Friday, February 6, 2015
Van Gogh and Vivian Maier
I have seen people weeping when overwhelmed by the power of a work of art. I wish I had this kind of sensitivity, but I don't. When I burst into tears, it is because of human beings and their tragic destinies.
One of the most heartbreaking stories among artists is the one of Vincent van Gogh. The painter whose name became almost a synonym for his art, a cursed soul that has been struggling between genius and insanity (I am not strictly speaking mad, for my mind is absolutely normal in the intervals, and even more so than before. But during the attacks it is terrible—and then I lose consciousness of everything. But that spurs me on to work and to seriousness, as a miner who is always in danger makes haste in what he does, he wrote [1]), with a feverish talent that distinguished him from anyone before or after, this person so desperate for recognition as anyone involved in creative activities can be, died without having sold any of his works, that later would be globally considered as masterpieces.
Vincent was thirty-seven [when he shot himself]. The abbot in Auvers refused to allow a funeral service in his church. Van Gogh was foreign and Protestant and a suicide.
So Theo (his brother) bought a plot in a new cemetery on a barren plateau above the town, a distance from the church. Vincent was in his element, among the wheat fields, under the sun and stars, an outlier, as always. [1]
By a strange coincidence it was in Amsterdam (at FOAM), a few hundreds of meters away from the van Gogh Museum, that I saw the exhibition of Vivian Maier, a photographer with a similar fate:
Vivian Maier (New York, 1926 - 2009) worked as a professional nanny throughout her life. In her free time, she documented life in large American cities such as New York and Chicago, although no one in her immediate circle ever saw the results. She left behind an imposing body of work, consisting of 100,000 negatives. Its quality can be compared to that of famed contemporaries like Joel Sternfeld, Joel Meyerowitz, Elliot Erwitt and Garry Winogrand. [...]
In 1951 she became a nanny, work she continued to do for the rest of her life. Those who were acquainted with her characterised Maier as extremely intelligent, eccentric, curious and a free spirit. She documented all that caught her attention, in photos as well as sound and motion pictures. On the street she was fairly inconspicuous: she wore a hat, a long dress, a woollen coat and men's shoes, and she never left the house without a camera around her neck. [2]
Although, it seems, Vivian Maier had not received any formal education on Art or Photography, with my modest knowledge on the topic, I can say that her work is comparable to those of the legends of street photography.
In the 1990's, because of financial problems, she had to stop taking photographs. Her photo archive with the rest of her possessions were auctioned because she could not afford to pay her rent.
In 2008 Maier suffered a nasty fall on the ice in Chicago and died in April 2009. She left behind an immense photographic archive. [2]
The work of V.M can be seen at: www.vivianmaier.com
But then again, Vivian Maier was blessed like those glorious few, who manage to spend most of their lives doing what they love the most.
Real artists paint things not as they are, but as they feel them.
Vincent
[1] http://www.nybooks.com/articles/archives/2015/feb/05/van-gogh-courage-and-cunning/?insrc=whc
[2] www.foam.com, from the catalogue of the exhibition
Ξερόλες και Μαϊντανοί
Ξερόλες, καθώς φαίνεται, υπήρχαν παντού και πάντα και σε αυτούς θα πρέπει να αναφερόταν ο M. de Montaigne στα μνημειώδη Δοκίμια του, όταν έγραφε:
"Για να μαθαίνω πάντα κάτι από την επαφή μου με τους άλλους, ακολουθώ την εξής τακτική: ανακαλώ εκείνους με τους οποίους κουβεντιάζω τα θέματα που γνωρίζουν καλύτερα.
Αρκεί στον τιμονιέρη για τους αέρηδες να κουβεντιάζει,
στον αγρότη για τα ταυριά του,
για τις πληγές του κάνει λόγο ο πολεμιστής, για τα κοπάδια του ο βοσκός.
Γιατί το αντίθετο συμβαίνει συνηθέστερα:ο καθένας διαλέγει μάλλον να πολυλογεί για το επάγγελμα κάποιου άλλου παρά για το δικό του, θεωρώντας ότι αποκτάει έτσι καινούργια φήμη." [*]
Πέντε αιώνες αργότερα, στην εποχή της κυριαρχίας των media, η συμβουλή του συνιστά μια οξυδερκή μέθοδο άμυνας απέναντι στους μαϊντανούς της τηλεόρασης, των εφημερίδων και του facebook. Προσωπικά αντιμετωπίζω με μεγάλο σκεπτικισμό εκείνους τους επώνυμους που καταχρώμενοι το κύρος ή την διασημότητα τους, τοποθετούνται επί παντώς επιστητού και συνήθως επί ζητημάτων που αγνοούν. Το ότι κάποιος κλωτσάει καλά μια μπάλα, συνθέτει όμορφα τραγούδια, ή έχει υπήρξε όμορφος/η στο παρελθόν δεν τον καθιστά ειδήμονα στα οικονομικά, την εξωτερική πολιτική ή τις διεθνείς σχέσεις. Δυστυχώς, πολύ συχνά, τέτοιοι άνθρωποι διαμορφώνουν την κοινή γνώμη.
[*] M. de Montaigne, Δοκίμια, Βιβλίο Πρώτο, Κεφ. 17, εκδ. Εστίας
Thursday, February 5, 2015
Σύνεση στη Μάχη
Η σύγκρουση είναι αναπόφευκτη. Η σφοδρότητα της θα φανεί σύντομα. Και οι σκέψεις του M. de Montaigne, από το μακρυνό 16ο αι. γίνονται επίκαιρες:
Η ανδρεία έχει τα όρια της όπως και οι άλλες αρετές, τα οποία όταν υπερπηδηθούν, περνούμε στην οδό της φαυλότητας, έτσι που, μέσω της ανδρείας μπορεί να φτάσουμε στην αποκοτιά, στην επιμονή και στον παραλογισμό, αν δεν ξέρουμε καλά τα συνορά της, δύσκολα πράγματι να διακριθούν οι εσχατιές τους. Ας μην το λησμονούν αυτό οι αδύναμοι.
