Tuesday, January 24, 2012
Κ. Καστοριάδης: Είμαστε υπεύθυνοι για την Ιστορία μας
Απόσπασμα από συνέντευξη του Κ. Καστοριάδη (είχε δημοσιευθεί στην "Ελευθεροτυπία").
Θα μπορούσε να είναι η σύνοψη της πολιτικής ιστορίας της Ελλάδας, από την αρχαιότητα ως σήμερα, σε λίγες γραμμές:
Συχνά λέγεται ότι η Ελλάδα είναι «προβληματική», στην Ελλάδα «όλα γίνονται στον αέρα», «χωρίς προγραμματισμό», «χωρίς βάρος».
Με τέτοιες διαπιστώσεις συμφωνούν πολλοί. Αλλά περιορίζονται συνήθως μόνον στις διαπιστώσεις...
Γνωρίζω ότι η ελληνική κατάσταση σας απασχολεί βαθειά. Ποια είναι η ερμηνεία σας για όσα συμβαίνουν;
Γιατί συμβαίνουν έτσι τα πράγματα στην Ελλάδα; Ποιες οι βαθύτερες αιτίες;
Κ.Κ.: Πρώτον, δεν ξέρω. Δεύτερον, στο μέτρο που μπορώ να ξέρω κάτι,είναι ότι η πολιτική ζωή του ελληνικού λαού τελειώνει περίπου το 404 π.Χ.
Νομίζω ότι θα ενοχλήσει πολύ αυτή η διατύπωσή σας...
Κ.Κ.: Τι να κάνουμε... Μιλώ για την πραγματική πολιτική ζωή του λαού ως αυτόνομου παράγοντα. Δεν μιλώ για μάχες, για αυτοκράτορες, για Μεγαλέξανδρους και Βασίλειους Βουλγαροκτόνους. Μετά τον 5ο π.Χ. αιώνα και την αυτοκυβέρνηση του λαού στις δημοκρατικές πόλεις -και πάντως, μετά τον περίεργο 4ο π.Χ. αιώνα- η ελληνική ελευθερία πεθαίνει. Οι ελληνικές πόλεις γίνονται υποχείριες των βασιλέων της Μακεδονίας. Βεβαίως, ο Αλέξανδρος και οι διάδοχοι του παίζουν έναν κοσμοϊστορικό ρόλο. Κατακτούν την Ασία και την Αίγυπτο. Διαδίδουν την ελληνική γλώσσα και παιδεία. Αλλά πολιτική ζωή, πλέον, δεν υπάρχει. Τα βασίλεια των διαδόχων του Αλεξάνδρου, ως πολιτική συγκρότηση, είναι ουσιαστικά μοναρχίες. Εξ άλλου, καθώς ξέρουμε, ο ίδιος ο Αλέξανδρος αντιμετώπισε στασιασμό των Ελλήνων που είχε πάρει μαζί του, διότι ήθελε να τους υποχρεώσει να γονυπετούν μπροστά του, όπως οι Πέρσες μπροστά στον Μεγάλο Βασιλέα - πράγμα ανθελληνικότατο. Σε όλη τη διάρκεια της ελληνιστικής εποχής οι ελληνικές πόλεις, με λίγες περιθωριακές και παροδικές εξαιρέσεις, αποτελούν παιχνίδια στα χέρια των ελληνιστικών δυναστειών. Ακολουθεί η ρωμαϊκή κατάκτηση, κάτω από την οποία οι ελληνικές πόλεις δεν έχουν παρά μόνον κοινοτική ζωή. Κατόπιν, έρχεται η βυζαντινή αυτοκρατορία. Το Βυζάντιο είναι μια ανατολική, θεοκρατική μοναρχία.
Στο Βυζάντιο η πολιτική ζωή περιορίζεται στις ίντριγκες της Κωνσταντινούπολης, του αυτοκράτορα, των «δυνατών» και των ευνούχων της αυλής. Και βεβαίως, τα σχολικά μας βιβλία δεν αναφέρουν ότι στη βυζαντινή αυλή υπήρχαν ευνούχοι, όπως σ' αυτήν του Πεκίνου...
Όλα αυτά αφορούν ένα πολύ μακρινό ιστορικό παρελθόν. Η Ελλάδα ωςσύγχρονο νεοελληνικό κράτος έχει, ήδη, ιστορία εκατόν εβδομήντα ετών. Θα θέλατε να επικεντρώσετε σ' αυτήν την περίοδο;
Κ.Κ.: Μα, αυτή η περίοδος είναι ακατανόητη χωρίς τους είκοσι έναν αιώνες ανελευθερίας που προηγήθηκαν. Λοιπόν, μετά το Βυζάντιο έρχεται η τουρκοκρατία. Μην ανησυχείτε, δεν θα μπω σε λεπτομέρειες. Θα αναφέρω μόνον ότι επί τουρκοκρατίας όση εξουσία δεν ασκείται απ'ευθείας από τους Τούρκους, ασκείται από τους κοτζαμπάσηδες (τους εντολοδόχους των Τούρκων), οι οποίοι κρατούν τους χωριάτες υποχείριους. Συνεπώς, ούτε σ' αυτήν την περίοδο μπορούμε να μιλήσουμε για πολιτική ζωή. Όταν αρχίζει η Επανάσταση του 1821, διαπιστώνουμε από τη μια μεριά τον ηρωισμό του λαού και από την άλλη, σχεδόν αμέσως, την τεράστια αδυναμία να συγκροτηθεί μια πολιτική κοινωνία. Την επομένη της πτώσης της Τριπολιτσάς αρχίζουν οι εμφύλιοι πόλεμοι.
Πού οφείλεται αυτή η «τεράστια αδυναμία να συγκροτηθεί μια πολιτική κοινωνία»; Ποίοι είναι οι λόγοι;
Κ.Κ.: Ουδείς μπορεί να δώσει απάντηση στην ερώτηση, για ποιον λόγο, κάποιος, σε μιαν ορισμένη στιγμή, δεν δημιούργησε κάτι. Η συγκρότηση ενός λαού σε πολιτική κοινωνία δεν είναι δεδομένη, δεν είναι κάτι που χαρίζεται, αλλά κάτι που δημιουργείται. Μπορούμε απλώς να διαπιστώσουμε ότι, όταν απουσιάζει μια τέτοια δημιουργία, τα χαρακτηριστικά της προηγούμενης κατάστασης διατηρούνται ή αλλάζουν μόνο μορφή.
Και ποια είναι τα χαρακτηριστικά αυτά στην ελληνική περίπτωση;
Κ.Κ.: Ορισμένα τα εντοπίζουμε, ήδη, στους εμφύλιους πολέμους της Επανάστασης του 1821. Βλέπουμε, για παράδειγμα, ότι η νομιμοφροσύνη και η αλληλεγγύη έχουν τοπικό ή τοπικιστικό χαρακτήρα, ισχυρότερο συχνά από τον εθνικό. Βλέπουμε, επίσης, ότι οι πολιτικές κατατάξεις και διαιρέσεις είναι συχνά σχετικές με τα πρόσωπα των «αρχηγών» και όχι με ιδέες, με προγράμματα, ούτε καν με «ταξικά» συμφέροντα. Ένα ακόμη χαρακτηριστικό είναι η στάση απέναντι στην εξουσία. Στην Ελλάδα, μέχρι και σήμερα, το κράτος εξακολουθεί να παίζει τον ρόλο του ντοβλετιού, δηλαδή μιας αρχής ξένης και μακρινής, απέναντι στην οποία είμαστε ραγιάδες και όχι πολίτες. Δεν υπάρχει κράτος νόμου και κράτος δικαίου, ούτε απρόσωπη διοίκηση που έχει μπροστά της κυρίαρχους πολίτες. Το αποτέλεσμα είναι η φαυλοκρατία ως μόνιμο χαρακτηριστικό. Η φαυλοκρατία συνεχίζει την αιωνόβια παράδοση της αυθαιρεσίας των κυρίαρχων και των «δυνατών»: ελληνιστικοί ηγεμόνες, Ρωμαίοι ανθύπατοι, Βυζαντινοί αυτοκράτορες, Τούρκοι πασάδες, κοτζαμπάσηδες, Μαυρομιχάληδες, Κωλέττης, Δηλιγιάννης...
Εξαιρέσεις δεν βλέπετε να υπάρχουν; Εξαιρέσεις εντοπισμένες κυρίως στον 19ο και στον 20ό αιώνα;
Κ.Κ.: Ε, υπάρχουν δυο-τρεις εξαιρέσεις: ο Τρικούπης, ο Κουμουνδούρος, το βενιζελικό κίνημα στην πρώτη περίοδο του. Αλλά τα όποια αποτελέσματα τους καταστράφηκαν από τη δικτατορία του Μεταξά, την Κατοχή, τον Εμφύλιο, τον ρόλο του παλατιού, τη δικτατορία της 21ης Απριλίου, την πασοκοκρατία. Στο μεταξύ, μεσολάβησε ο σταλινισμός που κατόρθωσε να διαφθείρει και να καταστρέψει αυτό που πήγαινε να δημιουργηθεί ως εργατικό και λαϊκό κίνημα στην Ελλάδα. Τα αποτελέσματα τα πληρώνουμε ακόμη. Μου ζητάτε να σας εξηγήσω... Μπορείτε να μου εξηγήσετε εσείς γιατί οι Έλληνες, που σκοτώνονταν εννέα χρόνια, για να απελευθερωθούν από τους Τούρκους, θέλησαν αμέσως μετά έναν βασιλιά; Και γιατί, αφού έδιωξαν τον Όθωνα, έφεραν τον Γεώργιο; Και γιατί μετά ζητούσαν «ελιά, ελιά και Κώτσο βασιλιά»;
Μα, οι δικές σας απαντήσεις ενδιαφέρουν ιδίως όταν αφορούν ερωτήματα που εσείς θέτετε, θα θέλατε, λοιπόν, να διατυπώσετε τις απόψεις σας;
K.K.: Σύμφωνα με την παραδοσιακή «αριστερή» άποψη, όλα αυτά τα επέβαλαν η Δεξιά, οι κυρίαρχες τάξεις και η μαύρη αντίδραση. Μπορούμε όμως να πούμε ότι όλα αυτά τα επέβαλαν στον ελληνικό λαό ερήμην του ελληνικού λαού; Μπορούμε να πούμε ότι ο ελληνικός λαός δεν καταλάβαινε τι έκανε; Δεν ήξερε τι ήθελε, τι ψήφιζε, τι ανεχόταν; Σε μιαν τέτοια περίπτωση αυτός ο λαός θα ήταν ένα νήπιο... Εάν όμως είναι νήπιο, τότε ας μη μιλάμε για δημοκρατία. Εάν ο ελληνικός λαός δεν είναι υπεύθυνος για την ιστορία του, τότε, ας του ορίσουμε έναν κηδεμόνα... Εγώ λέω ότι ο ελληνικός λαός -όπως και κάθε λαός- είναι υπεύθυνος για την ιστορία του, συνεπώς, είναι υπεύθυνος και για την κατάσταση, στην οποία βρίσκεται σήμερα.
Πώς την εννοείτε αυτήν την ευθύνη;
Κ.Κ.: Δεν δικάζουμε κανέναν. Μιλάμε για ιστορική και πολιτική ευθύνη. Ο ελληνικός λαός δεν μπόρεσε έως τώρα να δημιουργήσει μια στοιχειώδη πολιτική κοινωνία. Μια πολιτική κοινωνία, στην οποία, ως ένα μίνιμουμ, να θεσμισθούν και να κατοχυρωθούν στην πράξη τα δημοκρατικά δικαιώματα τόσο των ατόμων όσο και των συλλογικοτήτων.
Θέλετε να πείτε ότι αντιθέτως σε άλλες χώρες, στη Δυτική Ευρώπη...
Κ.Κ.: Εκεί, αυτό έγινε! Ο μακαρίτης ο Γιώργος Καρτάλης έλεγε κάνοντας μου καζούρα στο Παρίσι το 1956: «Κορνήλιε, ξεχνάς ότι στην Ελλάδα δεν έγινε Γαλλική Επανάσταση». Πράγματι, στην Ελλάδα δεν έχει υπάρξει εποχή που ο λαός να έχει επιβάλει, έστω και στοιχειωδώς, τα δικαιώματα του. Και η ευθύνη, για την οποία μίλησα, εκφράζεται με
την ανευθυνότητα της παροιμιώδους φράσης: «εγώ θα διορθώσω το ρωμέικο;». Ναι, κύριε, εσύ θα διορθώσεις το ρωμέικο, στον χώρο και στον τομέα όπου βρίσκεσαι.
[...]
Στη συνέχεια αναφέρεται στο «μακεδονικό»:
Κ.Κ.: Οι Έλληνες δημαγωγοί χειρίστηκαν αυτό το θέμα με ελεεινό τρόπο, που μπορεί να έχει πολύ άσχημες επιπτώσεις στο μέλλον της χώρας.
Οι Έλληνες δημαγωγοί;
Κ.Κ.: Ναι, αυτοί οι θεωρούμενοι ως πολιτικοί αρχηγοί, και πρώτοι- πρώτοι οι κ.κ. Παπανδρέου και Σαμαράς με τη σωβινιστική εδώ και δύο χρόνια πλειοδοσία τους, στην οποία η τότε κυβέρνηση δεν τόλμησε να αντισταθεί.
-------------------------------------------------------------------
Η συνέντευξη αυτή δόθηκε το 1994! Αν είναι τόσο οδυνηρά επίκαιρη είναι γιατί ο στοχαστής έβλεπε εγκαίρως αυτά που εμείς, μόνο μετά την μεγάλη καταστροφή αρχίζουμε
υποψιαζόμαστε.
Στέκομαι στον κεντρικό συλλογισμό:
"Εγώ λέω ότι ο ελληνικός λαός -όπως και κάθε λαός- είναι υπεύθυνος για την ιστορία του, συνεπώς, είναι υπεύθυνος και για την κατάσταση, στην οποία βρίσκεται σήμερα."
Άλλος ένας φιλόσοφος (όπως και ο Russell, δες το: περί "αγέλης" ) που μας λέει κατάμουτρα: μούτζωσε όσο θέλεις τη Βουλή, βρίσε όσο θέλεις τους πολιτικούς, να ξέρεις όμως ότι αν η κοινωνία που ζείς είναι σάπια, έχεις βάλει και εσύ (και ο πατέρας σου, η μάνα σου, οι φίλοι σου) το χεράκι σου. Και αν θέλεις κάτι να αλλάξει, μην περιμένεις από κανέναν άλλο να το κάνει για σένα!
