. Και συγκινήθηκα πολύ που γνώρισα, χάρη στη φωτογραφία, τον καημένο σου τον μπαμπά που πάντα τον θεώρησα σαν «σύντροφό μου». Ο κύριος Μπρισβίλ με αναφέρει: θα τον ευχαριστήσω.
Είδα τον κατάλογο, που μακραίνει ασταμάτητα, των έργων που σου αφιερώνονται ή που μιλάνε για σένα. Και είναι μεγάλη ικανοποίηση για μένα η διαπίστωση πως η διασημότητά σου (είναι η πραγματική αλήθεια) δεν έκανε τα μυαλά σου να πάρουν αέρα. Παρέμεινες ο Καμί. Μπράβο.
[...]
Πριν τελειώσω, θέλω να σου πω τη στενοχώρια που νιώθω ως δάσκαλος σχολείου χωρίς υποχρεωτικό μάθημα θρησκευτικών, μπροστά στα απειλητικά σχέδια που ετοιμάζουν εναντίον του σχολείου μας. Πιστεύω πως σεβάστηκα σε όλη μου την καριέρα ό,τι πιο ιερό έχει το παιδί: το δικαίωμα να ψάχνει την αλήθεια. Σας αγάπησα όλους και πιστεύω πως έκανα ό,τι περνούσε από το χέρι μου για να μην εκδηλώσω τις ιδέες μου και βαρύνω έτσι πάνω στο νεαρό μυαλό σας. Όταν επρόκειτο για το Θεό (είναι στο πρόγραμμα), έλεγα πως μερικοί πίστευαν σ' αυτόν, άλλοι όχι. Και πως ασκώντας πλήρως τα δικαιώματά του ο καθένας έκανε ό,τι ήθελε . Με τον ίδιο τρόπο, στο θέμα των θρησκειών , περιοριζόμουν να υποδείξω αυτές που υπήρχαν , στις οποίες ανήκαν εκείνοι που το ήθελαν. Για να είμαι ειλικρινής, πρόσθετα πως υπήρχαν άνθρωποι που δεν ακολουθούσαν καμιά θρησκεία. Ξέρω καλά πως αυτό δεν αρέσει σε κείνους που θα 'θελαν να μεταβάλουν τους δασκάλους σε εμπορικούς αντιπροσώπους της θρησκείας και, για να είμαι πιο σαφής, του καθολικισμού. Στην παιδαγωγική Ακαδημία στο Αλγέρι (βρισκόταν τότε στο πάρκο Γκαλάντ), ο πατέρας μου, όπως οι συμμαθητές του, ήταν υποχρεωμένος να πηγαίνει στη Λειτουργία και να κοινωνεί κάθε Κυριακή. Μια μέρα, εκνευρισμένος από αυτή την υποχρέωση, έβαλε το «αγιασμένο» αντίδωρο σ' ένα προσευχητάρι και το 'κλεισε! Ο διευθυντής της Ακαδημίας το έμαθε και δε δίστασε να αποβάλει τον πατέρα μου από το σχολείο. Να λοιπόν τι θέλουν οι οπαδοί της «Ελεύθερης Ακαδημίας» (ελεύθερη ... να σκέφτεται δηλαδή σαν κι αυτούς). Με τη σύσταση της τωρινής Βουλής, φοβάμαι πως το κακό θα γίνει. Η εφημερίδα Le Canard Enchafne αναφέρει πως σ' ένα νομό, καμιά εκατοσταριά τάξεις σχολείων χωρίς το μάθημα των θρησκευτικών λειτουργούν με τον Εσταυρωμένο πάνω στον τοίχο. Βλέπω εδώ μια φριχτή προσβολή στη συνείδηση των παιδιών. Τι θα συμβεί άραγε σε λίγο καιρό; Αυτές οι σκέψεις με λυπούν βαθιά.
[...]
Η κυρία Ζερμέν κι εγώ σας φιλάμε και τους τέσσερις πολύ δυνατά. Με όλη μας τη στοργή.