Οι ισχυροί δε, έχουν [...] τόσο μεγάλη ιδέα για τον εαυτό τους, ώστε [...] ξεπαστρεύουν με το σπαθί τους τους πάντες, όπου βρουν αντίσταση•πράγμα που βλέπει κανείς στους τύπους κλήτευσης και πρόκλησης, περήφανης, αλαζονικής και γεμάτης βαρβαρώδη αυταρχισμό, που συνηθίζουν οι οι ηγεμόνες... [*]
Αν ο σκοπός δεν είναι η εξόντωση, ας αντισταθούν οι σύγχρονοι ηγεμόνες στους πειρασμούς αυτούς.
[*] M. de Montaigne, Δοκίμια, Βιβλίο Πρώτο, Κεφάλαιο 16, εκδ. Εστίας
Friday, January 30, 2015
"Ιδιοκτησία και Ιδιόχρηση"
Ενώ περίμενα με τα μπαγκάζια μου το λεωφορείο για το αεροδρόμιο στη στάση της Γλυφάδας, ένας ταξιτζής σταμάτησε μπροστά μου και με ρώτησε αν ήθελα να με μεταφέρει με 10 ευρώ. Η προσφορά ήταν δελεαστική -θα αποδεικνυόταν και άκρως διδακτική- και δέχθηκα.
Μου εξήγησε ότι πήγαινε εκεί έτσι και αλλιώς, οπότε τον συνέφερε να με πάρει έστω και με τόσο χαμηλό κόμιστρο. Ικανοποιημένος από τη συμφέρουσα συμφωνία και ανακουφισμένος γιατί θα έφθανα εγκαίρως στον προορισμό μου, βολεύτηκα στο πίσω κάθισμα και απολάμβανα τη διαδρομή στην ηλιόλουστη παραλιακή.
Κάπου μεταξύ Βούλας και Βάρης η σωφεράτζα μας "έφαγε" ένα κόκκινο φανάρι περνώντας με ιλιγγιώδη ταχύτητα και τότε διαταράχθηκε αμετάκλητα η ηρεμία μου. Αφού με καθησύχασε για την ασφάλεια μου, διηγήθηκε μια πρόσφατη περιπέτειά του στο ίδιο σημείο:
Είχε περάσει και πάλι με κόκκινο αλλά τον κυνήγισε ένα περιπολικό που παραμόνευε στη γωνία. Τα λόγια του προς τους αστυνομικούς, περίπου τα εξής "Αντί να μας προστατέυετε, στήνετε καραούλι για να μας παγιδεύσετε. Σα δε ντρέπεστε!", προκάλεσαν την οργισμένη αντίδραση τους. Του πήραν το δίπλωμα για 60 ημέρες. Ο φίλος μας όμως δεν πτοήθηκε. "Στα τέτοια μου, δούλευα χωρίς δίπλωμα" μου εκμυστηρεύθηκε. Δεν διευκρίνησε αν του είχε επιστραφεί στο μεταξύ ή είχε μετατραπεί σε επαναστάτη της ασφάλτου.
Κοινωνικός επαναστάτης, πάντως, ήταν σίγουρα όπως θα διαπίστωνα στη συνέχεια. Περνούσαμε από τις χασαποταβέρνες, στα Βλάχικα, όταν χτύπισε το κινητό του. Απάντησε αλλά, καθώς φαίνεται, δεν άκουγε τίποτα. Κοίταξε το καντράν, ύστερα το ρολόι του και οργισμένος μου εξήγησε ότι τον καλούν καθημερινά την ίδια ώρα χωρίς να του μιλάνε. "Τώρα θα δεις!"
Με το δεξί του χέρι να κρατά το τηλέφωνο και το αριστερό, εκ περιτροπής το τιμόνι και το λεβιέ ταχυτήτων, περίμενενε υπομονετικά να του απαντήσουν:
-Μου τηλεφωνήσατε;
-...
-Με πήρατε τηλέφωνο πριν από λίγο [με προοδευτικά αυξανόμενη ένταση φωνής]
-...
-Τι πως με λένε, εσείς δε μου τηλεφωνήσατε;
-...
-Είστε από την τράπεζα;
-...
-Από την τράπεζα δεν είσαστε;
-...
-Ε, αντε να γαμηθείτε!! [ουρλιάζοντας]
Ύστερα, προς μεγάλη μου ανακούφιση, ξανάπιασε το τιμόνι με τα δυο χέρια και μου αφηγήθηκε την ιστορία πίσω από το τηλεφώνημα:
"Οι τσιγγάνοι μου άνοιξαν τα μάτια! Πήγαιναν στις τράπεζες και έπαιρναν δάνεια σχεδόν χωρίς χαρτιά. Τότε κατάλαβα ότι αυτά τα δάνεια δεν θα επιστρέφονταν ποτέ. Έτσι πήγα και τους πήρα 70.000 ευρώ".
Δεν τολμούσα να τον διακόψω, δεν έκανα το παραμικρό σχόλιο, καταλάβαινα ότι η διαδρομή με το ταξί εξελισσόταν σε ανεκτίμητο ανθρωπολογικό και κοινωνιολογικό μάθημα.
"Φίλε μου για ένα πράγμα είμαι περήφανος στη ζωή μου. Τους τα πήρα και δεν μπήκα ποτέ στη διαδικασία να πληρώσω ούτε μια δόση...".
Ύστερα μου αποκάλυψε το ιδεολογικό... "Μόνο εκείνοι θα παίρνουν τα σπίτια του κοσμάκη; Ας χάσουν και αυτοί από κάποιον" και το θεωρητικό του έρεισμα: "Και ξέρεις πως τα σκέφτηκα όλα αυτά; Ο μεγάλος Ανδρέας Παπανδρέου είχε πει κάποτε μια σοφή κουβέντα που μου πήρε πολύ καιρό να καταλάβω -Το μέλλον δεν είναι η ιδιοκτησία αλλά η ιδιόχρηση. Γι'αυτό δεν θα πάρουν δεκάρα τσακιστή από μένα!"