Όπως είπε και ο Καστοριάδης: "Ναι, κύριε, εσύ θα διορθώσεις το ρωμέικο, στον χώρο και στον τομέα όπου βρίσκεσαι."
Δεν χάνουν ευκαιρία να μας θυμίσουν ότι εδώ γεννήθηκε η Δημοκρατία, κανείς δεν μας δίδαξε όμως ότι είναι δύσκολο και απαιτητικό πολίτευμα: "Σε μιαν τέτοια περίπτωση αυτός ο λαός θα ήταν ένα νήπιο... Εάν όμως είναι νήπιο, τότε ας μη μιλάμε για δημοκρατία."
___________________________________________________________________
Βρέθηκε και το σχετικό άρθρο του Ράμφου (Το Βήμα, http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=436998):
Η ευκαιρία ενός χαµένου χρόνου
Ολες οι προσεγγίσεις της «δηµοσιονοµικής» µας κρίσεως υπογραµµίζουν τον αρνητικό παράγοντα της ελληνικής νοοτροπίας, αλλά δεν προχωρούν. Μου θυµίζουν τον λόγο του Αυγουστίνου για τον χρόνο: Βιώνουν το πρόβληµα, όµως δεν µπορούν να το εξηγήσουν.
Η κρίση που ζούµε έχει οικονοµικοπολιτική επιφάνεια και πνευµατικό βάθος. Το κατανοούν πλέον πολλοί. Αν ήταν απλώς οικονοµικοπολιτική θα περιοριζόταν σε ιδιοτελείς επιλογές ενός ανίκανου και διεφθαρµένου πολιτικού συστήµατος και σε οργανωτικά του προβλήµατα. ∆εν θα είχαµε κράτος πελατειακών σχέσεων και κοινωνία κυριαρχίας δεσµών συγγενείας, εντοπιότητος και συντεχνιακών συµφερόντων. Οι τελευταίοι αποτυπώνουν τα προνεωτερικά θεµέλια του πολιτικού µας συστήµατος και συντηρούν ένα παιδισµό συναισθηµατικής υπερβολής και µειωµένης κριτικής δυνάµεως, που αναπαράγει µία µερικώτατη συλλογική και ατοµική συνείδησι. Εάν στα πνευµατικά ζητήµατα είναι µέρος της λύσεως η κατανόησί τους, εν προκειµένω βοηθεί την κατανόησι η συνεκτίµησι των ιστορικών δεδοµένων.
Ενας μεσαιωνικός θεσμός
Η υπονόµευσι της πολιτικής κοινωνίας αρχίζει µε την επανάστασι του ‘21 και παίρνει την µορφή εµφύλιας συγκρούσεως µεταξύ των οπλαρχηγών και των Φαναριωτών: Οι επιχώριες µερικές εξουσίες αντιστέκονται στην ιδέα της νεοελληνικής κρατικής υποστάσεως, µε τα δικαιώµατα και τις υποχρεώσεις που αυτό συνεπάγεται για τους πολίτες. Πίσω από τους τοπάρχες και τους πολεµάρχους ενεργεί σαν σκιά ο µεσαιωνικός θεσµός της χωρικής κοινότητος _ τα κλειστά συστήµατα του τόπου και του αίµατος, που δεν ανεγνώριζαν άλλους κανόνες από τα ήθη της παραδόσιµης ιεραρχικής εξουσίας των προεστών. Τα απλά µέλη των κοινοτήτων δεν είχαν ανθρώπινα δικαιώµατα, ώστε να γίνουν _ και να νοιώσουν _ αργότερα ελεύθεροι και υπεύθυνοι πολίτες. Να σηµειώσω πως η χωρική κοινότης στο Βυζάντιο έµεινε µέχρι τέλους κυρίαρχη κοινωνική συσσωµάτωσι, καθώς η ανάπτυξι των πόλεων κατά τον 11ο και 12ο αιώνα δεν σταθεροποιήθηκε, όπως στην ∆ύσι, η δε τάσι προς εξατοµίκευσι εν τέλει έµεινε άπρακτη, πράγµα το οποίο ωδήγησε στην παρακµή και έριξε το Βυζάντιο στην αγκαλιά της Οθωµανικής αυτοκρατορίας. Εν αντιθέσει πάλι προς την ∆ύσι, η κοινή αλήθεια της πίστεως δεν βρέθηκε τρόπος να χωρέση την αλήθεια της κρίσεως, ώστε να διαπλασθή µε τον χρόνο η πλατύτερη ενεργότερη συνείδησι του νεωτέρου ανθρώπου και να διαµορφωθούν συνθήκες για πολιτική οργάνωσι της κοινωνίας. Η αποτυχία της Βυζαντινής Αναγεννήσεως είχε αίτια και στο απώτερο παρελθόν, τα οποία σχετίζονται µε την ίδια την υφιστάµενη εκεί αντίληψι του χρόνου. Ο κοινωνικός χρόνος αποτελεί µέσον οργανώσεως και προσανατολισµού των σκοπών του ανθρώπου ως ατόµου και συνόλου, πεδίο τροπής της φύσεως σε πολιτισµό, εντάξεώς της στις προοπτικές µας. Εξ ου και πίσω από τους συσχετισµούς δυνάµεων δρουν καθοριστικά οι συσχετισµοί των χρόνων.
Εξηγούµαι: Ο αρχέγονος χριστιανισµός έφερνε µαζί του την παλαιοδιαθηκική έννοια του εσχατολογικού προφητικού χρόνου, προσθέτοντας στην αναµενόµενη έλευσι του Μεσσία το καινοδιαθηκικό άγγελµα της ενανθρωπήσεως του Χριστού. Η ελπίδα για το µέλλον µπορούσε έτσι να βασίζεται σε κάτι το οποίο είχε ιστορικά συµβή. Μιλούµε για ένα χρόνο κινούµενο ευθύγραµµα προς τα εµπρός, συνδετικό στο παρόν του παρελθόντος και του µέλλοντος µε ένα «ήρθε και έρχεται».
Ο ρόλος της Εκκλησίας
Αυτή η χαρακτηριστικά εγχρονική αντίληψι, από τον 2ο αιώνα τείνει να µεταβληθή σε πρόβληµα της σχέσεως χρόνου και κοσµικής αιωνιότητας. Υπό την επίδρασι του Στωικισµού και αργότερα του Νεοπλατωνισµού, η ιστορική-εσχατολογική πίστι της χριστιανικής κοινότητος εξελληνίσθηκε, εις τρόπον ώστε προς τον 3ο αιώνα να συνδυασθή µε την κυκλικότητα του κοσµικού χρόνου. Εκτοτε η Εκκλησία άρχισε να επαναλαµβάνη λειτουργικά τα γεγονότα του ιστορικού παρελθόντος, που περιέγραφαν τα Ευαγγέλια και όχι µόνο, ως γεγονότα λατρείας και πίστεως.
Ετσι εκεί που ο πιστός ξαναζούσε την Κυριακή και στις γιορτές το ιστορικό παρελθόν στο οποίο χρωστούσε τον πνευµατικό εαυτό του, ο λειτουργικός τύπος ανοίχτηκε στην αστρική παράµετρο των εθνικών εορτών _ τα Χριστούγεννα µε την λατρεία του Μίθρα κατά το χειµερινό ηλιοστάσιο ή το Πάσχα µε την εαρινή αναγέννησι της φύσεως. Υπό τέτοιους όρους δεν ήταν δύσκολο η λειτουργική πρακτική να υποκατασταθή στην πραγµατικότητα των ιστορικών γεγονότων και αντί το γεγονός να προκαλή την γιορτή, η γιορτή να δηµιουργή τα γεγονότα. Σ’ αυτή την περίπτωσι η ιστορική µοναδικότητα των γεγονότων, αντί να επανέρχεται σε κάθε ευχαριστιακή σύναξι ως ανάµνησι, κατέληξε να επαναλαµβάνεται ως τακτική συγκέντρωσι πιστών στην διάρκεια του έτους. Το «µεµνηµένοι τοίνυν της σωτηρίου ταύτης εντολής, και πάντων των υπέρ ηµών γεγενηµένων» υπάγεται στην «προσφορά της λογικής και αναίµακτης λατρείας», διά της οποίας «δεόµεθα και ικετεύοµεν» τον Θεό, να «καταπέµψη το Πνεύµα του το Αγιο» στο εκκλησίασµα και τα δώρα του _ τον άρτο και τον οίνο. Λέω γνωστά οπωσδήποτε πράγµατα.
Κοινωνικά πισωγυρίσματα
Οµως όταν η λατρεία καταλαµβάνει την ιστορία, µαζί υπεισέρχεται εν είδει αντικειµένου της ένα στοιχείο µυθικό που εύκολα εκβάλλει στην µαγεία. Τότε το ιστορικό παρόν, όπου γιορτάζουν οι πιστοί το έργο του Χριστού και ζητούν τον φωτισµό του Πνεύµατος, γίνεται ασάλευτη αιωνιότης, όχι µεταφορικά αλλά κυριολεκτικά, σαν αδιαφορία για την δηµιουργική ύπαρξι. Αντί να νοηµατοδοτούµε στο παρόν µας την ζωή του Χριστού, επαναλαµβάνουµε τα τυπικά λειτουργικά λόγια και αδειάζουµε το ουσιώδες της λατρείας για την ζωή, η οποία δουλώνεται σε παρόν φαντασιακό, που χαράζει την παθητικότητα µέσα στην ψυχή µας. Εφ’ όσον η σηµασία του ιστορικού παρελθόντος δεν ενεργοποιεί τα τρέχοντα γεγονότα, ο στατικός µύθος της λατρείας το ιεροποιεί και οδηγεί αναγκαστικά σε παράλυσι της ιστορικότητος. Στην συµβατική επανάληψι των ιδρυτικών ευαγγελικών γεγονότων, το παρελθόν τους καταντά απλώς εόρτιο, δηλώνεται δε εµφαντικά µε αχρονική χρήσι του «σήµερον» και του «νυν», που παραπέµπουν σε µια «ζωή αιώνιο». Υπενθυµίζω χάριν παραδείγµατος: Σήµερον της σωτηρίας ηµών το κεφάλαιον• Η Παρθένος σήµερον τον Υπερούσιον τίκτει• Σήµερον κρεµάται επί ξύλου• Νυν πάντα πεπλήρωται φωτός... Ο µυθικός λειτουργικός χρόνος ανακυκλώνεται στον ανιστορικό χρόνο του ναού, την εικόνα της ουράνιας Βασιλείας. Στον ναό υπάρχει µόνο η Βασιλεία• ο ιστορικός χρόνος είναι ανύπαρκτος, ενώ µαζί του εξανεµίζεται και το υποκειµενικό αίσθηµα. Αυτό κατοχυρώνουν άλλωστε και τα τυπικά της µοναστικής βιοτής. Ο χρόνος εδώ αντί να γεννά αγκυλώνει, αν δεν στρέφει προς τα πίσω. Το βλέπουµε και το ζούµε, λίγο-πολύ, στις νοοτροπίες και τις συµπεριφορές πολλών από εµάς, αφού το αρχαίο τούτο πρότυπο ισχύει και σήµερα για πολύ µεγάλο µέρος των Ελλήνων. Αυτό καλούνται να εσωτερικεύσουν οι πιστοί τις Κυριακές και τις γιορτές, και µαζί την ανιστορικότητα που φέρνει• σ’ αυτό θα πρέπει εν πολλοίς να ριζώνη ο φόβος της αλλαγής, της ελευθερίας, της έρευνας, αλλά και η ανασφάλεια που σπρώχνει µαζικά τους Ρωµηούς _ και τους ορθοδόξους λαούς εν γένει _ στον οµαδισµό και την δηµοσιοϋπαλληλία. Και ίσως-ίσως στα ακατάπαυστα κοινωνικά πισωγυρίσµατα, το εθνικό σισύφειό µας έργο.
«Ρεαλιστές» και «αιθεροβάμονες»
Κάθε πισωγύρισµα είναι υποχρεωτική επιστροφή στην προϊστορία µας, οπότε τα πιο τρέχοντα πράγµατα αποκτούν τον χαρακτήρα του ουσιώδους. Το ζήσαµε στον εµφύλιο πόλεµο και στην δικτατορία των συνταγµαταρχών• θα το ξαναζήσουµε _ µη γένοιτο _ αν επιστρέψουµε στην δραχµή. Βεβαίως ο µυθικός χρόνος δεν είναι συλλήβδην προς εξορκισµό. Γίνεται παραδειγµατικός στον ιστορικό χρόνο και εµπνέει κάθε γενναία συλλογική είτε ατοµική προσπάθεια. Η µαυροφόρα που ωδηγούσε τον ελληνικό στρατό στο έπος του ‘40 (και που δεν ξαναφάνηκε µόλις έγινε η εισβολή των Γερµανών) µορφοποιούσε συµβολικά το αίσθηµα µιας πίστεως, η οποία αιµοδοτούσε την υπερβατική πτήσι των ψυχών. Οταν όµως η συµβολική µορφή διεκδική ρόλο περιεχοµένου και πραγµατικότητος, ο µυθικός χρόνος µεταλλάσσεται σε τύπο µαγικό. Τότε κάνει την εµφάνισί της και η παράνοια σε µια λογική δικών µας αγκυλώσεων, φαντασιώσεων, εξωτερικών εχθρών και συνωµοσιών. Στον ανενεργό χρόνο η δύναµι του αρχετύπου µετεωρίζεται και δεν µεταγγίζεται στο παράδειγµα που εκφράζει τον ενεργό µύθο και επιτρέπη να βιώνουµε το ήθος του στο δικό µας παρόν.