Ζερμέν Λουί
Ένα κομματάκι του βραβείου ανήκει και στον γερο-δάσκαλο...
Σε μια εποχή που έχουμε συνηθίσει να συνδέουμε τα πάντα με το χρήμα, να αξιολογούμε το κάθε τι από το πόσο στοιχίζει ή πόσο πλούτο παράγει, η επιστήμη και η τέχνη, συνεπείς στο καθήκον της αναζήτησης της αλήθειας, μας υπενθυμίζουν το θεμελιώδες που κοντεύουμε να ξεχάσουμε: τα σημαντικότερα στη ζωή είναι τα ανθρώπινα. Κανένας προϋπολογισμός δεν μπορεί να υποκαταστήσει το μεράκι, το πάθος και την αγάπη και κανένας σχολικός μισθός ή ‘φακελάκι’ δεν είναι μεγαλύτερη αμοιβή από την υπερηφάνεια που νοιώθει ο Δασκάλος βλέποντας τον παλιό του μαθητή να κατακτά τις κορυφές του Πνεύματος.
Tuesday, August 3, 2010
Saramago: capitalism and poverty
From the blog of Saramago:
A multiplicação da pobreza
Por Fundação José Saramago
Tal como a religião não pode viver sem a morte, o capitalismo não só vive da pobreza como a multiplica.
“José Saramago”, Éxodo, Madrid, nº 96, Dezembro de 2008
A quick translation:
Multiplication of Poverty.
The same way religion cannot live without death, capitalism not only does not live without poverty, but also multiplies it.
Πολλαπλασιασμός της φτώχειας
‘Οπως η θρησκεία δεν μπορεί να ζήσει χωρίς το θάνατο, έτσι και ο καπιταλισμός όχι μονο δε ζει χωρίς την φτώχεια, αλλά και την πολλαπλασιάζει.
A multiplicação da pobreza
Por Fundação José Saramago
Tal como a religião não pode viver sem a morte, o capitalismo não só vive da pobreza como a multiplica.
“José Saramago”, Éxodo, Madrid, nº 96, Dezembro de 2008
A quick translation:
Multiplication of Poverty.
The same way religion cannot live without death, capitalism not only does not live without poverty, but also multiplies it.
Πολλαπλασιασμός της φτώχειας
‘Οπως η θρησκεία δεν μπορεί να ζήσει χωρίς το θάνατο, έτσι και ο καπιταλισμός όχι μονο δε ζει χωρίς την φτώχεια, αλλά και την πολλαπλασιάζει.
Thursday, July 29, 2010
Henry T. Thoreau , "Walden"
Το 1845, ο αμερικάνος συγγραφέας Henry T. Thoreau εγκαθίσται σε μια μικρή καλύβα που έφτιαξε μόνος του, στις όχθες της λίμνης Walden. Ζει εκεί για δύο χρόνια, με ελάχιστα μέσα και κρατάει σημειώσεις για την εμπειρία του, που αργότερα θα αποτελέσουν το υλικό για το βιβλίο του “Walden ή Η ζωή στο δάσος“ (Εκδόσεις Κέδρος). Το βιβλίο αυτό ενέπνευσε τον ήρωα της ταινίας "Into the Wild" να ξεκινήσει την μοιραία περιπέτεια του.
Ανάμεσα σε μακροσκελείς περιγραφές, πλήρεις φυσιολατρικού λυρισμού, ανακαλύπτει κανείς διάσπαρτες λαμπρές σκέψεις του συγγραφέα. Εάν ενάμισυ αιώνα πριν οι προβληματισμοί του Θορώ όσον αφορά τις παρενέργειες του βιομηχανικού-καπιταλιστικού κόσμου που τότε έπαιρνε σχήμα, ήταν διορατικοί -αν όχι προφητικοί- σήμερα η αντιμετώπιση τους είναι θέμα επιβίωσης. Επιβίωσης του πλανήτη από την ανθρώπινη απληστία, επιβίωσης του είδους από την αυτοκαταστροφική του υστερία και τέλος επιβίωσης της τωρινής, αλλά κυρίως των επόμενων γεννεών, από την κατάθλιψη στην οποία μέρα τη μέρα βαθύτερα βουλιάζουμε.