Είχα μείνει άφωνος από την ακαταμάχητη τεκμηρίωση, μετά βίας ψέλισα μερικά λόγια θαυμασμού για τα επιτεύγματά του ελπίζοντας να συνεχίσει, αλλά δυστυχώς δεν έμενε πολύς χρόνος για περαιτέρω αποκαλύψεις.
Πόση σύγχρονη Ελλάδα χωράει σε ένα σαραβαλιασμένο ταξί, σκέφτηκα κοιτάζοντας το βραχώδες αττικό τοπίο από το φινιστρίνι του αεροπλάνου.
Saturday, January 10, 2015
Η Άρνηση της Εφηβείας
Ο Ερνέστο Σάμπατο, από την μακρυνή -αλλά εσχάτως πολυσυζητημένη- Αργεντινή, είχε γράψει:
"Η ωριμότητα αρχίζει όταν οι πιό λαμπρές συνειδήσεις αντιληφθούν πως η απόλυτη τελειότητα με την οποία πίστευαν ότι είναι προικισμένη η πατρίδα τους -όπως και η μητέρα τους- δεν είναι τόσο απόλυτη ούτε τόσο τέλεια• και ότι, όπως και σε άλλους λαούς, όπως σε όλους τους λαούς, οι αρετές της είναι συνδεδεμένες με τις ατέλειες της, ατέλειες για τις οποίες οι τίμιοι άνθρωποι νιώθουν ενοχή και ντροπή." [1]
Δεν είναι μόνο η εκτίμηση για τον σπουδαίο αργεντίνο συγγραφέα, αλλά κυρίως οι παράλληλες τροχιές της χώρας του και της δικής μας (η εναλλαγή δικτατοριών και δημοκρατιών διαβρωμένων από λαΪκισμό, οι χρεοκοπίες) που καθιστούν τη συγκεκριμένη σκέψη ένα ενδιαφέρον πρίσμα, μέσα από το οποίο να επιχειρηθεί μια ανάλυση της "συλλογικής νεο-ελληνικής ψυχής".
Προϋπόθεση, λοιπόν, για την ωρίμανση αποτελεί η κριτική στάση, εν ανάγκη και η μερική ρήξη, απέναντι στο παρελθόν -πρόσφατο και απώτερο, εθνικό και οικογενειακό- αντί της δογματικής εξιδανίκευσης του. Η φάση της ζωής, κατά την οποία κατ'εξοχήν εγείρεται (ή θα έπρεπε) μια τέτοια αμφισβήτηση, είναι η εφηβεία. Τότε είναι που το νεαρό άτομο, ορμώμενο από την ενστικτώδη ανάγκη να αναζητήσει τη δική του ουσία, επαναστατεί ενάντια στη μορφή που του επιβάλλεται και έχει την ευκαιρία να νοιώσει "ενοχή και ντροπή" για τις ατέλειες της. Ο δρόμος προς την ωριμότητα, ατόμων και κοινωνιών, περνά μέσα από το επαναστατικό πνεύμα της Εφηβείας.
Το 1928, ένας άλλος σπουδαίος στοχαστής, ο Βάλτερ Μπέντζαμιν έγραφε:
"...αυτό που ποτέ πια δεν επανορθώνεται είναι: το να'χεις παραλείψει να το σκάσεις από τους γονείς σου. Από σαρανταοκτώ ώρες έκθεση στην ανασφάλεια στην ηλικία αυτή ξεπηδά συμπυκνωμένη σαν αλκαλικό κρύσταλλο μέσα στο αλκαλικό διάλυμα η ευτυχία της ζωής." [2]
Αυτή η απόδραση από τους γονείς (φυσικούς ή συμβολικούς, π.χ το μεγαλείο των προγόνων) και όσα συμβαίνουν τότε στο μυαλό και την ψυχή του δραπέτη, είναι η ουσία της εφηβείας και ο μόνος τρόπος να αναζήτησει κανείς -πριν να είναι πολύ αργά- την εσωτερική του αλήθεια.
Τα παραπάνω συνδέονται με τα δικά μας, με την διαπίστωση ότι η κοινωνία μας απεχθάνεται και πασχίζει να αποτρέψει αυτή τη διαδικασία χειραφέτησης. Το όνειρο της ελληνικής οικογένειας είναι να κρατήσει τα παιδιά κοντά της για πάντα, να τα διαμορφώσει σε πιστά της αντίγραφά με όμοιες αντιλήψεις - πολιτικές, θρησκευτικές, κλπ-, ίδιες αξίες και πρότυπα ζωής, την ίδια κοσμοαντίληψη ακόμα και με το ίδιο επάγγελμα. Οι γονείς αντιλαμβάνονται το παιδί τους, όχι σαν άτομο ελεύθερο που ωφείλουν να βοηθίσουν να αναζητήσει τον προορισμό του και να ανοίξει τα φτερά του για να τον κατακτήσει, αλλά σαν συνεχιστή της δικής τους πορείας. Κατ'αναλογία, η ευρύτερη οικογένεια -η κοινωνία- εκδηλώνει την πεισματική της άρνηση να μετακινηθεί και να εξελιχθεί εμποδίζοντας τα νεότερα μέλη της να την αμφισβητήσουν. Αυτή την άρνηση εξυπηρετεί η διδασκαλία (ευχάριστων) εθνικών μύθων αντί για Ιστορία (με τις οδυνηρές σκιές της) στο σχολείο, η βαρύνουσα άποψη που αναγνωρίζουμε στην Εκκλησία (κατ'εξοχήν φορέα συντηρητισμού και εκφραστή της παράδοσης) σε κοινωνικά ζητήματα και θέματα Παιδείας, η καχυποψία έναντι οποιουδήποτε μας προτρέπει να αναθεωρήσουμε (βλ. τη δημοφιλή έκφραση "και ποιός είναι αυτός που θα μου πει..."), η απροθυμία για αυτοκριτική, συνέπεια της οποίας είναι η διαρκής μετάθεση ευθυνών προς σκοτεινές δυνάμεις, η αντιδραση σε κάθε αλλαγή ακόμα και όταν βιώνουμε την απόλυτη αποτυχία.