Εφ’ όσον έχουν έτσι τα πράγµατα, δεν χρειάζονται δεκαετίες για να διορθωθούν; Και ποιος µπορεί να περιµένη, όχι δεκαετίες αλλά εβδοµάδες απλώς και µήνες _ αν µείνη, µε τα σηµερινά µυαλά, τίποτε όρθιο στον τόπο µας σε λίγο. ∆ιότι µε µειωµένη την συνείδησι του χρόνου δεν σκεπτόµαστε τις συνέπειες των επιλογών µας ούτε τα παθήµατα µάς γίνονται µαθήµατα. Τότε προς τι όλη η προηγούµενη περιδιάβασι στους αιώνες, την στιγµή που χρειάζονται αποφάσεις και προσπάθειες κατεπείγουσες;
Με δεδοµένο ότι οι «ρεαλιστές» κυνηγοί της «αποτελεσµατικότητος» έφεραν την κατάστασι στο απελπιστικό σηµείο που βιώνουµε, αναγνωρίζω το δικαίωµα στον εαυτό µου και σε άλλους «αιθεροβάµονες», να ζητήσουµε το βάθος του προβλήµατος, προκειµένου η κοινωνία να έχη υπ’ όψιν της τις σκέψεις µας, οι δε πολιτικές ηγεσίες να τις υπολογίζουν εντάσσοντας και τις πιο άµεσες παρεµβάσεις τους σε στρατηγική προοπτική. ∆εν προσδοκώ βεβαίως τίποτε από το υφιστάµενο παρηκµασµένο πολιτικό σύστηµα. Θα ήθελα να ελπίζω σε όσους από αυτό κατορθώσουν να υπερβούν το ζοφερό ήθος του και κυρίως να ελπίζω στο διάδοχο σχήµα του. Θα µιλούµε για ανανεωµένο πολιτικό σύστηµα εφ’ όσον εκφράζη εκείνους οι οποίοι θα πάρουν επάνω τους σαν δύναµι τον πόνο της χώρας, ξέροντας ότι όσο δεν αφήνουµε την ζωή κι αυτή δεν µας αφήνει. Ετσι έχει αντίκρυσµα η ευχή: Ευλογηµένος ο καινούργιος χρόνος!
Friday, January 20, 2012
Άσε το σώμα να μιλήσει...
Σύμφωνα με τον ποιητή Οβίδιο, ο Ενδυμίων ήταν βοσκός από την Καρία με απαράμιλλη ομορφιά. Η Σελήνη τον είδε σε μία σπηλιά του Λάτμου και τον ερωτεύτηκε. Τον επισκεπτόταν κάθε βράδυ την ώρα που κοιμόταν, όμως ανησυχώντας πως σαν θνητός θα γεράσει και θα πεθάνει παρακάλεσε τον Δία να τον αφήσει να κοιμάται για πάντα τον αγέραστο ύπνο ώστε να μην τον χάσει ποτέ. (Wikipedia)
ΕΙΔΥΛΛΙΟ ΜΥΘΙΚΟ
Του Ενδυμίωνα ο ύπνος δίχως όνειρα, δίχως τέλος.
Της Σελήνης το πάθος όμως δίχως άλλο φλογερό.
Ένα τρυφερό φιλί στα βλέφαρα ο θάνατος λοιπόν
του έρωτα ένα νάζι ή μια ανταμοιβή.
Άσε το σώμα να μιλήσει.
Αυτό είναι ο παράδεισος.
(Ποίημα το Χάρη Βλαβιανού, από τις Διακοπές στην πραγματικότητα. Με την ταπεινή μου συγνώμη στον ποιητή που δεν κατάφερα να διατηρήσω το τονικό σύστημα της προτίμησησς του κατά την αντιγραφή.)
ΕΙΔΥΛΛΙΟ ΜΥΘΙΚΟ
Του Ενδυμίωνα ο ύπνος δίχως όνειρα, δίχως τέλος.
Της Σελήνης το πάθος όμως δίχως άλλο φλογερό.
Ένα τρυφερό φιλί στα βλέφαρα ο θάνατος λοιπόν
του έρωτα ένα νάζι ή μια ανταμοιβή.
Άσε το σώμα να μιλήσει.
Αυτό είναι ο παράδεισος.
(Ποίημα το Χάρη Βλαβιανού, από τις Διακοπές στην πραγματικότητα. Με την ταπεινή μου συγνώμη στον ποιητή που δεν κατάφερα να διατηρήσω το τονικό σύστημα της προτίμησησς του κατά την αντιγραφή.)
Thursday, January 19, 2012
Wealth, inequality and the necessity for a new approach
From NY Books Review:
This essay is drawn from the opening chapter of Tony Judt’s newly published book, Ill Fares the Land (Penguin).
Something is profoundly wrong with the way we live today. For thirty years we have made a virtue out of the pursuit of material self-interest: indeed, this very pursuit now constitutes whatever remains of our sense of collective purpose. We know what things cost but have no idea what they are worth. We no longer ask of a judicial ruling or a legislative act: Is it good? Is it fair? Is it just? Is it right? Will it help bring about a better society or a better world? Those used to be the political questions, even if they invited no easy answers. We must learn once again to pose them.
The materialistic and selfish quality of contemporary life is not inherent in the human condition. Much of what appears “natural” today dates from the 1980s: the obsession with wealth creation, the cult of privatization and the private sector, the growing disparities of rich and poor. And above all, the rhetoric that accompanies these: uncritical admiration for unfettered markets, disdain for the public sector, the delusion of endless growth.
We cannot go on living like this. The little crash of 2008 was a reminder that unregulated capitalism is its own worst enemy: sooner or later it must fall prey to its own excesses and turn again to the state for rescue. But if we do no more than pick up the pieces and carry on as before, we can look forward to greater upheavals in years to come.
And yet we seem unable to conceive of alternatives. This too is something new. [...]
On the left, Marxism was attractive to generations of young people if only because it offered a way to take one’s distance from the status quo. Much the same was true of classical conservatism: a well-grounded distaste for over-hasty change gave a home to those reluctant to abandon long-established routines. Today, neither left nor right can find their footing.
For thirty years students have been complaining to me that “it was easy for you”: your generation had ideals and ideas, you believed in something, you were able to change things. “We” (the children of the Eighties, the Nineties, the “Aughts”) have nothing. In many respects my students are right. It was easy for us—just as it was easy, at least in this sense, for the generations who came before us. The last time a cohort of young people expressed comparable frustration at the emptiness of their lives and the dispiriting purposelessness of their world was in the 1920s: it is not by chance that historians speak of a “lost generation.”
[...]
Understandably, social democracy is a hard sell in the United States. One of my goals is to suggest that government can play an enhanced role in our lives without threatening our liberties—and to argue that, since the state is going to be with us for the foreseeable future, we would do well to think about what sort of a state we want. In any case, much that was best in American legislation and social policy over the course of the twentieth century—and that we are now urged to dismantle in the name of efficiency and “less government”—corresponds in practice to what Europeans have called “social democracy.” Our problem is not what to do; it is how to talk about it.
The European dilemma is somewhat different. Many European countries have long practiced something resembling social democracy: but they have forgotten how to preach it. Social democrats today are defensive and apologetic. Critics who claim that the European model is too expensive or economically inefficient have been allowed to pass unchallenged. And yet, the welfare state is as popular as ever with its beneficiaries: nowhere in Europe is there a constituency for abolishing public health services, ending free or subsidized education, or reducing public provision of transport and other essential services.
In the early years of this century, the “Washington consensus” held the field. Everywhere you went there was an economist or “expert” expounding the virtues of deregulation, the minimal state, and low taxation. Anything, it seemed, that the public sector could do, private individuals could do better.
The Washington doctrine was everywhere greeted by ideological cheerleaders: from the profiteers of the “Irish miracle” (the property-bubble boom of the “Celtic Tiger”) to the doctrinaire ultra-capitalists of former Communist Europe. Even “old Europeans” were swept up in the wake. The EU’s free- market project (the so-called “Lisbon agenda”); the enthusiastic privatization plans of the French and German governments: all bore witness to what its French critics described as the new ” pensée unique.”
Today there has been a partial awakening. To avert national bankruptcies and wholesale banking collapse, governments and central bankers have performed remarkable policy reversals, liberally dispersing public money in pursuit of economic stability and taking failed companies into public control without a second thought. A striking number of free-market economists, worshipers at the feet of Milton Friedman and his Chicago colleagues, have lined up to don sackcloth and ashes and swear allegiance to the memory of John Maynard Keynes.
[...]
If it is to be taken seriously again, the left must find its voice. There is much to be angry about: growing inequalities of wealth and opportunity; injustices of class and caste; economic exploitation at home and abroad; corruption and money and privilege occluding the arteries of democracy. But it will no longer suffice to identify the shortcomings of “the system” and then retreat, Pilate-like, indifferent to consequences. The irresponsible rhetorical grandstanding of decades past did not serve the left well.
We have entered an age of insecurity—economic insecurity, physical insecurity, political insecurity. The fact that we are largely unaware of this is small comfort: few in 1914 predicted the utter collapse of their world and the economic and political catastrophes that followed. Insecurity breeds fear. And fear—fear of change, fear of decline, fear of strangers and an unfamiliar world—is corroding the trust and interdependence on which civil societies rest.
[...]
To understand the depths to which we have fallen, we must first appreciate the scale of the changes that have overtaken us. From the late nineteenth century until the 1970s, the advanced societies of the West were all becoming less unequal. Thanks to progressive taxation, government subsidies for the poor, the provision of social services, and guarantees against acute misfortune, modern democracies were shedding extremes of wealth and poverty.
To be sure, great differences remained. The essentially egalitarian countries of Scandinavia and the considerably more diverse societies of southern Europe remained distinctive; and the English-speaking lands of the Atlantic world and the British Empire continued to reflect long-standing class distinctions. But each in its own way was affected by the growing intolerance of immoderate inequality, initiating public provision to compensate for private inadequacy.
Over the past thirty years we have thrown all this away. To be sure, “we” varies with country. The greatest extremes of private privilege and public indifference have resurfaced in the US and the UK: epicenters of enthusiasm for deregulated market capitalism. Although countries as far apart as New Zealand and Denmark, France and Brazil have expressed periodic interest in deregulation, none has matched Britain or the United States in their unwavering thirty-year commitment to the unraveling of decades of social legislation and economic oversight.
In 2005, 21.2 percent of US national income accrued to just 1 percent of earners. Contrast 1968, when the CEO of General Motors took home, in pay and benefits, about sixty-six times the amount paid to a typical GM worker. Today the CEO of Wal-Mart earns nine hundred times the wages of his average employee. Indeed, the wealth of the Wal-Mart founder’s family in 2005 was estimated at about the same ($90 billion) as that of the bottom 40 percent of the US population: 120 million people.
The UK too is now more unequal—in incomes, wealth, health, education, and life chances—than at any time since the 1920s. There are more poor children in the UK than in any other country of the European Union. Since 1973, inequality in take-home pay increased more in the UK than anywhere except the US. Most of the new jobs created in Britain in the years 1977–2007 were at either the very high or the very low end of the pay scale.
The consequences are clear. There has been a collapse in intergenerational mobility: in contrast to their parents and grandparents, children today in the UK as in the US have very little expectation of improving upon the condition into which they were born. The poor stay poor.
[...]
Inequality is corrosive. It rots societies from within. The impact of material differences takes a while to show up: but in due course competition for status and goods increases; people feel a growing sense of superiority (or inferiority) based on their possessions; prejudice toward those on the lower rungs of the social ladder hardens; crime spikes and the pathologies of social disadvantage become ever more marked. The legacy of unregulated wealth creation is bitter indeed.
As recently as the 1970s, the idea that the point of life was to get rich and that governments existed to facilitate this would have been ridiculed: not only by capitalism’s traditional critics but also by many of its staunchest defenders. Relative indifference to wealth for its own sake was widespread in the postwar decades. In a survey of English schoolboys taken in 1949, it was discovered that the more intelligent the boy the more likely he was to choose an interesting career at a reasonable wage over a job that would merely pay well. Today’s schoolchildren and college students can imagine little else but the search for a lucrative job.
How should we begin to make amends for raising a generation obsessed with the pursuit of material wealth and indifferent to so much else? Perhaps we might start by reminding ourselves and our children that it wasn’t always thus. Thinking “economistically,” as we have done now for thirty years, is not intrinsic to humans. There was a time when we ordered our lives differently.
No society can surely be flourishing and happy, of which the far greater part of the members are poor and miserable.
—Adam Smith
This essay is drawn from the opening chapter of Tony Judt’s newly published book, Ill Fares the Land (Penguin).
Something is profoundly wrong with the way we live today. For thirty years we have made a virtue out of the pursuit of material self-interest: indeed, this very pursuit now constitutes whatever remains of our sense of collective purpose. We know what things cost but have no idea what they are worth. We no longer ask of a judicial ruling or a legislative act: Is it good? Is it fair? Is it just? Is it right? Will it help bring about a better society or a better world? Those used to be the political questions, even if they invited no easy answers. We must learn once again to pose them.
The materialistic and selfish quality of contemporary life is not inherent in the human condition. Much of what appears “natural” today dates from the 1980s: the obsession with wealth creation, the cult of privatization and the private sector, the growing disparities of rich and poor. And above all, the rhetoric that accompanies these: uncritical admiration for unfettered markets, disdain for the public sector, the delusion of endless growth.
We cannot go on living like this. The little crash of 2008 was a reminder that unregulated capitalism is its own worst enemy: sooner or later it must fall prey to its own excesses and turn again to the state for rescue. But if we do no more than pick up the pieces and carry on as before, we can look forward to greater upheavals in years to come.
And yet we seem unable to conceive of alternatives. This too is something new. [...]
On the left, Marxism was attractive to generations of young people if only because it offered a way to take one’s distance from the status quo. Much the same was true of classical conservatism: a well-grounded distaste for over-hasty change gave a home to those reluctant to abandon long-established routines. Today, neither left nor right can find their footing.
For thirty years students have been complaining to me that “it was easy for you”: your generation had ideals and ideas, you believed in something, you were able to change things. “We” (the children of the Eighties, the Nineties, the “Aughts”) have nothing. In many respects my students are right. It was easy for us—just as it was easy, at least in this sense, for the generations who came before us. The last time a cohort of young people expressed comparable frustration at the emptiness of their lives and the dispiriting purposelessness of their world was in the 1920s: it is not by chance that historians speak of a “lost generation.”
[...]
Understandably, social democracy is a hard sell in the United States. One of my goals is to suggest that government can play an enhanced role in our lives without threatening our liberties—and to argue that, since the state is going to be with us for the foreseeable future, we would do well to think about what sort of a state we want. In any case, much that was best in American legislation and social policy over the course of the twentieth century—and that we are now urged to dismantle in the name of efficiency and “less government”—corresponds in practice to what Europeans have called “social democracy.” Our problem is not what to do; it is how to talk about it.