Σαν αναγνώστης στον 21ο αιώνα θα προτιμούσα οι συλλογισμοί αυτοί να ήταν περισσότερο ανεπτυγμένοι, κατά προτίμηση σε βάρος των πλεονάζοντων νατουραλιστικών περιγραφών. Αλλά ας μην είμαστε πλεονέκτες και ας ακούσουμε την προειδοποιητική φωνή από το παρελθόν.
Σταχυολογώ μερικά αποσπάσματα που βρήκα ιδιαίτερα ενδιαφέροντα:
- "Το κόστος του αντικειμένου δεν είναι παρά αυτό που εγώ ονομάζω "ποσό της ζωής" το οποίο απαιτείται ως αντάλλαγμα για το αντικείμενο αυτό". Στη συνέχεια υπολογίζει οτι για ένα μέτριο σπίτι στη γειτονιά του (που τότε στοίχιζε 800 δολάρια), ένας εργάτης θα χρειαστεί να "ξοδέψει" τουλάχιστον την μισή του ζωή δουλεύοντας για να το αγοράσει.
Να ένας ενδιαφέρων τρόπος να υπολογίσουμε πόσο μας στοιχίζει η αγορά ενός αντικειμένου. Υπολογίζοντας τον αναντικατάστατο χρόνο πολύτιμης ζωής που θα απαιτηθεί να σπαταλήσουμε δουλεύοντας ώστε να συγκεντρώσουμε τα χρήματα για να το αποκτήσουμε, ίσως να έχουμε καλύτερη αντίληψη του αν το συγκεκριμένο αντικείμενο αξίζει τον κόπο (και τον χρόνο).
- «Ποτέ δεν είναι αργά για να αποτινάξουμε τις προκαταλήψεις μας. Κανένας τρόπος σκέψης ή πραξης, όσο αρχαίος και αν είναι, δεν μπορεί να είναι αξιόπιστος χωρίς αποδείξεις. [...] Εκείνο που οι γέροι σου λένε πως δεν μπορείς να κάνεις, μόλις προσπαθήσεις, ανακαλύπτεις πως μπορείς.»
- «Οι περισσότερες από τις πολυτέλειες και πολλές από τις λεγόμενες ανέσεις όχι μόνο δεν είναι αναντικατάστατες, αλλά αποτελούν και εμπόδια στην εξύψωση του ανθρώπου. Στην ιστορία του ανθρώπου, η ζωή των σοφότερων ήταν πάντα πιο απλή και πιο λιτή ακόμα και από τους πιο φτωχούς. [...]
Κανείς δεν μπορεί να γίνει αντικειμενικός και σοφός στοχαστής της ανθρώπινης ζωής παρά μόνο από το παρατηρητήριο το οποίο θα μπορούσαμε να ονομάσουμε ‘εθελουσία ένδεια’. [...]
Μπορεί να υπάρχουν σήμερα καθηγητές φιλοσοφίας, όμως δεν υπάρχουν φιλόσοφοι.»
- «Σκέφτομαι ακόμα εκείνη την τάξη τη φαινομενικά πλούσια, που όμως στην πραγματικότητα είναι η πιο φτωχή απ' όλες: την τάξη που την αποτελούν οι άνθρωποι εκείνοι που έχουν συσσωρεύσει άχρηστα πράγματα, που όμως δεν ξέρουν πώς να τα χρησιμοποιoύν, ούτε και μπορούν να τα ξεφορτωθούν, και με τον τρόπο αυτό σφυρηλατούν οι ίδιοι σιγά σιγά του κρίκους της χρυσής ή ασημένιας αλυσίδας που τους κρατά δεμένους.»