Ο πόθος μας να διατηρηθεί αλώβητη η πίστη στην "απόλυτη τελειότητα" μητέρας και πατρίδας αφοπλίζει την επαναστατικότητα της Εφηβείας μας. Δυστυχώς, δίχως αυτήν, η Ωριμότητα είναι αδύνατη και η μόνη η δυνατότητα κίνησης που απομένει είναι η μετάβαση από την αφελή παιδικότητα προς τα ξεμωραμένα γηρατειά.
[1] Η Εποχή μας, Εποχή της Περιφρόνησης - Μια πολύπλοκη Ύπαρξη, Εννέα Δοκίμια, Εκδ. Εικοστού Πρώτου
[2] Μονόδρομος, Εκδ. Άγρα
Wednesday, June 25, 2014
Προπαγάνδα και ατομική ελευθερία στον Θαυμαστό Καινούργιο Κόσμο
Όταν στις αρχές της δεκαετίας του ’30 ο Άλντους Χάξλευ έγραφε τον Θαυμαστό Καινούργιο Κόσμο (Brave New World) του, που τον τοποθετούσε μερικούς αιώνες μ.Φ (μετά Φορντ), δεν φανταζόταν ότι πολλές από τις δυστοπικές προφητείες του θα εκπληρώνονταν μέσα λίγα χρόνια. Η πρώιμη επαλήθευση των προβλέψεων του τον οδήγησε να γράψει στα τέλη της δεκαετίας του ’50 τον Αναθεωρημένο Θαυμαστό Καινούργιο Κόσμο (Revisited Brave New World), μια συλλογή δοκιμίων στα οποία αναλύει τα φαινόμενα που οδηγούν ταχύτατα στην κατάσταση ατομικής ανελευθερίας που κυριαρχεί στο μυθιστόρημά του: υπερπληθυσμός, υπερ-οργάνωση, προπαγάνδα, έλεγχος της διάθεσης με χημικά μέσα κλπ.
Στο κεφάλαιο, το σχετικό με την προπαγάνδα στις δημοκρατίες, αναφέρει:
[…] Οι πρώτοι υπερασπιστές της ελευθερίας του Τύπου είχαν προβλέψει δυό μόνο ενδεχόμενα: η προπαγάνδα να είναι αληθής ή ψευδής. Δεν προέβλεψαν αυτό που τελικά συνέβει σε όλες τις δυτικές καπιταλιστικές δημοκρατίες: την ανάπτυξη μιας τεράστιας βιομηχανίας μαζικής επικοινωνίας, που δεν ασχολείται με την αλήθεια ή το ψέμα, αλλά με το άσχετο. Δεν εκτίμησαν, δηλαδή, την ακόρεστη επιθυμία του ανθρώπου για περισπασμούς.
[...]
Οι εφημερίδες, το ραδιόφωνο, η τηλεόραση και ο κινηματογράφος (δεν είχαν εφευρεθεί ακόμα το ίντερνετ, το facebook και το candy crush...) προσφέρουν έναν αδιάκοπο περισπάσμό που εμποδίζει τους ανθρώπους να εστιάσουν στην κοινωνική και την πολιτική πραγματικότητα.
Η ψυχαγωγία και η θρησκεία μοιάζουν ως προς το ότι δεν αναφέρονται σ’αυτόν, τον πραγματικό κόσμο. Είναι και οι δύο περισπασμοί, που αν τους βιώνει κανείς αδιάκοπα, μπορούν να γίνουν «το όπιο του λαού» και επομένως απειλή για την ελευθερία.
Μόνο όσοι βρίσκονται σε εγρήγορση μπορούν να διατηρήσουν τις ελευθερίες τους και μόνο όσοι εστιάζουν διαρκώς στην πραγματικότητα μπορούν να κυβερνήσουν εαυτούς αποτελεσματικά και με δημοκρατικές διαδικασίες. Μια κοινωνία, της οποίας τα περισσότερα μέλη περνούν τον περισσότερο χρόνο τους, όχι στο εδώ και το τώρα, αλλά κάπου αλλού, στους άσχετους κόσμους των σπορ, της σαπουνόπερας, των μυθολογικών και μεταφυσικών φαντασιώσεων, θα δυσκολευθεί να αντισταθεί σε εκείνους που επιδιώκουν να την χειραγωγήσουν και να την ελέγξουν. [...]
-Στη συνέχεια, αναφερόμενος στην προπαγάνδα σε καθεστώς δικτατορίας, γράφει:
[...]Ο Χίτλερ σεβόταν βαθειά την καθολική Εκκλησία, όχι εξαιτίας του χριστιανικού δόγματος, αλλά για τον «μηχανισμό» που έχει αναπτύξει και ελέγχει, το ιεραρχικό σύστημα, την έξυπνη τακτική, την γνώση της ανθρώπινης φύσης και την ευφυή εκμετάλευση των ανθρωπίνων αδυναμιών ώστε να κυριαρχεί στους πιστούς.
Η εκκλησιαστική οργάνωση χωρίς Χριστιανισμό, όχι στο όνομα του Θεού ή για την προσωπική σωτηρία, αλλά στο όνομα του Κράτους με σκοπό τη δόξα και την εξουσία του δημαγωγού που γίνεται Ηγέτης.[...]