The European dilemma is somewhat different. Many European countries have long practiced something resembling social democracy: but they have forgotten how to preach it. Social democrats today are defensive and apologetic. Critics who claim that the European model is too expensive or economically inefficient have been allowed to pass unchallenged. And yet, the welfare state is as popular as ever with its beneficiaries: nowhere in Europe is there a constituency for abolishing public health services, ending free or subsidized education, or reducing public provision of transport and other essential services.
In the early years of this century, the “Washington consensus” held the field. Everywhere you went there was an economist or “expert” expounding the virtues of deregulation, the minimal state, and low taxation. Anything, it seemed, that the public sector could do, private individuals could do better.
The Washington doctrine was everywhere greeted by ideological cheerleaders: from the profiteers of the “Irish miracle” (the property-bubble boom of the “Celtic Tiger”) to the doctrinaire ultra-capitalists of former Communist Europe. Even “old Europeans” were swept up in the wake. The EU’s free- market project (the so-called “Lisbon agenda”); the enthusiastic privatization plans of the French and German governments: all bore witness to what its French critics described as the new ” pensée unique.”
Today there has been a partial awakening. To avert national bankruptcies and wholesale banking collapse, governments and central bankers have performed remarkable policy reversals, liberally dispersing public money in pursuit of economic stability and taking failed companies into public control without a second thought. A striking number of free-market economists, worshipers at the feet of Milton Friedman and his Chicago colleagues, have lined up to don sackcloth and ashes and swear allegiance to the memory of John Maynard Keynes.
[...]
If it is to be taken seriously again, the left must find its voice. There is much to be angry about: growing inequalities of wealth and opportunity; injustices of class and caste; economic exploitation at home and abroad; corruption and money and privilege occluding the arteries of democracy. But it will no longer suffice to identify the shortcomings of “the system” and then retreat, Pilate-like, indifferent to consequences. The irresponsible rhetorical grandstanding of decades past did not serve the left well.
We have entered an age of insecurity—economic insecurity, physical insecurity, political insecurity. The fact that we are largely unaware of this is small comfort: few in 1914 predicted the utter collapse of their world and the economic and political catastrophes that followed. Insecurity breeds fear. And fear—fear of change, fear of decline, fear of strangers and an unfamiliar world—is corroding the trust and interdependence on which civil societies rest.
[...]
To understand the depths to which we have fallen, we must first appreciate the scale of the changes that have overtaken us. From the late nineteenth century until the 1970s, the advanced societies of the West were all becoming less unequal. Thanks to progressive taxation, government subsidies for the poor, the provision of social services, and guarantees against acute misfortune, modern democracies were shedding extremes of wealth and poverty.
To be sure, great differences remained. The essentially egalitarian countries of Scandinavia and the considerably more diverse societies of southern Europe remained distinctive; and the English-speaking lands of the Atlantic world and the British Empire continued to reflect long-standing class distinctions. But each in its own way was affected by the growing intolerance of immoderate inequality, initiating public provision to compensate for private inadequacy.
Over the past thirty years we have thrown all this away. To be sure, “we” varies with country. The greatest extremes of private privilege and public indifference have resurfaced in the US and the UK: epicenters of enthusiasm for deregulated market capitalism. Although countries as far apart as New Zealand and Denmark, France and Brazil have expressed periodic interest in deregulation, none has matched Britain or the United States in their unwavering thirty-year commitment to the unraveling of decades of social legislation and economic oversight.
In 2005, 21.2 percent of US national income accrued to just 1 percent of earners. Contrast 1968, when the CEO of General Motors took home, in pay and benefits, about sixty-six times the amount paid to a typical GM worker. Today the CEO of Wal-Mart earns nine hundred times the wages of his average employee. Indeed, the wealth of the Wal-Mart founder’s family in 2005 was estimated at about the same ($90 billion) as that of the bottom 40 percent of the US population: 120 million people.
The UK too is now more unequal—in incomes, wealth, health, education, and life chances—than at any time since the 1920s. There are more poor children in the UK than in any other country of the European Union. Since 1973, inequality in take-home pay increased more in the UK than anywhere except the US. Most of the new jobs created in Britain in the years 1977–2007 were at either the very high or the very low end of the pay scale.
The consequences are clear. There has been a collapse in intergenerational mobility: in contrast to their parents and grandparents, children today in the UK as in the US have very little expectation of improving upon the condition into which they were born. The poor stay poor.
[...]
Inequality is corrosive. It rots societies from within. The impact of material differences takes a while to show up: but in due course competition for status and goods increases; people feel a growing sense of superiority (or inferiority) based on their possessions; prejudice toward those on the lower rungs of the social ladder hardens; crime spikes and the pathologies of social disadvantage become ever more marked. The legacy of unregulated wealth creation is bitter indeed.
As recently as the 1970s, the idea that the point of life was to get rich and that governments existed to facilitate this would have been ridiculed: not only by capitalism’s traditional critics but also by many of its staunchest defenders. Relative indifference to wealth for its own sake was widespread in the postwar decades. In a survey of English schoolboys taken in 1949, it was discovered that the more intelligent the boy the more likely he was to choose an interesting career at a reasonable wage over a job that would merely pay well. Today’s schoolchildren and college students can imagine little else but the search for a lucrative job.
How should we begin to make amends for raising a generation obsessed with the pursuit of material wealth and indifferent to so much else? Perhaps we might start by reminding ourselves and our children that it wasn’t always thus. Thinking “economistically,” as we have done now for thirty years, is not intrinsic to humans. There was a time when we ordered our lives differently.
No society can surely be flourishing and happy, of which the far greater part of the members are poor and miserable.
—Adam Smith
Wednesday, January 18, 2012
Σεβασμός, αυτοσεβασμός, κατανόηση
E se me achar esquisita, respeite tambem. ate eu fui obrigada a me respeitar.
Kαι αν με βρίσκεις παράξενη, πάλι σεβάσου με. ακόμα και εγώ υποχρεώθηκα να με σεβαστώ.
Clarice Lispector
Kαι αν με βρίσκεις παράξενη, πάλι σεβάσου με. ακόμα και εγώ υποχρεώθηκα να με σεβαστώ.
Clarice Lispector
Wednesday, January 11, 2012
Was Pablo Neruda murdered?
From El Pais:
Former driver's testimony has led to court inquiry into allegations that the Chilean Nobel Prize winner was killed while waiting to go into exile
ROCÍO MONTES ROJAS 08/12/2011
Pablo Neruda's death certificate says the beloved poet died from prostate cancer on September 23, 1973 - just less than two weeks after his friend and fellow Marxist, President Salvador Allende, was deposed in a bloody coup. But nearly 40 years after his death, and the events that plunged Chile into one of the darkest periods of its modern history, Neruda's former driver has created a commotion by coming forward to charge that the poet was murdered under the orders of dictator Augusto Pinochet.
"After the September 11 coup, he was planning to go into exile with his wife Matilde. The plan was to try to overthrow the dictator within three months from abroad. He was going to ask the world to help overthrow Pinochet but before he could board a plane the plotters took advantage of the fact that he had been admitted to a hospital, and that's where they injected him in his stomach with poison," claims Manuel del Carmen Araya Osorio, a 65-year-old taxi driver.
The complete article:
http://www.elpais.com/articulo/english/Was/poet/Pablo/Neruda/murdered/elpepueng/20111208elpeng_1/Ten
Former driver's testimony has led to court inquiry into allegations that the Chilean Nobel Prize winner was killed while waiting to go into exile
ROCÍO MONTES ROJAS 08/12/2011
Pablo Neruda's death certificate says the beloved poet died from prostate cancer on September 23, 1973 - just less than two weeks after his friend and fellow Marxist, President Salvador Allende, was deposed in a bloody coup. But nearly 40 years after his death, and the events that plunged Chile into one of the darkest periods of its modern history, Neruda's former driver has created a commotion by coming forward to charge that the poet was murdered under the orders of dictator Augusto Pinochet.
"After the September 11 coup, he was planning to go into exile with his wife Matilde. The plan was to try to overthrow the dictator within three months from abroad. He was going to ask the world to help overthrow Pinochet but before he could board a plane the plotters took advantage of the fact that he had been admitted to a hospital, and that's where they injected him in his stomach with poison," claims Manuel del Carmen Araya Osorio, a 65-year-old taxi driver.
The complete article:
http://www.elpais.com/articulo/english/Was/poet/Pablo/Neruda/murdered/elpepueng/20111208elpeng_1/Ten
Friday, December 16, 2011
History repeats itself?
Υφεση και Δημοκρατία
Paul Krugman
TO BHMA/ The New York Times
Είναι καιρός να αρχίσουμε να αποκαλούμε την τρέχουσα κατάσταση με το όνομα της: είναι ύφεση. Σύμφωνοι, δεν είναι ένα ολοκληρωμένο ριπλέι της Μεγάλης Ύφεσης, αλλά αυτό δεν είναι παρηγοριά. Η ανεργία τόσο στην Αμερική, όσο και στην Ευρώπη, παραμένει καταστροφικά υψηλή. Ηγέτες και θεσμοί απαξιώνονται όλο και περισσότερο. Και οι δημοκρατικές αξίες βρίσκονται υπό πολιορκία.
Ως προς το τελευταίο σημείο, δεν κινδυνολογώ. Τόσο στο πολιτικό όσο και στο οικονομικό μέτωπο είναι σημαντικό να μην πέσουμε στην παγίδα της σύγκρισης με το Κραχ. Η υψηλή ανεργία δεν είναι «καλή», μόνο και μόνο επειδή δεν έχει φτάσει στα επίπεδα του 1933: και οι δυσοίωνες πολιτικές τάσεις δεν πρέπει να απορρίπτονται, μόνο και μόνο επειδή δεν έχει εμφανιστεί ακόμη κάποιος Χίτλερ.
Ας μιλήσουμε συγκεκριμένα για το τι συμβαίνει στην Ευρώπη - όχι επειδή όλα πάνε καλά στην Αμερική, αλλά επειδή πολύς κόσμος δεν έχει συνειδητοποιήσει την βαρύτητα των ευρωπαϊκών πολιτικών εξελίξεων.
Πρώτα απ' όλα, η κρίση του ευρώ σκοτώνει το Ευρωπαϊκό Όνειρο. Το κοινό νόμισμα, που υποτίθεται πως θα ένωνε τα κράτη, έχει αντίθετα δημιουργήσει μια ατμόσφαιρα πικρής αντιπαράθεσης.
Ιδίως οι απαιτήσεις για όλο και σκληρότερη λιτότητα, χωρίς καμιά αντισταθμιστική αναπτυξιακή προσπάθεια, έχουν κάνει διπλή ζημιά. Έχουν αποτύχει ως οικονομική πολιτική, επιδεινώνοντας την ανεργία χωρίς να αποκαταστήσουν την εμπιστοσύνη: μια πανευρωπαϊκή ύφεση μοιάζει πλέον πιθανή, ακόμη κι αν η άμεση απειλή μιας πιστωτικής κρίσης έχει απομακρυνθεί. Και επίσης έχουν δημιουργήσει ένα τρομερό κύμα οργής, καθώς πολλοί Ευρωπαίοι έχουν εξοργιστεί, δικαίως ή αδίκως (ή και τα δυο), με αυτό που θεωρούν σαν υπερβολική εξάσκηση της Γερμανικής ισχύος.
Ουδείς γνώστης της ευρωπαϊκής ιστορίας μπορεί να δει αυτή την επιστροφή του κλίματος εχθρότητας χωρίς να νιώσει ρίγος. Ίσως όμως τα πράγματα να είναι ακόμη χειρότερα απ΄ ότι νομίζουμε.
Οι δεξιοί λαϊκιστές ενισχύονται συνεχώς - από την Αυστρία, όπου το «Κόμμα της Ελευθερίας» (ο ηγέτης του οποίου έχει διασυνδέσεις με νεοναζιστές) συναγωνίζεται στις δημοσκοπήσεις τα παραδοσιακά κόμματα, ως τη Φιλανδία, όπου το αντιμεταναστευτικό κόμμα των «Αληθινών Φιλανδών» ενισχύθηκε στις εκλογές του περασμένου Απρίλη. Και αυτές είναι πλούσιες χώρες, οι οικονομίες των οποίων άντεξαν την κρίση. Τα πράγματα μοιάζουν ακόμη πιο δυσοίωνα στα φτωχότερα έθνη της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης.
Τον περασμένο μήνα, η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης (EBRD) τεκμηρίωσε μια ραγδαία υποχώρηση στην υποστήριξη που απολαμβάνει το δημοκρατικό πολίτευμα στην κοινή γνώμη των κρατών της λεγόμενης «Νέας Ευρώπης», των χωρών που μπήκαν στην Ευρωπαϊκή Ένωση μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου. Διόλου περίεργο που η απώλεια της πίστεως προς τη δημοκρατία είναι εντονότερη στις χώρες που υπέφεραν από τις μεγαλύτερες οικονομικές «βουτιές».
Και σε ένα τουλάχιστον έθνος, την Ουγγαρία, οι δημοκρατικοί θεσμοί υπονομεύονται ήδη. Ένα από τα μεγαλύτερα κόμματα της Ουγγαρίας, το «Γιόμπικ», είναι ένας εφιάλτης βγαλμένος από την δεκαετία του 1930: είναι αντί-Ρομά (Τσιγγάνοι), είναι αντισημιτικό, και διαθέτει ακόμη και παραστρατιωτικό βραχίονα. Αλλά η άμεση απειλή έρχεται από το «Φίντες», το κυβερνών κεντροδεξιό κόμμα.
Το «Φίντες» εξασφάλισε πέρσι μια εντυπωσιακή κοινοβουλευτική πλειοψηφία, εν μέρει τουλάχιστον λόγω της οικονομικής κατάστασης: η Ουγγαρία δεν συμμετέχει στο ευρώ, αλλά υπέφερε λόγω του μεγάλης κλίμακας δανεισμού σε ξένα νομίσματα και επίσης, για να είμαστε ειλικρινείς, λόγω της κακοδιαχείρισης και της διαφθοράς των αριστερών-προοδευτικών κομμάτων που ήταν πριν στην κυβέρνηση. Τώρα το «Φίντες», αφού πέρασε ετσιθελικά την περασμένη άνοιξη ένα νέο Σύνταγμα σε μια αμιγώς κομματική ψηφοφορία, δείχνει αποφασισμένο να «μονιμοποιηθεί» στην εξουσία.