- «Μακροπρόθεσμα, ο άνθρπωπος δεν πετυχαίνει παρά εκείνο το οποίο έχει στοχεύσει. Καλά θα έκανε, επομένως, να στοχεύσει κάτι που βρίσκεται ψηλά, ακόμα και αν με την πρώτη αποτύχει.»
- «[...] επιθυμώ να υπάρχουν στον κόσμο όσο το δυνατόν περισσότεροι διαφορετικοί μεταξύ τους άνθρωποι. Θα ήθελα ο καθένας να ψάξει με μεγάλη προσοχή και να βρεί τον τρόπο με τον οποίο θα ήθελε να ζήσει εκείνος και όχι ο πατέρας του, η μητέρα του ή ο γείτονάς του.»
- «Πιστεύω πως ο λόγος που ζούμε μια τόσο ευτελή ζωή είναι ότι η αντίληψη μας δεν φτάνει κάτω από την επιφάνεια των πραγμάτων. Νομίζουμε πως ότι φαίνεται, αυτό είναι.»
- « Οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν μάθει να διαβάζουν μόνο για να χαλαρώνουν. Όμως για την ανάγνωση ως ευγενή διανοητική άσκηση γνωρίζουν ελάχιστα ή τίποτε. Κι όμως, αυτή μόνο είναι ανάγνωση με την υψηλή έννοια: όχι εκείνη που μας νανουρίζει, αλλά εκείνη που για να την πετύχουμε πρέπει να σταθούμε στα ακροδάκτυλα μας και να της αφιερώσουμε τις πιο δραστήριες και φωτισμένες ώρες μας. [...]
Οι περισσότεροι άνθρωποι [...] φυτοζωούν και χαραμίζουν τις πνευματικές τους ικανότητες σε αυτό που αποκαλείται ‘εύκολο διάβασμα’».
- « Με την ποταπή συνήθεια να θεωρούμε τη γη περιουσία, συνήθεια από την οποία δεν γλιτώνει κανείς μας, παραμορφώνουμε το περιβάλλον, υποβαθμίζουμε την γεωργία μαζί με τους εαυτούς μας. Δεν γνωρίζουμε τη Φύση παρά μόνο ως ληστές.»
- «Η Φύση δεν έχει κανέναν ανθρώπινο κάτοικο που να την εκτιμά στ’αλήθεια. Ευημερεί μόνο όταν όταν είναι μονάχη, μακριά από τα χωριά και τις πόλεις όπου κατοικούν οι άνθρωποι. Μιλάτε για τον παράδεισο, όμως ντροπιάζετε την γη.»
- « Μην αφήσεις τον βιοπορισμό να γίνει δουλειά, αλλά φρόντισε να είναι για σένα πάντα διασκέδαση. Απολάμβανε τη γη, χωρίς να την κατέχεις. Οι άνθρωποι είναι αυτό που είναι επειδή τους λείπουν η τόλμη και η πίστη:πουλάνε και αγοράζουν και περνούν τις ζωές τους σαν είλωτες. [...] Κάθε μέρα θα έπρεπε να γυρίζουμε σπίτια μας από μακρυά, από περιπέτειες και κινδύνους και νέες ανακαλύψεις, με νέες εμπειρίες και νέο χαρακτήρα.»
- «Βρίσκω μέσα μου ένα ένστικτο που με σπρώχνει προς την πνευματική ζωή και ένα άλλο που με σπρώχνει προς μια ζωή πρωτόγονη, οργιαστική και άγρια. Τα αντικρίζω και τα δύο με ευλάβεια.»