Ο Χάξλευ είχε αντιληφθεί, εν τη γεννέση τους σχεδόν, τόσο την πανίσχυρη δράση του περισπασμού όσο και την αποχαύνωση που μπορούν να προκαλέσουν τα σύγχρονα μέσα επικοινωνίας και πόσο αποτελεσματικά μπορούν να αξιοποιηθούν για τη χειραγώγηση των μαζών: δεν είναι απαραίτητα τα χονδροκομμένα ψέματα για να αποκοπεί ο λαός από την πραγματικότητα• μια πυκνή ομίχλη ανούσιας πληροφορίας και ένας καταιγισμός ασημαντολογίας το επιτυγχάνουν αποτελεσματικότερα.
Συχνά συγκρίνεται ο "Θαυμαστός Καινούργιος Κόσμος" με το "1984" του Όργουελ. Ο χρόνος φαίνεται να δικαιώνει τους φόβους Χάλξευ. Ο χαοτικός και πολυπληθής κόσμος μας ελέγχεται ευκολότερα με την γλυκιά χαύνωση των θεαμάτων και των αντικαταθληπτικών (soma αποκαλεί στο βιβλίο του το θαυματουργό χάπι που φτιάχνει τη διάθεση στη στιγμή) από ότι με το άγρυπνο μάτι και την σιδηρά πειθαρχία του Μεγάλου Αδερφού. Η ενθουσιώδης προθυμία με την οποία ο άνθρωπος των social media δημοσιοποιεί σχεδόν κάθε λεπτομέρεια της προσωπικής του ζωής- τι τρώει, τι πίνει, που συχνάζει και πότε, τις πολιτικές απόψεις του, τι διαβάζει, τι μουσική ακούει, ποιές ταινίες βλέπει, τι ψηφίζει, την αισθηματική και οικογενειακή του κατάσταση, τα γούστα και τις προτιμήσεις του, τις αντιπάθειες του, συχνά συνοδευόμενα από αδιάσειστες αποδείξεις (φωτογραφίες, βίντεο κλπ)- αποδεικνύει πόσο δίκιο είχε ο Χάξλευ όταν έγραφε σε επιστολή του προς τον Όργουελ σχολιάζοντας το "1984":
«Ο πόθος για εξουσία μπορεί να δικαιωθεί κάνοντας τους ανθρώπους να αγαπήσουν την υποταγή τους αντί να αναγκάζονται στην υπακοή δια της βίας».
Sunday, March 16, 2014
Οι Έλληνες συζητούν
Αντιγράφω την αντιγραφή του Χωμενίδη:
«... Για να συζητήσουν οι Έλληνες πρέπει να διαιρεθούν σε παρατάξεις... Την έλλειψη αληθινής πνευματικής ανάπτυξης φανερώνει καλά και η έλλειψη ανοχής και ψυχραιμίας που χαρακτηρίζει σχεδόν πάντα τις συζητήσεις... Δεν κατορθώνουν να πιστέψουν οι Έλληνες ότι ένας άνθρωπος που σκέπτεται διαφορετικά από αυτούς μπορεί να είναι πολύ άξιος, πολύ έντιμος και πολύ χρήσιμος άνθρωπος. Όταν εκδηλωθεί μια διαφωνία, η πρώτη δουλειά των Ελλήνων είναι να αρνηθούν ολότελα τη σημασία του αντιπάλου... Οι φανατικοί των ιδεών, εθνικιστές και μαρξιστές, καταχτούν πολύ εύκολα αυτά τα παιδιά, με μερικές απλές φόρμουλες, διατυπωμένες στη γλώσσα του δημοτικού σχολείου, που εξηγούν μονομιάς το μυστήριο της ανθρωπότητας. Έτσι αναπτύσσεται η Ελλάδα... »
ΓΙΩΡΓΟΣ ΘΕΟΤΟΚΑΣ, 1929
Saturday, March 8, 2014
Το νέο κόμμα
Από το συγκλονιστικό φθινώπορο του 2009, όταν χάσαμε τη γη κάτω από το πόδια μας, έχουν περάσει πια 4,5 χρόνια, διάστημα ικανό για μια ανασκόπηση του πως η οικονομική κατάρρευση επηρέασε το πολιτικό σκηνικό της χώρας.
Στα χρόνια αυτά συντελείται ο κατακερματισμός του παραδοσιακού δικομματισμού της μεταπολίτευσης. Η ΝΔ είναι ευτυχής με ένα ποσοστό που αντιστοιχεί στο μισό του πρόσφατου παρελθόντος και το ΠΑΣΟΚ έχει σχεδόν αφανιστεί. Το εκκολαπτώμενο δίπολο ΝΔ-ΣΥΡΙΖΑ με δυσκολία προσεγγίζει αθροιστικά το 40%, που ωχριά σε σχέση με το 80 και βάλε που χτυπούσαν οι γαλαζοπράσινοι στους καλούς καιρούς. Από τη συρρίκνωση αυτή ωφελήθηκαν σχήματα που είτε φυτοζωούσαν (Χ.Α), είτε προέκυψαν στην πορεία (ΑΝΕΛ, ΔΗΜΑΡ), και ενθαρρύνθηκε η δημιουργία νέων κομμάτων ή/και κινημάτων (Δημιουργία Ξανά, Δράση, «58», Ποτάμι κλπ.)
Η διαδικασία της πολυδιάσπασης, αν και δυσκολεύει το σχηματισμό σταθερής κυβέρνησης, είναι μια θετική εξέλιξη: εφόσον συμφωνούμε (οι περισσότεροι τουλάχιστον) ότι το σύστημα που διαμορφώθηκε στα 40 χρόνια της Μεταπολίτευσης εκτροχιάστηκε και οδήγησε τη χώρα στον όλεθρο, η αντικατάστασή του από κάτι νέο είναι επιτακτική. Στην περίοδο της παντοδυναμίας του, ο δικομματισμός είχε τη δύναμη να φιλτράρει εξελίξεις και πρόσωπα, καθορίζοντας τους πρωταγωνιστές της κεντρικής πολιτικής σκηνής. Κανένα πρόσωπο, όσο ικανό και αν ήταν, δεν είχε πιθανότητα να ακουστεί, παρά μόνο μέσα από τα γαλάζια ή πράσινα κανάλια (κομματικά ή τηλεοπτικά). Διάφοροι μηχανισμοί που ονομάστηκαν «κομματική πειθαρχία» ή «πολιτικό κόστος» επιστρατεύτηκαν ώστε οι όποιοι ικανοί, είτε να μετατραπούν και αυτοί σε πιόνια, είτε να περιθωριοποιηθούν.