Το ζήτημα είναι περίπλοκο. Η Κιμ Λέιν Σέπελ, διευθύντρια του προγράμματος Νομικών και Δημόσιων Υποθέσεων στο πανεπιστήμιο Πρίνστον, παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις στην Ουγγαρία: μου λέει ότι το «Φίντες» βασίζεται σε μια σειρά μέτρων για να καταπνίξει την αντιπολίτευση. Ένας προτεινόμενος εκλογικός νόμος αλλάζει τον χάρτη των εκλογικών περιφερειών κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να είναι πρακτικά σχεδόν αδύνατος ο σχηματισμός κυβέρνησης από τα άλλα κόμματα. Η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης δέχεται συνεχή πλήγματα, ενώ τα δικαστήρια έχουν γεμίσει από κομματικά στελέχη. Τα κρατικά ΜΜΕ έχουν μετατραπεί σε κομματικά όργανα, ενώ τα ανεξάρτητα ΜΜΕ βρίσκονται υπό διωγμό. Και μια νέα προτεινόμενη συνταγματική τροποποίηση θα θέσει ουσιαστικά εκτός νόμου το ισχυρότερο αριστερό κόμμα.
Όλα αυτά μαζί συνιστούν μια επανεγκαθίδρυση της απολυταρχικής εξουσίας, κάτω από ένα λεπτότατο λούστρο δημοκρατίας, στην καρδιά της Ευρώπης. Και αυτό είναι ένα δείγμα των όσων μπορεί να συμβούν ευρύτερα, αν αυτή η ύφεση συνεχιστεί.
Δεν είναι ξεκάθαρο τι μπορεί να γίνει με την διολίσθηση της Ουγγαρίας προς τον αυταρχισμό. Το αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών, προς τιμήν του, παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις, αλλά κατά βάση πρόκειται για ένα Ευρωπαϊκό ζήτημα. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχασε την ευκαιρία να αναχαιτίσει από την αρχή την προσπάθεια του «Φιντες» να μονοπωλήσει την εξουσία - εν μέρει διότι η συνταγματική μεταρρύθμιση πραγματοποιήθηκε ενώ η Ουγγαρία κατείχε την εκ περιτροπής προεδρία της Ένωσης. Τώρα θα είναι πολύ πιο δύσκολο να αντιμετωπιστεί: καλύτερα όμως να προσπαθήσουν οι Ευρωπαίοι ηγέτες να το κάνουν, αν δεν θέλουν να κινδυνεύσουν μια μέρα να χάσουν όλα όσα πρεσβεύουν.
Και πρέπει επίσης να ξανασκεφτούν τις αποτυχημένες τους οικονομικές πολιτικές. Αν δεν το πράξουν, θα υπάρξει ακόμη μεγαλύτερη οπισθοδρόμηση για την δημοκρατία - και η διάλυση του ευρώ μπορεί να αποδειχτεί η μικρότερη από τις ανησυχίες τους.
Paul Krugman
TO BHMA/ The New York Times
Είναι καιρός να αρχίσουμε να αποκαλούμε την τρέχουσα κατάσταση με το όνομα της: είναι ύφεση. Σύμφωνοι, δεν είναι ένα ολοκληρωμένο ριπλέι της Μεγάλης Ύφεσης, αλλά αυτό δεν είναι παρηγοριά. Η ανεργία τόσο στην Αμερική, όσο και στην Ευρώπη, παραμένει καταστροφικά υψηλή. Ηγέτες και θεσμοί απαξιώνονται όλο και περισσότερο. Και οι δημοκρατικές αξίες βρίσκονται υπό πολιορκία.
Ως προς το τελευταίο σημείο, δεν κινδυνολογώ. Τόσο στο πολιτικό όσο και στο οικονομικό μέτωπο είναι σημαντικό να μην πέσουμε στην παγίδα της σύγκρισης με το Κραχ. Η υψηλή ανεργία δεν είναι «καλή», μόνο και μόνο επειδή δεν έχει φτάσει στα επίπεδα του 1933: και οι δυσοίωνες πολιτικές τάσεις δεν πρέπει να απορρίπτονται, μόνο και μόνο επειδή δεν έχει εμφανιστεί ακόμη κάποιος Χίτλερ.
Ας μιλήσουμε συγκεκριμένα για το τι συμβαίνει στην Ευρώπη - όχι επειδή όλα πάνε καλά στην Αμερική, αλλά επειδή πολύς κόσμος δεν έχει συνειδητοποιήσει την βαρύτητα των ευρωπαϊκών πολιτικών εξελίξεων.
Πρώτα απ' όλα, η κρίση του ευρώ σκοτώνει το Ευρωπαϊκό Όνειρο. Το κοινό νόμισμα, που υποτίθεται πως θα ένωνε τα κράτη, έχει αντίθετα δημιουργήσει μια ατμόσφαιρα πικρής αντιπαράθεσης.
Ιδίως οι απαιτήσεις για όλο και σκληρότερη λιτότητα, χωρίς καμιά αντισταθμιστική αναπτυξιακή προσπάθεια, έχουν κάνει διπλή ζημιά. Έχουν αποτύχει ως οικονομική πολιτική, επιδεινώνοντας την ανεργία χωρίς να αποκαταστήσουν την εμπιστοσύνη: μια πανευρωπαϊκή ύφεση μοιάζει πλέον πιθανή, ακόμη κι αν η άμεση απειλή μιας πιστωτικής κρίσης έχει απομακρυνθεί. Και επίσης έχουν δημιουργήσει ένα τρομερό κύμα οργής, καθώς πολλοί Ευρωπαίοι έχουν εξοργιστεί, δικαίως ή αδίκως (ή και τα δυο), με αυτό που θεωρούν σαν υπερβολική εξάσκηση της Γερμανικής ισχύος.
Ουδείς γνώστης της ευρωπαϊκής ιστορίας μπορεί να δει αυτή την επιστροφή του κλίματος εχθρότητας χωρίς να νιώσει ρίγος. Ίσως όμως τα πράγματα να είναι ακόμη χειρότερα απ΄ ότι νομίζουμε.
Οι δεξιοί λαϊκιστές ενισχύονται συνεχώς - από την Αυστρία, όπου το «Κόμμα της Ελευθερίας» (ο ηγέτης του οποίου έχει διασυνδέσεις με νεοναζιστές) συναγωνίζεται στις δημοσκοπήσεις τα παραδοσιακά κόμματα, ως τη Φιλανδία, όπου το αντιμεταναστευτικό κόμμα των «Αληθινών Φιλανδών» ενισχύθηκε στις εκλογές του περασμένου Απρίλη. Και αυτές είναι πλούσιες χώρες, οι οικονομίες των οποίων άντεξαν την κρίση. Τα πράγματα μοιάζουν ακόμη πιο δυσοίωνα στα φτωχότερα έθνη της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης.
Τον περασμένο μήνα, η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης (EBRD) τεκμηρίωσε μια ραγδαία υποχώρηση στην υποστήριξη που απολαμβάνει το δημοκρατικό πολίτευμα στην κοινή γνώμη των κρατών της λεγόμενης «Νέας Ευρώπης», των χωρών που μπήκαν στην Ευρωπαϊκή Ένωση μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου. Διόλου περίεργο που η απώλεια της πίστεως προς τη δημοκρατία είναι εντονότερη στις χώρες που υπέφεραν από τις μεγαλύτερες οικονομικές «βουτιές».
Και σε ένα τουλάχιστον έθνος, την Ουγγαρία, οι δημοκρατικοί θεσμοί υπονομεύονται ήδη. Ένα από τα μεγαλύτερα κόμματα της Ουγγαρίας, το «Γιόμπικ», είναι ένας εφιάλτης βγαλμένος από την δεκαετία του 1930: είναι αντί-Ρομά (Τσιγγάνοι), είναι αντισημιτικό, και διαθέτει ακόμη και παραστρατιωτικό βραχίονα. Αλλά η άμεση απειλή έρχεται από το «Φίντες», το κυβερνών κεντροδεξιό κόμμα.
Το «Φίντες» εξασφάλισε πέρσι μια εντυπωσιακή κοινοβουλευτική πλειοψηφία, εν μέρει τουλάχιστον λόγω της οικονομικής κατάστασης: η Ουγγαρία δεν συμμετέχει στο ευρώ, αλλά υπέφερε λόγω του μεγάλης κλίμακας δανεισμού σε ξένα νομίσματα και επίσης, για να είμαστε ειλικρινείς, λόγω της κακοδιαχείρισης και της διαφθοράς των αριστερών-προοδευτικών κομμάτων που ήταν πριν στην κυβέρνηση. Τώρα το «Φίντες», αφού πέρασε ετσιθελικά την περασμένη άνοιξη ένα νέο Σύνταγμα σε μια αμιγώς κομματική ψηφοφορία, δείχνει αποφασισμένο να «μονιμοποιηθεί» στην εξουσία.
Το ζήτημα είναι περίπλοκο. Η Κιμ Λέιν Σέπελ, διευθύντρια του προγράμματος Νομικών και Δημόσιων Υποθέσεων στο πανεπιστήμιο Πρίνστον, παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις στην Ουγγαρία: μου λέει ότι το «Φίντες» βασίζεται σε μια σειρά μέτρων για να καταπνίξει την αντιπολίτευση. Ένας προτεινόμενος εκλογικός νόμος αλλάζει τον χάρτη των εκλογικών περιφερειών κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να είναι πρακτικά σχεδόν αδύνατος ο σχηματισμός κυβέρνησης από τα άλλα κόμματα. Η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης δέχεται συνεχή πλήγματα, ενώ τα δικαστήρια έχουν γεμίσει από κομματικά στελέχη. Τα κρατικά ΜΜΕ έχουν μετατραπεί σε κομματικά όργανα, ενώ τα ανεξάρτητα ΜΜΕ βρίσκονται υπό διωγμό. Και μια νέα προτεινόμενη συνταγματική τροποποίηση θα θέσει ουσιαστικά εκτός νόμου το ισχυρότερο αριστερό κόμμα.
Όλα αυτά μαζί συνιστούν μια επανεγκαθίδρυση της απολυταρχικής εξουσίας, κάτω από ένα λεπτότατο λούστρο δημοκρατίας, στην καρδιά της Ευρώπης. Και αυτό είναι ένα δείγμα των όσων μπορεί να συμβούν ευρύτερα, αν αυτή η ύφεση συνεχιστεί.
Δεν είναι ξεκάθαρο τι μπορεί να γίνει με την διολίσθηση της Ουγγαρίας προς τον αυταρχισμό. Το αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών, προς τιμήν του, παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις, αλλά κατά βάση πρόκειται για ένα Ευρωπαϊκό ζήτημα. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχασε την ευκαιρία να αναχαιτίσει από την αρχή την προσπάθεια του «Φιντες» να μονοπωλήσει την εξουσία - εν μέρει διότι η συνταγματική μεταρρύθμιση πραγματοποιήθηκε ενώ η Ουγγαρία κατείχε την εκ περιτροπής προεδρία της Ένωσης. Τώρα θα είναι πολύ πιο δύσκολο να αντιμετωπιστεί: καλύτερα όμως να προσπαθήσουν οι Ευρωπαίοι ηγέτες να το κάνουν, αν δεν θέλουν να κινδυνεύσουν μια μέρα να χάσουν όλα όσα πρεσβεύουν.
Και πρέπει επίσης να ξανασκεφτούν τις αποτυχημένες τους οικονομικές πολιτικές. Αν δεν το πράξουν, θα υπάρξει ακόμη μεγαλύτερη οπισθοδρόμηση για την δημοκρατία - και η διάλυση του ευρώ μπορεί να αποδειχτεί η μικρότερη από τις ανησυχίες τους.
Thursday, November 24, 2011
Αναζητώντας το Κέντρο, του Α. Δοξιάδη
Η ευθύνη των πνευματικών ανθρώπων απέναντι στη Κοινωνία έγγυται στο να την οδηγήσουν στην "καθαρή σκέψη", να βοηθήσουν δηλαδή την Κοινή Γνώμη να προσεγγίζει τα ζητήματα που την αφορούν, απαλλαγμένη από προκαταλήψεις, δογματισμούς και εμμονές. Να γίνουν το αντίβαρο στην παραπλανητική γοητεία των εύκολων συνθημάτων και της υπεραπλούστευσης, αναδεικνύοντας τις λεπτές έννοιες και ξεμπλέκοντας το χαοτικό νήμα της πραγματικότητας.
Για μια τόσο δύσκολη συγκυρία σαν την τωρινή, οι επιδόσεις της Διανόησης είναι μάλλον απογοητευτικές. Όμως, υπάρχουν ευχάριστες αξαιρέσεις, που ωφείλουμε να ακούσουμε με προσοχή:
Διάβασα μια ανάλυση και ιστορική αναδρομή του πολιτικού μας συστήματος από τον Απόστολου Δοξιάδη, ο οποίος διατυπώνει την άποψη ότι είναι αναγκαίο να επαναπροσδιοριστεί και να ανασυγκροτηθεί ο χώρος του Κέντρου στο πολιτικό φάσμα. Αν κατά το παρελθόν, μας λέει, το Κέντρο ήταν ο χώρος νηφαλιότητας ανάμεσα στην κομμουνιστική/αριστερή και την δεξιά υστερία, στη σημερινή συνθήκη το Κέντρο θα πρέπει να είναι η όαση ορθολογισμού και ψυχραιμίας ανάμεσα στον λαικισμό του μετώπου ΠΑΣΟΚ/ΝΔ/ΛΑΟΣ και την άρνηση στην οποία αναλώνεται η Αριστερά.
Το πλήρες κείμενο (από το www.koinonikossyndesmos.org)
Ζητείται Επειγόντως: το Κέντρο
23 Νοεμβρίου, 2011 // Συγγρ: Απόστολος Δοξιάδης //
Του ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΔΟΞΙΑΔΗ*
Το αδιέξοδο όπου βρίσκεται αυτή τη στιγμή η χώρα δε μπορεί να ξεπεραστεί, αν δεν αποκτήσει ξανά φωνή, αλλά και πολιτική υπόσταση, ο φυσικός πλειοψηφικός χώρος μιας δημοκρατικής Ελλάδας, το Κέντρο.