Ανάμεσα σε μακροσκελείς περιγραφές, πλήρεις φυσιολατρικού λυρισμού, ανακαλύπτει κανείς διάσπαρτες λαμπρές σκέψεις του συγγραφέα. Εάν ενάμισυ αιώνα πριν οι προβληματισμοί του Θορώ όσον αφορά τις παρενέργειες του βιομηχανικού-καπιταλιστικού κόσμου που τότε έπαιρνε σχήμα, ήταν διορατικοί -αν όχι προφητικοί- σήμερα η αντιμετώπιση τους είναι θέμα επιβίωσης. Επιβίωσης του πλανήτη από την ανθρώπινη απληστία, επιβίωσης του είδους από την αυτοκαταστροφική του υστερία και τέλος επιβίωσης της τωρινής, αλλά κυρίως των επόμενων γεννεών, από την κατάθλιψη στην οποία μέρα τη μέρα βαθύτερα βουλιάζουμε.
Σαν αναγνώστης στον 21ο αιώνα θα προτιμούσα οι συλλογισμοί αυτοί να ήταν περισσότερο ανεπτυγμένοι, κατά προτίμηση σε βάρος των πλεονάζοντων νατουραλιστικών περιγραφών. Αλλά ας μην είμαστε πλεονέκτες και ας ακούσουμε την προειδοποιητική φωνή από το παρελθόν.
Σταχυολογώ μερικά αποσπάσματα που βρήκα ιδιαίτερα ενδιαφέροντα:
- "Το κόστος του αντικειμένου δεν είναι παρά αυτό που εγώ ονομάζω "ποσό της ζωής" το οποίο απαιτείται ως αντάλλαγμα για το αντικείμενο αυτό". Στη συνέχεια υπολογίζει οτι για ένα μέτριο σπίτι στη γειτονιά του (που τότε στοίχιζε 800 δολάρια), ένας εργάτης θα χρειαστεί να "ξοδέψει" τουλάχιστον την μισή του ζωή δουλεύοντας για να το αγοράσει.
Να ένας ενδιαφέρων τρόπος να υπολογίσουμε πόσο μας στοιχίζει η αγορά ενός αντικειμένου. Υπολογίζοντας τον αναντικατάστατο χρόνο πολύτιμης ζωής που θα απαιτηθεί να σπαταλήσουμε δουλεύοντας ώστε να συγκεντρώσουμε τα χρήματα για να το αποκτήσουμε, ίσως να έχουμε καλύτερη αντίληψη του αν το συγκεκριμένο αντικείμενο αξίζει τον κόπο (και τον χρόνο).
- «Ποτέ δεν είναι αργά για να αποτινάξουμε τις προκαταλήψεις μας. Κανένας τρόπος σκέψης ή πραξης, όσο αρχαίος και αν είναι, δεν μπορεί να είναι αξιόπιστος χωρίς αποδείξεις. [...] Εκείνο που οι γέροι σου λένε πως δεν μπορείς να κάνεις, μόλις προσπαθήσεις, ανακαλύπτεις πως μπορείς.»
- «Οι περισσότερες από τις πολυτέλειες και πολλές από τις λεγόμενες ανέσεις όχι μόνο δεν είναι αναντικατάστατες, αλλά αποτελούν και εμπόδια στην εξύψωση του ανθρώπου. Στην ιστορία του ανθρώπου, η ζωή των σοφότερων ήταν πάντα πιο απλή και πιο λιτή ακόμα και από τους πιο φτωχούς. [...]
Κανείς δεν μπορεί να γίνει αντικειμενικός και σοφός στοχαστής της ανθρώπινης ζωής παρά μόνο από το παρατηρητήριο το οποίο θα μπορούσαμε να ονομάσουμε ‘εθελουσία ένδεια’. [...]
Μπορεί να υπάρχουν σήμερα καθηγητές φιλοσοφίας, όμως δεν υπάρχουν φιλόσοφοι.»
- «Σκέφτομαι ακόμα εκείνη την τάξη τη φαινομενικά πλούσια, που όμως στην πραγματικότητα είναι η πιο φτωχή απ' όλες: την τάξη που την αποτελούν οι άνθρωποι εκείνοι που έχουν συσσωρεύσει άχρηστα πράγματα, που όμως δεν ξέρουν πώς να τα χρησιμοποιoύν, ούτε και μπορούν να τα ξεφορτωθούν, και με τον τρόπο αυτό σφυρηλατούν οι ίδιοι σιγά σιγά του κρίκους της χρυσής ή ασημένιας αλυσίδας που τους κρατά δεμένους.»