Το ενδεχόμενο τα παραδοσιακά κόμματα εξουσίας να αυτοδιορθωθούν, αν και δεν μπορεί να αποκλειστεί, μοιάζει απίθανο: η αντίληψη τους περί άσκησης πολιτικής φαίνεται να έχει περάσει στο γονίδιο τους. Και αν ακόμα κατόρθωναν την υπέρβαση, δύσκολα θα έπειθαν την κοινωνία για την ειλικρινή τους μεταμέλεια. Ο κατακερματισμός, συνεπώς, είναι η μόνη δυνατότητα για να ανοίξουν οι πόρτες στο καινούργιο.
Μολονότι, λοιπόν, το αναγκαίο πρώτο βήμα για την ανατροπή του σκηνικού πραγματοποιείται, προφανώς από μόνο του δεν αρκεί. Αρκεί να δει κανείς τι νέο έχει προκύψει ως τώρα:
α) Κόμματα διαμαρτυρίας, που με τη ρητορική τους εξαργυρώνουν και υποδαυλίζουν τη δικαιολογημένη οργή του κόσμου (Χ.Α και ΑΝΕΛ τυπικά παραδείγματα). Με κραυγές και κατάρες μπορεί να επιτυγχάνονται πρόσκαιρα δημοσκοπικά ωφέλη, τα προβήματα όμως δεν λύνονται.
β) Κινήματα καλών προθέσεων, όπως η «Σπίθα» του Μ. Θεοδωράκη, η «Δυναμική Ελλάδα» του Μόσιαλου, ο «Κοινωνικός Σύνδεσμος» του Φλωρίδη και άλλα παρόμοια, που διατυμπάνισαν για μερικές εβδομάδες την πρόθεση τους να παρέμβουν, αλλά το μόνο που άφησαν πίσω τους είναι κάποιες εγκαταλελειμένες σελίδες στο ίντερνετ. Άγνωστο γιατί, παραιτήθηκαν πολύ γρήγορα από τις προσπάθειες, που αποδείχθηκαν πυροτεχνήματα των εμπνευστών τους και μέσο εκτόνωσης του κοινού που τους ακολούθησε. Αν δεν αλλάξει κάτι θεαματικά, παρόμοια τύχη διαφαίνεται και για τους «58». Το «Ποτάμι» είναι πολύ πρόσφατο για να κριθεί, θα πρέπει όμως να προσέξει πολύ για να μην έχει την ίδια κατάληξη. Θα πρέπει να αποφύγει την προχειρότητα και την αοριστολογία, να δείξει επιμονή που να εκτείνεται πέρα από τις πρώτες ενθουσιώδεις ημέρες• οι διάσπαρτες ιδέες και επιθυμίες των εμπνευστών του να μετασχηματιστούν σε συγκροτημένο πολιτικό λόγο.
γ) Μικρά προσωποπαγή κόμματα με αποσπασματική ατζέντα. Η «Δράση» του Μάνου, ή η «Δημιουργία Ξανά» του Τζήμερου επικαλέστηκαν την ανάγκη μεταρρυθμίσεων, συμφωνούσαν στα περισσότερα, αλλά απέτυχαν να συνεργαστούν. Η γελοιότητα των ΚΚΕ-ΜΛ και ΜΛ-ΚΚΕ έπληξε και το μεταρρυθμιστικό κέντρο. Προφανώς η χώρα δεν πρόκειται να σωθεί από έναν άνθρωπο, όσο ευφυής ή επικοινωνιακός και αν είναι.
δ) Τέλος υπάρχει και ο ενισχυμένος ΣΥΡΙΖΑ που συνδιάζει όλα τα παραπάνω, καθώς αποτελεί ένα ανομοιγενές κράμα στελεχών παλαιοκομματικής λογικής, αντιδραστικών συνδικαλιστών και αριστερών ρευμάτων αφοσιωμένων στον καταγγελτικό λόγο.
Αυτό που ως τώρα ΔΕΝ έχει εμφανιστεί, είναι μια ομάδα ανθρώπων με ένα κοινό όραμα για τη χώρα και ένα εύλογα σαφές σχέδιο για να το υποστηρίξει, με διάθεση για επίμονη δουλεία και ειλικρινή επιθυμία για συνεργασία. Για να μην πέσω και εγώ στην παγίδα της γενικολογίας, διευκρινίζω το «όραμα»: μια αντίληψη για τα κυρίαρχα χαρακτηριστικά που θα πρέπει να έχει ο δημόσιος (πολιτικός και οικονομικός) βίος της Ελλάδας, ώστε να μπορέσει να ανακάμψει και να ευημερίσει. Για παράδειγμα, θέλουμε ο νόμος να είναι κυρίαρχος ή θέλουμε να υπάρχει για να τον παρακάμπτουμε, θέλουμε αξιοκρατία ή βουλευτές που υπάρχουν για να βολεύουν τα παιδιά μας, θέλουμε οι πολίτες να συμμετέχουν στη λήψη αποφάσεων ή να είναι απλοί παρατηρητές των εξελίξεων, θέλουμε να επιτρέψουμε σε νέους ανθρώπους να αναδειχθούν με τον μόχθο και τις ικανότητες τους ή επιθυμούμε να προστατεύουμε τα παλιά «τζάκια», θέλουμε να είμαστε ανεκτικοί στο διαφορετικό ή απαιτούμε τη συμμόρφωση όλων στις κυρίαρχες αντιλήψεις, θέλουμε να είμαστε σε επικοινωνία με το παγκόσμιο γίγνεσθαι ή προτιμάμε να μας αφήσουν στην ησυχία μας, κλπ. Τα ερωτήματα αυτά δεν είναι ρητορικά, αντιθέτως οι απαντήσεις σε αυτά συνιστούν το «όραμα» και στη συνέχεια καθορίζουν το σχεδίου για την υλοποίηση του.