Προϋπόθεση για να αποφύγει η Ελλάδα την επερχόμενη καταστροφή είναι να αλλάξει το άρρωστο κομματικό σύστημα που σημαίνει να συμβεί ένα, ή και τα δύο, από τα παρακάτω: να εξυγιανθούν ριζικά τα μεγάλα κόμματα, στο βαθμό που αυτό είναι δυνατό—φοβάμαι όμως ότι ο βαθμός αυτός ίσως να είναι πολύ μικρός—και να δημιουργηθούν καινούργια, ίσως ενσωματώνοντας και κάποιες από τις υγιέστερες δυνάμεις των παλαιών, που θα επιτρέψουν σε νέους ανθρώπους, με νέο ήθος και πραγματικές ικανότητες, να μπουν στην πολιτική σκηνή. Γιατί μόνο με τα υπάρχοντα κόμματα και το υπάρχον ανθρώπινο υλικό, ως έχει, δε μπορεί να γίνει τίποτε καλό. Καλή ομελέτα με κλούβια αυγά δε φτιάχνεται• παρομοίως, δε γίνεται καλή πολιτική με κακά κόμματα και κακούς πολιτικούς.
Πώς όμως θα αλλάξει το άρρωστο κομματικό σύστημα; Τι είναι αυτό που θα επιτρέψει τις αλλαγές που η συντριπτική πλειοψηφία των σήμερα ενεργών πολιτικών δε θέλει, ή δε μπορεί—ή, συνηθέστερα, και τα δύο—να κάνει; Κατά τη γνώμη μου, για να μπορέσουν να πραγματοποιηθούν οι αλλαγές αυτές πρέπει προηγουμένως να εκφραστεί με ισχυρή φωνή ο χώρος που σε κάποιες φάσεις της νεότερης ιστορίας μας αποκαλούνταν, και σωστά, «κεντρώος». Δε μιλώ εδώ για ένα νέο πολιτικό κόμμα ή, σωστότερα, δε μιλώ μόνο για κάτι τέτοιο. Μιλώ για κάτι βασικότερο, την απαραίτητή του προϋπόθεση. Γιατί ο χώρος του Κέντρου δεν ορίζεται πρωτίστως κομματικά, αλλά πολιτικά, κοινωνικά και πολιτισμικά, και για να υπάρξει ένα νέο κόμμα με προοπτική, πρέπει να ξέρουμε, και να ξέρει, ποια είναι η κοινωνική πολιτική, κοινωνική και πολιτισμική κατηγορία που εκφράζει.
Ο χώρος του Κέντρου αποτελεί στη σημερινή Ελλάδα προβληματική έννοια. Κάποιοι τον επικαλούνται, χωρίς να ξέρουν τι ακριβώς εννοούν, κάποιοι, όπως ο Διογένης με το φανάρι, τον αποζητούν γύρω τους, εις μάτην, κάποιοι τον αναπολούν με νοσταλγία, άλλοι τον λοιδωρούν, ενώ τέλος μερικοί—κυρίως τα κόμματα εξουσίας, που έχουν κάθε συμφέρον γι’ αυτό—θέλουν να τον υποβαθμίσουν ως αναχρονισμό, μια έννοια ληγμένη. Κι όμως, ο κεντρώος χώρος είναι αυτός που κατοικείται από το μεγαλύτερο αριθμό των πολιτών, που αντιπροσωπεύει δηλαδή τη μεγάλη πλειοψηφία των Ελληνίδων και των Ελλήνων, των μέσων, εργατικών, μετριοπαθών, πολιτικά αφανάτιστων πολιτών, χωρίς παρά ταύτα να τολμά να ομολογήσει το όνομά του. Έτσι, το να ξαναορίσουμε το νόημα της έννοιας «Κέντρο», και μέσα από τον ορισμό να της ξαναδώσουμε φωνή, είναι σήμερα πιο απαραίτητο παρά ποτέ.
Μια από τις ιδιομορφίες του πολιτικού Κέντρου είναι ότι ορίζεται πάντα ευκολότερα ως αντίθεση στα άκρα, παρά αυτόνομα, ως το τι είναι το ίδιο—αυτό άλλωστε μαρτυρεί και η ονομασία του. Κι εδώ είναι απαραίτητη μια πρόχειρη ιστορική αναδρομή:
Η έννοια του Κέντρου γίνεται κυριαρχική στην πολιτική ζωή ουσιαστικά μετά τον Εμφύλιο, καθώς στη διάρκειά του, ιδιαίτερα στα τελευταία χρόνια, η Ελλάδα έχει χωριστεί σε δύο μόνο παρατάξεις: το ΚΚΕ και τους συμμάχους του από τη μια, και όλους τους άλλους από την άλλη—το Κέντρο ενσωματώνεται φυσικά στη δεύτερη κατηγορία. Στην περίοδο από το τέλος του Εμφυλίου ως την απριλιανή Δικτατορία, το 1967, το Κέντρο ορίζεται μέσω μιας διπλής αντίθεσης: αφ’ ενός από μια Αριστερά που ήταν τότε, πότε περισσότερο-πότε λιγότερο φανερά, ευθυγραμμισμένη με τη στρατηγική του Σοβιετικού μπλοκ, χωρίς να αποτάξει, ούτε στην ηπιότερη εκδοχή της, την ΕΔΑ της δεκαετίας του 1960, τον αντιδυτικό χαρακτήρα που αυτή η ένταξη επέβαλλε• και αφ’ ετέρου από μια Δεξιά που τη χαρακτήριζαν η τυφλή προσάρτησή της στο άρμα του Παλατιού, αλλά και ο ιδεολογικού τύπου εθνικισμός και αντικομμουνισμός. Κατοικώντας το μέσο χώρο, το Κέντρο είχε ταυτόχρονα και κάποια σημεία επαφής με τα δύο άκρα που αρνιόταν: με την Αριστερά, το έφερνε κοντύτερα μια λιγότερο συντηρητική πολιτισμική στάση (δημοτικισμός, άρνηση της εθνικιστικής και ακραία αντικομμουνιστικής ρητορικής), καθώς και η επιδίωξη των ίσων ευκαιριών και του κοινωνικού κράτους, ενώ με τη Δεξιά το ένωνε ο φιλοδυτικός προσανατολισμός, και η κοινή πίστη στην αστική δημοκρατία ως αντίθεση του μαρξιστικού ολοκληρωτισμού. Με δυο λόγια, το Κέντρο εκείνα τα χρόνια οριζόταν—έστω και αν δεν το δήλωνε πάντα με αυτούς τους σαφείς όρους—ως ένας πολιτικός χώρος ταυτόχρονα αντι-αριστερός και αντι-δεξιός, ως ταυτόχρονη άρνηση και των δύο άκρων, που όμως αφομοίωνε κάποια μη-ακραία χαρακτηριστικά και των δυο. Αλλά καθώς ο κύριος εκλογικός αντίπαλος του Κέντρου, από το τέλος του Εμφυλίου και ως το 1967, ήταν η Δεξιά, η ταυτότητα του οριζόταν πιο έκδηλα από την αντίθεσή του σε αυτήν, παρά την Αριστερά. (Παρά ταύτα, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το προδικτατορικο Κέντρο παρέμεινε επί της ουσίας εξ ίσου αντι-αριστερό όσο και αντι-δεξιό, που τότε σήμαινε, κυρίως, αντικομμουνιστικό.) Τέλος, στο βαθμό που η ταυτότητά του οριζόταν θετικά, και όχι εκ των αντιθέσεών του, το προδικτατορικό Κέντρο ήταν ένας χώρος που αντλούσε τη δύναμή του από την πίστη στη φιλελεύθερη δημοκρατία και την ένταξη στη Δύση.
Τα χρόνια της επτάχρονης στρατιωτικής δικτατορίας δημιουργήθηκε μια νέα συσπείρωση στις πολιτικές δυνάμεις. Από το τρίδυμο Δεξιά, Κέντρο, Αριστερά, περάσαμε πάλι σε ένα διχασμό, μόνο που τώρα η κύρια αντίθεση είχε αλλάξει από αυτήν του Εμφυλίου: τότε, ήταν ΚΚΕ/υπόλοιποι• στο διάστημα 1967-74 έγινε χούντα/υπόλοιποι.
Η χούντα, βέβαια, παρά τα άπειρα στραβά της, έβαλε στο δρόμο της τελικής λύσης το πολιτειακό, με την εξορία του Κωνσταντίνου το Δεκέμβριο του 1967, και το δημοψήφισμα κατά της Βασιλείας, το 1973. Έτσι, με την αποκατάσταση της δημοκρατίας, τον Ιούλιο του 1974, το πολιτικό τοπίο δε μπορούσε να επανέλθει στο προδικτατορικό, τα δεδομένα είχαν αλλάξει. Δύο ήταν οι καθοριστικοί παράγοντες που διαμόρφωσαν το μεταδικτατορικό τοπίο: οι μεγάλες πρωτοβουλίες του Καραμανλή (νομιμοποίηση του ΚΚΕ και δημοψήφισμα-οριστική επίλυση του πολιτειακού) και η δημιουργία του νέου τύπου κόμματος του Ανδρέα Παπανδρέου, του ΠΑΣΟΚ, ενός «κινήματος» που εκτός των άλλων εξαφάνισε—κι αυτό δεν είναι διόλου τυχαίο—μέσα σε μια επταετία, ως το 1981, τα κόμματα του πολιτικού Κέντρου.
Με τη νομιμοποίηση του ΚΚΕ και την οριστική επίλυση του πολιτειακού, η Δεξιά είχε χάσει τα δύο της βασικά ερείσματα: τον ψυχροπολεμικό αντικομμουνισμό και την ταύτιση με το Παλάτι, και ό,τι αυτό συμβόλιζε. Χωρίς αυτά τα δύο, είχε χάσει το λόγο ύπαρξής της, οπότε η Νέα Δημοκρατία έπρεπε να δημιουργήσει μια νέα ταυτότητα, που ενσωμάτωνε σε μεγάλο βαθμό και τους περισσότερους ψηφοφόρους του προδικτατορικού Κέντρου. Όμως, η εξαφάνιση αυτή διόλου δε βόλευε τα σχέδια του Ανδρέα Παπανδρέου, που γι’ αυτό αποφάσισε να αναστήσει την παλιά Δεξιά, ως βολικό αχυράνθρωπο, ώστε να παίξει πιο εύκολα το δικό του πολιτικό παιχνίδι. Αντί όμως για την παραδοσιακή Δεξιά, που ουσιαστικά είχε σβήσει, στερούμενη ερεισμάτων, ο Ανδρέας ανέστησε ως αντίπαλο τη «Δεξιά», δηλαδή μια ουσιαστικά μυθική έννοια, που την έφτιαξε κατά πως τον βόλευε, μια καρικατούρα του παλιού εαυτού της, που τη φόρεσε σιγά σιγά καπέλο στην τότε ανυποψίαστη Νέα Δημοκρατία.
Ο Ανδρέας διαμόρφωσε σαν επιδέξιος ταχυδακτυλουργός το νέο πολιτικό τοπίο, δημιουργώντας εχθρούς και συμμάχους κατά τα γούστα του. Αφ’ ενός, κατάφερε να πλήξει καίρια τη Νέα Δημοκρατία περιορίζοντάς τη, με το δικό του ορισμό, σε κάτι που δεν ήταν, τη Δεξιά παλαιού τύπου. Αυτό το κατάφερε με το πνεύμα που ενσάρκωσε το στρεβλό σύνθημα «ο Λαός δεν ξεχνά τι σημαίνει Δεξιά». Γιατί φυσικά η Νέα Δημοκρατία του Κωνσταντίνου Καραμανλή, που επέβαλλε και διεξήγαγε υποδειγματικά το δημοψήφισμα που κατήργησε τη βασιλεία και νομιμοποίησε το ΚΚΕ, δεν ήταν ούτε φιλοβασιλική ούτε ψυχροπολεμικά αντικομμουνιστική. Άρα δεν ήταν και αυτό που «σήμαινε Δεξιά» στα μάτια των Ελληνίδων και των Ελλήνων, δηλαδή αυτό που έλεγε ο Ανδρέας ότι σήμαινε. Όμως ο πολύς κόσμος δεν πίστεψε την αλήθεια, αλλά τον Ανδρέα.
Αφ’ ετέρου, ο μέγας λαοπλάνος κατάφερε καίριο πλήγμα στο χώρο στα αριστερά του, αναγορεύοντας το ΠΑΣΟΚ του κύριο κληρονόμο των παραδόσεών της Αριστεράς, και περιθωριοποιώντας την ίδια με εκείνο το αλήστου μνήμης, ανδρεϊκής επινοήσεως, «λοιπές δημοκρατικές δυνάμεις». Η υφαρπαγή της ιστορίας της Αριστεράς έγινε με την άλλη μεγάλη πομφόλυγα της δεκαετίας του 1980, τη λεγόμενη «Εθνική Συμφιλίωση», που ενσάρκωσε εμβληματικά η τοποθέτηση του Μάρκου Βαφειάδη ως βουλευτή Επικρατείας. (Η κίνησή του Ανδρέα ήταν φυσικά καθαρά συμβολική, και κενή περιεχομένου, καθώς η εθνική συμφιλίωση είχε επιτευχθεί στην ουσία τον Ιούλιο του 1974, από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, με τη νομιμοποίηση του ΚΚΕ και του (τότε) ΚΚΕ Εσωτερικού. Τα άλλα ήταν λόγια, παράτες, φιέστες και κενή ρητορεία. )
Με το διπλό χτύπημα των συμβόλων και των συνθημάτων, δεξιά και αριστερά, που διέλυσε τους δυο πολιτικούς αντιπάλους του ΠΑΣΟΚ, αναγορεύοντας τον πρώτο κάτι που δεν ήταν, και παίρνοντας από τον δεύτερο την ιστορία του, το πολιτικό τοπίο της Ελλάδας υπέστη βίαια αναμόρφωση. Ο κύριος στόχος του Ανδρέα όμως δεν ήταν ούτε η Δεξιά ούτε η Αριστερά: ήταν η διάλυση του χώρου του Κέντρου, του μεγάλου πλειοψηφικού χώρου των μετριοπαθών ελληνίδων και ελλήνων πολιτών, που αποτελούσε και την κύρια δεξαμενή υποψήφιων ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ. Στήνοντάς απέναντί του μια Δεξιά-μπαμπούλα, μια φαντασίωση ενός σχεδόν φασιστικού-απολυταρχικού φάντασματος, ο Ανδρέας όρισε τον εαυτό του, και το ΠΑΣΟΚ του, ως ηγέτη ενός άτυπου λαϊκού Μετώπου, ενός νέου ανένδοτου αγώνα, που βάφτιζε ό,τι δεν ήταν «Δεξιά», δικό του χώρο. Αυτό ήταν το μέγιστο στρατήγημά του, και συνάμα το μεγαλύτερο κακό που έκανε στην ελληνική πολιτική ο Ανδρέας Παπανδρέου.