- «Μακροπρόθεσμα, ο άνθρπωπος δεν πετυχαίνει παρά εκείνο το οποίο έχει στοχεύσει. Καλά θα έκανε, επομένως, να στοχεύσει κάτι που βρίσκεται ψηλά, ακόμα και αν με την πρώτη αποτύχει.»
- «[...] επιθυμώ να υπάρχουν στον κόσμο όσο το δυνατόν περισσότεροι διαφορετικοί μεταξύ τους άνθρωποι. Θα ήθελα ο καθένας να ψάξει με μεγάλη προσοχή και να βρεί τον τρόπο με τον οποίο θα ήθελε να ζήσει εκείνος και όχι ο πατέρας του, η μητέρα του ή ο γείτονάς του.»
- «Πιστεύω πως ο λόγος που ζούμε μια τόσο ευτελή ζωή είναι ότι η αντίληψη μας δεν φτάνει κάτω από την επιφάνεια των πραγμάτων. Νομίζουμε πως ότι φαίνεται, αυτό είναι.»
- « Οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν μάθει να διαβάζουν μόνο για να χαλαρώνουν. Όμως για την ανάγνωση ως ευγενή διανοητική άσκηση γνωρίζουν ελάχιστα ή τίποτε. Κι όμως, αυτή μόνο είναι ανάγνωση με την υψηλή έννοια: όχι εκείνη που μας νανουρίζει, αλλά εκείνη που για να την πετύχουμε πρέπει να σταθούμε στα ακροδάκτυλα μας και να της αφιερώσουμε τις πιο δραστήριες και φωτισμένες ώρες μας. [...]
Οι περισσότεροι άνθρωποι [...] φυτοζωούν και χαραμίζουν τις πνευματικές τους ικανότητες σε αυτό που αποκαλείται ‘εύκολο διάβασμα’».
- « Με την ποταπή συνήθεια να θεωρούμε τη γη περιουσία, συνήθεια από την οποία δεν γλιτώνει κανείς μας, παραμορφώνουμε το περιβάλλον, υποβαθμίζουμε την γεωργία μαζί με τους εαυτούς μας. Δεν γνωρίζουμε τη Φύση παρά μόνο ως ληστές.»
- «Η Φύση δεν έχει κανέναν ανθρώπινο κάτοικο που να την εκτιμά στ’αλήθεια. Ευημερεί μόνο όταν όταν είναι μονάχη, μακριά από τα χωριά και τις πόλεις όπου κατοικούν οι άνθρωποι. Μιλάτε για τον παράδεισο, όμως ντροπιάζετε την γη.»
- « Μην αφήσεις τον βιοπορισμό να γίνει δουλειά, αλλά φρόντισε να είναι για σένα πάντα διασκέδαση. Απολάμβανε τη γη, χωρίς να την κατέχεις. Οι άνθρωποι είναι αυτό που είναι επειδή τους λείπουν η τόλμη και η πίστη:πουλάνε και αγοράζουν και περνούν τις ζωές τους σαν είλωτες. [...] Κάθε μέρα θα έπρεπε να γυρίζουμε σπίτια μας από μακρυά, από περιπέτειες και κινδύνους και νέες ανακαλύψεις, με νέες εμπειρίες και νέο χαρακτήρα.»
- «Βρίσκω μέσα μου ένα ένστικτο που με σπρώχνει προς την πνευματική ζωή και ένα άλλο που με σπρώχνει προς μια ζωή πρωτόγονη, οργιαστική και άγρια. Τα αντικρίζω και τα δύο με ευλάβεια.»
Subscribe to:
Posts (Atom)
