Το δε σχέδιο δεν είναι απλώς ένας κατάλογος επιθυμίων και ευχών, αλλά μια σειρά συγκεκριμένων δράσεων με ιεραρχημένες προτεραιότητες και χρονοδιαγράμματα, με οργανόγραμμα και δομές για την υλοποίηση τους, με τακτική αξιολόγηση των αποτελεσμάτων.
Είναι πολύ απογοητευτικό το γεγονός ότι το μόνο εμπεριστατωμένο σχέδιο για την ανάκαμψη της οικονομίας που έχει εκπονηθεί ως τώρα, προέρχεται από μια ξένη, ιδιωτική εταιρία (ΜcΚinsey). Αξίζει τον κόπο μια γρήγορη ανάγνωση, έστω και της 80σέλιδης περίληψης που είναι δημοσιευμένη στο διαδίκτυο, για να κατανοήσει κανείς τι πρέπει να περιέχει ένα τέτοιο σχέδιο (ακόμα και αν διαφωνεί με τις επιμέρους προτάσεις) και να αντιληφθεί ότι κάτι ανάλογο δεν έχει προταθεί από κανένα πολιτικό φορέα της χώρας. Και ακόμα χειρότερα, ούτε καν αυτή η μασημένη τροφή δεν έχει τεθεί σε δημόσια συζήτηση (η οποία περιορίζεται σε συνθήματα, απειλές, σαρκασμό και μια ακατάσχετη ασημαντολογία).
Ύστερα δυσανασχετούν πολλοί γιατί, όπως λένε, μας κάνουν κουμάντο οι ξένοι. Πως θα μπορούσε να ήταν διαφορετικά, αν εμείς δεν έχουμε ιδέα για το τι χώρα θέλουμε και πως να την οικοδομήσουμε;
Ο κατακερματισμός του πολιτικού φάσματος πραγματοποιείται και, παρά τις δυσάρεστες παρενέργειές του (ανάδειξη σκοταδιστικών δυνάμεων, πολιτική αστάθεια), δημιουργεί το ζωτικό χώρο για το καινούργιο που θα έρθει για να τον καταλάβει και να κυριαρχήσει στην περίοδο μετά την ιστορική καμπή που διανύουμε. Κατά τη γνώμη μου, αυτό θα το πετύχουν οι δυνάμεις εκείνες που θα κατορθώσουν να συνδιάσουν ένα θελκτικό όραμα με ένα συγκροτημένο σχέδιο καθώς και να υπερβούν τη γνωστή δυσκολία της φυλής μας για συνεργασία. Δεν είναι εύκολο: καλούμαστε να αφήσουμε πίσω μας μηχανισμούς και νοοτροπίες που ήταν ακλόνητες επί δεκαετίες. Είναι λογικό, επομένως, ότι καμία από τις ως τώρα προσπάθειες δεν είχε αίσια κατάληξη. Ελπίζω όμως, ότι οι ζυμώσεις για τη διαμόρφωση ενός κινήματος με τα παραπάνω χαρακτηριστικά βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη.
Friday, February 7, 2014
Τα ιερά και όσια
Είναι εντυπωσιακό σε ποιό βαθμό κατορθώνουν η θρησκευτική και «πατριωτική» προπαγάνδα να διαστρεβλώνουν την Ιστορία, ή και να την γράφουν καταπώς τις εξυπηρετεί.
Στα «ανδραγαθήματα» του Μέγα και Άγιου Κωνσταντίνου, του οποίου το όνομα έχουμε κατηχηθεί να δοξάζουμε και να διαιωνίζουμε, βαφτίζοντας σχεδόν τα μισά αγόρια κάθε γεννιάς προς τιμήν του, περιλαμβάνονται και τα εξής:
- Toν Ιούνιο του 326 διατάζει την εκτέλεση του μεγαλύτερου γιού του Κρίσπου. Τον επόμενο μήνα, κατόπιν εντολής της μητέρας του και μετέπειτα λατρευτής μας αγίας Ελένης, εκτέλεσε τη σύζυγο του αυτοκράτειρα Φαούστα αφήνοντας την να πεθάνει σε υπερθερμασμένο λουτρό (με άλλα λόγια την έβρασε ζωντανή) [1]
- Το 332 επέτρεψε στους γαιοκτήμονες να αλυσοδένουν τους καλλιεργητές όταν υποψιάζονταν ότι σκόπευαν να αποδράσουν. [2]
Αυτές οι - όχι και τόσο χριστιανικές- πράξεις δεν εμπόδισαν τα ιερατεία να τον ανακυρήξουν άγιο. Θα ήταν άλλωστε μέγιστη αγνωμοσύνη από μέρος τους, εφόσον ήταν εκείνος που τους άνοιξε τις πύλες της θρησκευτικής εξουσίας.
Αν τον 4ο αι. μ.Χ ή το Μεσαίωνα ο εναγκαλισμός πολιτικής και θρησκείας ήταν αυτονόητος, τα ισχυρά του κατάλοιπα στον 21ο αι. συνιστούν έναν αδιανόητο αναχρονισμό που καθηλώνει ολόκληρες κοινωνίες σε στασιμότητα.
Γύρω στο 1500, ο βασιλιάς της Αγγλίας δήμευσε όλες τις εκκλησιαστικές γαίες καταργώντας ουσιαστικά την εξουσία της εκκλησίας και συγκεντρώνοντας την στο κράτος. Ο συγκεντρωτισμός των κρατικών θεσμών κατέστησε εφικτή τη δημιουργία ανοικτών πολιτικών θεσμών [3], οι οποίοι με τη σειρά τους επέτρεψαν την οικονομική διεύρυνση που αργότερα μετέτρεψε τη χώρα σε εμπορική δύναμη και αφετηρία της Βιομηχανικής Επανάστασης.