Ο Ανδρέας όρισε εξ αρχής τους κανόνες τους πολιτικού παιχνιδιού, με την αντίληψή του για την πολιτική να αποτελεί πλήρη ενσάρκωση της ρήσης του Μιτεράν, ότι «πολιτική είναι η διαχείριση των συμβόλων». Έτσι, ο Ανδρέας δεν ήταν μεγάλος πολιτικός αλλά μεγάλος λαοπλάνος, δημαγωγός, πολιτικάντης. Κι αυτό του το «μεγαλείο» η Ελλάδα το πλήρωσε ακριβά, και ίσως να το πληρώσει μελλοντικά ακόμη ακριβότερα.
Γιατί η πολιτική, βέβαια, δεν είναι αυτό που είπε ο Μιτεράν ή, σωστότερα, δεν πρέπει να είναι αυτό, αλλά κάτι άλλο, κάτι πολύ πιο απαραίτητο στη ζωή των ανθρώπων. Η καλή πολιτική δεν είναι η διαχείριση των συμβόλων—αν και είναι, αναγκαία, εν μέρει και αυτό—αλλά των πραγματικών ζητημάτων και προβλημάτων μιας χώρας, διαχείριση που βασίζεται στην παράλληλη ύπαρξη και λειτουργία ενός σωστού κράτους. Η καλή πολιτική συμβαδίζει με το σωστό κράτος που, για να είναι σωστό, δεν πρέπει να εξαρτάται παρά ελάχιστα από την πολιτική: η έκφραση «κρατικός μηχανισμός» δηλώνει ακριβώς ότι, σε μια σωστή δημοκρατία, το κράτος πρέπει να λειτουργεί σωστά, καλοκουρδισμένο ρολόι, ανεξάρτητα των πολιτικών. Αντ’ αυτού, ο Ανδρέας έδωσε στο ελληνικό κράτος το τελευταίο καίριο πλήγμα, διαλύοντάς το εντελώς. Για την ακρίβεια, προχώρησε πολύ παραπέρα στη διάλυσή του από αυτούς που αναθεμάτιζε ως εχθρούς του κράτους, δηλαδή το προχουντικό παρακράτος, και την ίδια τη χούντα-κράτος, κομματικοποιώντας τη δεκαετία του 1980 το κράτος σε βαθμό πρωτόγνωρο. Έπειτα, για να τον ανταγωνιστεί η Νέα Δημοκρατία στα χρόνια που ήταν στην εξουσία, τον μιμήθηκε, παίζοντας και αυτή το ίδιο παιχνίδι. Χωρίς αυτόνομο κράτος, όμως, η πολιτική δεν είχε πλέον θεσμικό αντίβαρο, και έτσι το κράτος μας κατάντησε απεικόνιση των δύο μεγάλων κομμάτων που νέμονται επί τριάντα χρόνια την εξουσία, των παρασυναγωγών και των συνεχνιακών ομάδων που τα διοικούν.
Από τη δεκαετία του 1980 και μετά, οι ιδέες και οι αρχές ουσιαστικά καταργήθηκαν, εξορίστηκαν από το μεγαλύτερο μέρος του κομματικού φάσματος—χώρια η περί του αντιθέτου φανφαρόνικες ρητορείες—μαζί και η έννοια των μεγάλων κομμάτων ως έκφρασης ουσιαστικών, συνεκτικών κοινωνικών σχηματισμών. Κι έτσι, αντί για το προδικτατορικό τρίδυμο Δεξιά-Κέντρο-Αριστερά, που είχε σίγουρα πολιτικό-κοινωνικό υπόβαθρο, η μεταπολιτευτική ζωή ορίστηκε από δύο κόμματα αποψιλωμένα από κάθε ουσιαστικό κοινωνικό περιεχόμενο, δηλαδή δυο κόμματα που με τον καιρό καταντούσαν ολοένα και περισσότερο απλές «φίρμες» (brands), με την αντίθεσή τους να έχει όσο ιδεολογικό περιεχόμενο όσο του Παναθηναϊκού με τον Ολυμπιακό. Το να είσαι Πασοκτζής ή Νεοδημοκράτης, έπαψε με τα χρόνια να σημαίνει το οτιδήποτε, από το ότι φοράς πράσινη ή γαλάσια φανέλα, και να νέμεσαι—αν ήσουν οργανωμένος οπαδός—τα προνόμια της ένταξής σου. Καθώς όμως στους ψηφοφόρους των δυο αυτών κομμάτων ανήκαν και όλοι όσοι θα μπορούσαν να ανήκουν στο μεσαίο κοινωνικό χώρο, αυτή η ισοπέδωσή τους κάτω από τις κενές «φίρμες» έπνιξε και κάθε δυνατότητα έκφρασής του Κέντρου.
Πιστεύω ότι όπως η μεταδικτατορική ισοπέδωση του ελληνικού πολιτικού τοπίου από τον Πασοκικής και Νεοδημοκρατικής υφής λαϊκισμό—και τα δύο εντέλει πνευματικά παιδιά του Ανδρέα Παπανδρέου—είχε κύριο θύμα της το Κέντρο, η ανασύστασή του Κέντρου, ως ουσιαστική έκφραση του μεγαλύτερου, παραγωγικότερου, και θετικότερου τμήματος της κοινωνίας, είναι ο εξ ων ουκ άνευ όρος της ανασυγκρότησης της πολιτικής μας ζωής πάνω σε μια βάση χρήσιμη για τον τόπο.
Το νέο αυτό Κέντρο, αναγκαστικά πρέπει να ορισθεί και αρνητικά, όπως πάντα ταιριάζει στο Κέντρο, αλλά και θετικά, όπως απαιτείται από ένα χώρο που πρέπει να οδηγήσει τη χώρα προς τη σωτηρία.
Αρνητικά, το Κέντρο σήμερα πρέπει να ορισθεί και πάλι ως αντίθεση στα δυο άκρα που απειλούν τη Δημοκρατία: το ένα παραμένει, όπως και παλιά, μια Αριστερά που δεν έχει αποκηρύξει το όραμα του ολοκληρωτισμού (έστω και αν η ίδια το βαφτίζει «ιδανική κοινωνία»), μια Αριστερά που αμφισβητεί ευθέως τη δημοκρατία μας, με λόγια (σαφέστατες διακηρύξεις) και έργα (έκνομες ενέργειες κατά της ασφάλειας και της ειρήνης των πολιτών και της εύρυθμης λειτουργίας του κράτους και της καθημερινότητάς μας). Το άλλο άκρο όμως δεν είναι ο Ανδρεοπαπανδρεϊκής επινοήσεως βρυκόλακας «Δεξιά», αλλά ο λαϊκισμός, που απαντιέται σε όλο το εύρος των μη-αριστερών κομμάτων, δηλαδή ΠΑΣΟΚ, ΝΔ και ΛΑΟΣ. Γιατί και στα τρία υπάρχουν πολιτικές τάσεις, αλλά και πολιτικοί, βουλευτές, πολιτευτές και ενεργά μέλη, που συναντιώνται στην ακραία λαϊκίστικη στάση τους, μια στάση ουσιαστικά αντι-ευρωπαϊκή, παρανοϊκά μισαλλόδοξη, που αναζητεί τον πατριωτισμό στην ψωροπερήφανη απομόνωση και κολακεύει τους ψηφοφόρους, αντιτάσσοντας στο παμπάλαιο σύμπλεγμα κατωτερότητας του νεοέλληνα, που η Κρίση το έχει διογκώσει υπερβολικά, το ψέμα μιας άνευ αποδείξεων ανωτερότητας, σε μια νέα παραλλαγή του «όσα δε φτάνει η αλεπού». Αν το καλοσκεφτούμε, οι ακραίοι λαϊκιστές του ΠΑΣΟΚ, της ΝΔ, του ΛΑΟΣ, τα βρίσκουνε μια χαρά μεταξύ τους: αν πετούσαν τις κομματικές τους φανέλες, θα μπορούσαν όλοι κάλλιστα να ανήκουν στα γραφικά γκρουπούσκουλα, τη «Σπίθα» ή το «Άρμα Πολιτών». Αυτά όμως είναι γραφικά μόνο επειδή είναι μικρά. Ενώ, αντίθετα, το κύριο σώμα και η έκφραση του λαϊκισμού, που κρατά δέσμια το ΠΑΣΟΚ και τη ΝΔ στον παλιό, χειρότερο εαυτό τους, και καθορίζει ολοκληρωτικά το ΛΑΟΣ, δεν είναι διόλου γραφικό, γιατί έχει όγκο, μέγεθος, και απειλή να συμπαρασύρει τη χώρα στο δικό του ολέθριο δρόμο.
Όμως το νέο Κέντρο πρέπει να ορισθεί και θετικά, ως αυτό που πραγματικά είναι: η φωνή της πλειοψηφίας των Ελληνίδων και των Ελλήνων πολιτών που είναι σαφής στο θετικό όραμα που αποζητά για τον τόπο, δηλαδή το όραμα μιας φιλελεύθερης κοινωνίας ευρωπαϊκού τύπου, με σύγχρονο κράτος δικαίου, με ευνομία, ισονομία και σωστή λειτουργία των θεσμών. Το όραμα μιας Ελλάδας όπου το κράτος υπηρετεί τους πολίτες, και το Δημόσιο Συμφέρον, και δεν είναι ούτε όργανο των κομμάτων—όπως το κατάντησε η κομματοκρατία των δύο μεγάλων κομμάτων—ούτε μπαμπούλας ολοκληρωτικού τύπου, που εξουσιάζει τις ζωές των πολιτών, όπως το ονειρεύεται η Αριστερά. Το όραμα μιας Ελλάδας όπου η πολιτική και το κράτος υπηρετούν τους πολίτες που αγαπούν τον τόπο τους και θέλουν να ζουν εδώ ειρηνικά και δημιουργικά.
Το νέο αυτό Κέντρο πρέπει να στελεχωθεί από νέους ανθρώπους—νέους στην πολιτική αλλά και, νομίζω, ως επί το πλείστον σχετικά νέους ηλικιακά—που μπορούν με συνέπεια λόγου, πράξης και προσωπικού ιστορικού να εκφράσουν την ουσία του, τη μετριοπάθεια στην πολιτική, και τη στήριξη της δημιουργικότητας στην καθημερινή ζωή, αυτά δηλαδή που είναι το αιτούμενο όλων των καλών πολιτών.
Κάθε εθνική κρίση, κυρίως αν είναι οικονομική, ωθεί τους ανθρώπους στα άκρα, που τα προσεγγίζουν μέσα στην απελπισία του, γιατί τα άκρα πάντα ψεύδονται, συνειδητά ή ασυνείδητα, προσφέροντας την εύκολη ρητορική των απατηλών υποσχέσεων, αντί τη δύσκολη ουσία, που απαιτεί η πραγματικότητα. Η δική μας Κρίση δεν είναι διαφορετική και το βλέπουμε στις δημοσκοπήσεις: τα άκρα ανεβαίνουν, όχι μόνο η Αριστερά, ο ΛΑΟΣ και τα ακροδεξιά μορφώματα, αλλά—ακόμη πιο επικίνδυνα—οι ακραία λαϊκίστικες τάσεις στα δυο μεγάλα (για πόσο ακόμη;) κόμματα. Αν αυτό συνεχισθεί, αν δεν υπάρξει αντίδραση, ο τόπος θα διαλυθεί από τις φυγόκεντρες δυνάμεις των άκρων, ο κοινωνικός ιστός θα διαλυθεί. Η οικονομία θα τσακιστεί, και η Ελλάδα δε θα αντέξει, θα απομονωθεί πολιτικά από τη Δύση και θα γίνει χώρα του Τρίτου Κόσμου, ξανά «ψωροκώσταινα», το υποψήφιο θύμα του κάθε αυριανού ολιγάρχη, μαφιόζου ή δικτάτορα.
Για να αποφευχθεί η διάλυση στην οποία μας τραβούν ολοταχώς, από δυο μεριές, τα άκρα, εντός και εκτός μεγάλων κομμάτων, πρέπει να αποκτήσουμε πάλι Κέντρο. Το σάπιο κομματικό σύστημα θα διαλυθεί για να ανασυντεθεί υγιώς μόνο αν ο κεντρώος χώρος ξανα-αποκτήσει έκφραση, αυτοσυνειδησία και φωνή.
Μόνο ένα νέο, ισχυρό Κέντρο μπορεί να σώσει τη χώρα από την καταστροφή.
* Ο Απόστολος Δοξιάδης είναι συγγραφέας. Είναι ιδρυτικό μέλος του Κοινωνικού Συνδέσμου.
Για μια τόσο δύσκολη συγκυρία σαν την τωρινή, οι επιδόσεις της Διανόησης είναι μάλλον απογοητευτικές. Όμως, υπάρχουν ευχάριστες αξαιρέσεις, που ωφείλουμε να ακούσουμε με προσοχή:
Διάβασα μια ανάλυση και ιστορική αναδρομή του πολιτικού μας συστήματος από τον Απόστολου Δοξιάδη, ο οποίος διατυπώνει την άποψη ότι είναι αναγκαίο να επαναπροσδιοριστεί και να ανασυγκροτηθεί ο χώρος του Κέντρου στο πολιτικό φάσμα. Αν κατά το παρελθόν, μας λέει, το Κέντρο ήταν ο χώρος νηφαλιότητας ανάμεσα στην κομμουνιστική/αριστερή και την δεξιά υστερία, στη σημερινή συνθήκη το Κέντρο θα πρέπει να είναι η όαση ορθολογισμού και ψυχραιμίας ανάμεσα στον λαικισμό του μετώπου ΠΑΣΟΚ/ΝΔ/ΛΑΟΣ και την άρνηση στην οποία αναλώνεται η Αριστερά.