Πεντακόσια (!) χρόνια αργότερα, η Ελληνική κοινωνία δεν είναι ακόμα πρόθυμη να περιορίσει την εκκλησία στη σφαίρα που εγγενώς ανοίκει, δηλ. του πνευματικού και του μεταφυσικού. Ως εκ τούτου, τέτοιου είδους μεταρυθμίσεις δεν έχουν συντελεστεί και η περιουσία της εκκλησίας -αλλα και η εξουσία της γενικότερα- παραμένει ακλόνητη. Δεν είναι, επομένως, να απορεί κανείς που η Βιομηχανική, ή οποιαδήποτε άλλη δημιουργική Επανάσταση, θα αργήσει πολύ ακόμα να φτάσει στα μέρη μας.
[1] http://en.wikipedia.org/wiki/Constantine_the_Great
[2] Daron Acemoglu & James a Robinson, Γιατί αποτυγχάνουν τα Έθνη, σελ. 188
[3] Γιατί αποτυγχάνουν τα Έθνη, σελ. 204
Sunday, December 1, 2013
Κοινωνία χαμηλής νοημοσύνης
Ας ονομάσουμε νοημοσύνη μιας κοινωνίας όλες εκείνες τις δεξιότητες που διαμορφώνουν τη στάθμη του πολιτισμού της, που προσδιορίζεται από το σύνολο της πνευματικής δημιουργίας (καλλιτεχνικής, επιστημονικής, τεχνολογικής), την οικονομική και πολιτική της κατάσταση, την ποιότητα ζωής εν γένει κλπ. Αυτή η συλλογική διάνοια, μολονότι προφανώς εξαρτάται από τις ατομικές δυνατότητες των μελών της κοινωνίας, δεν ισούται σε καμία περίπτωση με το άθροισμα τους. Την τελική συνισταμένη καθορίζει σε μεγάλο βαθμό το κατά πόσο οι ικανότητες του ενός αναιρούν ή αντιθέτως συμπληρώνουν και ενισχύουν τις ικανότητες του πλησίον. Λογικά το μέγιστο αποτέλεσμα επιτυγχάνεται όταν το σύνολο των ατομικών δυνατοτήτων προσανατολίζεται σε μια συγκεκριμένη κατεύθυνση, ένα κοινό στόχο, όταν η σκέψη του ενός γίνεται το εφαλτήριο απ’ όπου εξυψώνεται η σκέψη του άλλου και αντιθέτως εκμηδενίζεται όταν οι μεμονομένες προσδοκίες στρέφονται προς τυχαίες ή και μεταξύ τους ασύμβατες κατευθύνσεις, όταν οι φωνές αλληλοκαλύπτονται παράγοντας μόνο θόρυβο.
Το μέσο που εξασφαλίζει ότι οι πνευματικές ικανότητες, οι διάνοιες και οι γνώσεις του καθενός, διοχετεύονται σε μια κοινή κοίτη για να σχηματίσουν ένα ορμητικό ποτάμι, αντί να διαχέονται σε ισχνά ρυάκια που στη διαδρομή ξεραίνονται, είναι ο λόγος, δημόσιος και ιδιωτικός. Με τη συζήτηση, το διάλογο, με τη διαφωνία, τον αντίλογο, την επιχειρηματολογία, τον συμβιβασμό ή την πειθώ, μπορεί η συλλογική σκέψη να κάνει βήματα εμπρός. Επίσης αυτή είναι η μόνη διαδικασία που μπορεί να διαμορφώσει τους κοινά αποδεκτούς στόχους, για την επίτευξη των οποίων τα άτομα θα είναι πρόθυμα να θυσιάσουν μέρος των των προσωπικών τους συμφερόντων.
Το επίπεδο του δημόσιου λόγου στην Ελλάδα το βλέπουμε κάθε μέρα στη Βουλή, στα κανάλια της τηλεόρασης, στον Τύπο, στο διαδίκτυο, στα πανεπιστήμια, στο δρόμο και είναι χυδαίο. Η συζήτηση έχει εκφυλιστεί σε ανταλλαγή ύβρεων, σε διαγωνισμό ειρωνίας, σε προσωπικές επιθέσεις και προσβολές ή στην καλύτερη περίπτωση σε διαλόγους κωφών και εναλλαγή ανερμάτιστων μονολόγων. Όποτε επιτυγχάνεται κάποια μορφή επικοινωνίας, είναι ανάμεσα σε άτομα που ανήκουν στην ίδια ομάδα συμφερόντων ή ιδεολογίας που συζητούν για να επικυρώσουν την - εκ των προτέρων γνωστή- συμφωνία τους. Το δυστύχημα είναι ότι κάθε τέτοια ομάδα (π.χ πολιτικό κόμμα, συντεχνία, ευρωπαϊστές ή υπερπατριώτες, θιασώτες του μνημονίου ή αντιμνημονιακοί) περιχαρακώνεται στις απόψεις της και αδυνατεί να διαλεχθεί με άλλες. Αλλά ακόμα και εντός της ομάδας, όποτε προκύπτουν διχογνωμίες, η διάσπαση είναι η πιθανότερη εξέλιξη. Η συζήτηση σαν διαδικασία αναζήτησης κοινών τόπων και πνευματικής εξέλιξης είναι αδιανόητη. Η σκέψη μένει στάσιμη και εντέλει ατροφεί.
Η παρακμή του Λόγου εξηγεί το παράδοξο αυτού του τόπου με το οποίο ερχόμαστε διαρκώς αντιμέτωποι: ενώ συναντούμε παντού έξυπνους ανθρώπους, η κοινωνία μας είναι χαμηλής, χαμηλότατης, νοημοσύνης.
Subscribe to:
Posts (Atom)