Το πλήρες κείμενο (από το www.koinonikossyndesmos.org)
Ζητείται Επειγόντως: το Κέντρο
23 Νοεμβρίου, 2011 // Συγγρ: Απόστολος Δοξιάδης //
Του ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΔΟΞΙΑΔΗ*
Το αδιέξοδο όπου βρίσκεται αυτή τη στιγμή η χώρα δε μπορεί να ξεπεραστεί, αν δεν αποκτήσει ξανά φωνή, αλλά και πολιτική υπόσταση, ο φυσικός πλειοψηφικός χώρος μιας δημοκρατικής Ελλάδας, το Κέντρο.
Προϋπόθεση για να αποφύγει η Ελλάδα την επερχόμενη καταστροφή είναι να αλλάξει το άρρωστο κομματικό σύστημα που σημαίνει να συμβεί ένα, ή και τα δύο, από τα παρακάτω: να εξυγιανθούν ριζικά τα μεγάλα κόμματα, στο βαθμό που αυτό είναι δυνατό—φοβάμαι όμως ότι ο βαθμός αυτός ίσως να είναι πολύ μικρός—και να δημιουργηθούν καινούργια, ίσως ενσωματώνοντας και κάποιες από τις υγιέστερες δυνάμεις των παλαιών, που θα επιτρέψουν σε νέους ανθρώπους, με νέο ήθος και πραγματικές ικανότητες, να μπουν στην πολιτική σκηνή. Γιατί μόνο με τα υπάρχοντα κόμματα και το υπάρχον ανθρώπινο υλικό, ως έχει, δε μπορεί να γίνει τίποτε καλό. Καλή ομελέτα με κλούβια αυγά δε φτιάχνεται• παρομοίως, δε γίνεται καλή πολιτική με κακά κόμματα και κακούς πολιτικούς.
Πώς όμως θα αλλάξει το άρρωστο κομματικό σύστημα; Τι είναι αυτό που θα επιτρέψει τις αλλαγές που η συντριπτική πλειοψηφία των σήμερα ενεργών πολιτικών δε θέλει, ή δε μπορεί—ή, συνηθέστερα, και τα δύο—να κάνει; Κατά τη γνώμη μου, για να μπορέσουν να πραγματοποιηθούν οι αλλαγές αυτές πρέπει προηγουμένως να εκφραστεί με ισχυρή φωνή ο χώρος που σε κάποιες φάσεις της νεότερης ιστορίας μας αποκαλούνταν, και σωστά, «κεντρώος». Δε μιλώ εδώ για ένα νέο πολιτικό κόμμα ή, σωστότερα, δε μιλώ μόνο για κάτι τέτοιο. Μιλώ για κάτι βασικότερο, την απαραίτητή του προϋπόθεση. Γιατί ο χώρος του Κέντρου δεν ορίζεται πρωτίστως κομματικά, αλλά πολιτικά, κοινωνικά και πολιτισμικά, και για να υπάρξει ένα νέο κόμμα με προοπτική, πρέπει να ξέρουμε, και να ξέρει, ποια είναι η κοινωνική πολιτική, κοινωνική και πολιτισμική κατηγορία που εκφράζει.
Ο χώρος του Κέντρου αποτελεί στη σημερινή Ελλάδα προβληματική έννοια. Κάποιοι τον επικαλούνται, χωρίς να ξέρουν τι ακριβώς εννοούν, κάποιοι, όπως ο Διογένης με το φανάρι, τον αποζητούν γύρω τους, εις μάτην, κάποιοι τον αναπολούν με νοσταλγία, άλλοι τον λοιδωρούν, ενώ τέλος μερικοί—κυρίως τα κόμματα εξουσίας, που έχουν κάθε συμφέρον γι’ αυτό—θέλουν να τον υποβαθμίσουν ως αναχρονισμό, μια έννοια ληγμένη. Κι όμως, ο κεντρώος χώρος είναι αυτός που κατοικείται από το μεγαλύτερο αριθμό των πολιτών, που αντιπροσωπεύει δηλαδή τη μεγάλη πλειοψηφία των Ελληνίδων και των Ελλήνων, των μέσων, εργατικών, μετριοπαθών, πολιτικά αφανάτιστων πολιτών, χωρίς παρά ταύτα να τολμά να ομολογήσει το όνομά του. Έτσι, το να ξαναορίσουμε το νόημα της έννοιας «Κέντρο», και μέσα από τον ορισμό να της ξαναδώσουμε φωνή, είναι σήμερα πιο απαραίτητο παρά ποτέ.
Μια από τις ιδιομορφίες του πολιτικού Κέντρου είναι ότι ορίζεται πάντα ευκολότερα ως αντίθεση στα άκρα, παρά αυτόνομα, ως το τι είναι το ίδιο—αυτό άλλωστε μαρτυρεί και η ονομασία του. Κι εδώ είναι απαραίτητη μια πρόχειρη ιστορική αναδρομή:
Η έννοια του Κέντρου γίνεται κυριαρχική στην πολιτική ζωή ουσιαστικά μετά τον Εμφύλιο, καθώς στη διάρκειά του, ιδιαίτερα στα τελευταία χρόνια, η Ελλάδα έχει χωριστεί σε δύο μόνο παρατάξεις: το ΚΚΕ και τους συμμάχους του από τη μια, και όλους τους άλλους από την άλλη—το Κέντρο ενσωματώνεται φυσικά στη δεύτερη κατηγορία. Στην περίοδο από το τέλος του Εμφυλίου ως την απριλιανή Δικτατορία, το 1967, το Κέντρο ορίζεται μέσω μιας διπλής αντίθεσης: αφ’ ενός από μια Αριστερά που ήταν τότε, πότε περισσότερο-πότε λιγότερο φανερά, ευθυγραμμισμένη με τη στρατηγική του Σοβιετικού μπλοκ, χωρίς να αποτάξει, ούτε στην ηπιότερη εκδοχή της, την ΕΔΑ της δεκαετίας του 1960, τον αντιδυτικό χαρακτήρα που αυτή η ένταξη επέβαλλε• και αφ’ ετέρου από μια Δεξιά που τη χαρακτήριζαν η τυφλή προσάρτησή της στο άρμα του Παλατιού, αλλά και ο ιδεολογικού τύπου εθνικισμός και αντικομμουνισμός. Κατοικώντας το μέσο χώρο, το Κέντρο είχε ταυτόχρονα και κάποια σημεία επαφής με τα δύο άκρα που αρνιόταν: με την Αριστερά, το έφερνε κοντύτερα μια λιγότερο συντηρητική πολιτισμική στάση (δημοτικισμός, άρνηση της εθνικιστικής και ακραία αντικομμουνιστικής ρητορικής), καθώς και η επιδίωξη των ίσων ευκαιριών και του κοινωνικού κράτους, ενώ με τη Δεξιά το ένωνε ο φιλοδυτικός προσανατολισμός, και η κοινή πίστη στην αστική δημοκρατία ως αντίθεση του μαρξιστικού ολοκληρωτισμού. Με δυο λόγια, το Κέντρο εκείνα τα χρόνια οριζόταν—έστω και αν δεν το δήλωνε πάντα με αυτούς τους σαφείς όρους—ως ένας πολιτικός χώρος ταυτόχρονα αντι-αριστερός και αντι-δεξιός, ως ταυτόχρονη άρνηση και των δύο άκρων, που όμως αφομοίωνε κάποια μη-ακραία χαρακτηριστικά και των δυο. Αλλά καθώς ο κύριος εκλογικός αντίπαλος του Κέντρου, από το τέλος του Εμφυλίου και ως το 1967, ήταν η Δεξιά, η ταυτότητα του οριζόταν πιο έκδηλα από την αντίθεσή του σε αυτήν, παρά την Αριστερά. (Παρά ταύτα, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το προδικτατορικο Κέντρο παρέμεινε επί της ουσίας εξ ίσου αντι-αριστερό όσο και αντι-δεξιό, που τότε σήμαινε, κυρίως, αντικομμουνιστικό.) Τέλος, στο βαθμό που η ταυτότητά του οριζόταν θετικά, και όχι εκ των αντιθέσεών του, το προδικτατορικό Κέντρο ήταν ένας χώρος που αντλούσε τη δύναμή του από την πίστη στη φιλελεύθερη δημοκρατία και την ένταξη στη Δύση.
Τα χρόνια της επτάχρονης στρατιωτικής δικτατορίας δημιουργήθηκε μια νέα συσπείρωση στις πολιτικές δυνάμεις. Από το τρίδυμο Δεξιά, Κέντρο, Αριστερά, περάσαμε πάλι σε ένα διχασμό, μόνο που τώρα η κύρια αντίθεση είχε αλλάξει από αυτήν του Εμφυλίου: τότε, ήταν ΚΚΕ/υπόλοιποι• στο διάστημα 1967-74 έγινε χούντα/υπόλοιποι.
Η χούντα, βέβαια, παρά τα άπειρα στραβά της, έβαλε στο δρόμο της τελικής λύσης το πολιτειακό, με την εξορία του Κωνσταντίνου το Δεκέμβριο του 1967, και το δημοψήφισμα κατά της Βασιλείας, το 1973. Έτσι, με την αποκατάσταση της δημοκρατίας, τον Ιούλιο του 1974, το πολιτικό τοπίο δε μπορούσε να επανέλθει στο προδικτατορικό, τα δεδομένα είχαν αλλάξει. Δύο ήταν οι καθοριστικοί παράγοντες που διαμόρφωσαν το μεταδικτατορικό τοπίο: οι μεγάλες πρωτοβουλίες του Καραμανλή (νομιμοποίηση του ΚΚΕ και δημοψήφισμα-οριστική επίλυση του πολιτειακού) και η δημιουργία του νέου τύπου κόμματος του Ανδρέα Παπανδρέου, του ΠΑΣΟΚ, ενός «κινήματος» που εκτός των άλλων εξαφάνισε—κι αυτό δεν είναι διόλου τυχαίο—μέσα σε μια επταετία, ως το 1981, τα κόμματα του πολιτικού Κέντρου.
Με τη νομιμοποίηση του ΚΚΕ και την οριστική επίλυση του πολιτειακού, η Δεξιά είχε χάσει τα δύο της βασικά ερείσματα: τον ψυχροπολεμικό αντικομμουνισμό και την ταύτιση με το Παλάτι, και ό,τι αυτό συμβόλιζε. Χωρίς αυτά τα δύο, είχε χάσει το λόγο ύπαρξής της, οπότε η Νέα Δημοκρατία έπρεπε να δημιουργήσει μια νέα ταυτότητα, που ενσωμάτωνε σε μεγάλο βαθμό και τους περισσότερους ψηφοφόρους του προδικτατορικού Κέντρου. Όμως, η εξαφάνιση αυτή διόλου δε βόλευε τα σχέδια του Ανδρέα Παπανδρέου, που γι’ αυτό αποφάσισε να αναστήσει την παλιά Δεξιά, ως βολικό αχυράνθρωπο, ώστε να παίξει πιο εύκολα το δικό του πολιτικό παιχνίδι. Αντί όμως για την παραδοσιακή Δεξιά, που ουσιαστικά είχε σβήσει, στερούμενη ερεισμάτων, ο Ανδρέας ανέστησε ως αντίπαλο τη «Δεξιά», δηλαδή μια ουσιαστικά μυθική έννοια, που την έφτιαξε κατά πως τον βόλευε, μια καρικατούρα του παλιού εαυτού της, που τη φόρεσε σιγά σιγά καπέλο στην τότε ανυποψίαστη Νέα Δημοκρατία.
Ο Ανδρέας διαμόρφωσε σαν επιδέξιος ταχυδακτυλουργός το νέο πολιτικό τοπίο, δημιουργώντας εχθρούς και συμμάχους κατά τα γούστα του. Αφ’ ενός, κατάφερε να πλήξει καίρια τη Νέα Δημοκρατία περιορίζοντάς τη, με το δικό του ορισμό, σε κάτι που δεν ήταν, τη Δεξιά παλαιού τύπου. Αυτό το κατάφερε με το πνεύμα που ενσάρκωσε το στρεβλό σύνθημα «ο Λαός δεν ξεχνά τι σημαίνει Δεξιά». Γιατί φυσικά η Νέα Δημοκρατία του Κωνσταντίνου Καραμανλή, που επέβαλλε και διεξήγαγε υποδειγματικά το δημοψήφισμα που κατήργησε τη βασιλεία και νομιμοποίησε το ΚΚΕ, δεν ήταν ούτε φιλοβασιλική ούτε ψυχροπολεμικά αντικομμουνιστική. Άρα δεν ήταν και αυτό που «σήμαινε Δεξιά» στα μάτια των Ελληνίδων και των Ελλήνων, δηλαδή αυτό που έλεγε ο Ανδρέας ότι σήμαινε. Όμως ο πολύς κόσμος δεν πίστεψε την αλήθεια, αλλά τον Ανδρέα.
Αφ’ ετέρου, ο μέγας λαοπλάνος κατάφερε καίριο πλήγμα στο χώρο στα αριστερά του, αναγορεύοντας το ΠΑΣΟΚ του κύριο κληρονόμο των παραδόσεών της Αριστεράς, και περιθωριοποιώντας την ίδια με εκείνο το αλήστου μνήμης, ανδρεϊκής επινοήσεως, «λοιπές δημοκρατικές δυνάμεις». Η υφαρπαγή της ιστορίας της Αριστεράς έγινε με την άλλη μεγάλη πομφόλυγα της δεκαετίας του 1980, τη λεγόμενη «Εθνική Συμφιλίωση», που ενσάρκωσε εμβληματικά η τοποθέτηση του Μάρκου Βαφειάδη ως βουλευτή Επικρατείας. (Η κίνησή του Ανδρέα ήταν φυσικά καθαρά συμβολική, και κενή περιεχομένου, καθώς η εθνική συμφιλίωση είχε επιτευχθεί στην ουσία τον Ιούλιο του 1974, από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, με τη νομιμοποίηση του ΚΚΕ και του (τότε) ΚΚΕ Εσωτερικού. Τα άλλα ήταν λόγια, παράτες, φιέστες και κενή ρητορεία. )
Με το διπλό χτύπημα των συμβόλων και των συνθημάτων, δεξιά και αριστερά, που διέλυσε τους δυο πολιτικούς αντιπάλους του ΠΑΣΟΚ, αναγορεύοντας τον πρώτο κάτι που δεν ήταν, και παίρνοντας από τον δεύτερο την ιστορία του, το πολιτικό τοπίο της Ελλάδας υπέστη βίαια αναμόρφωση. Ο κύριος στόχος του Ανδρέα όμως δεν ήταν ούτε η Δεξιά ούτε η Αριστερά: ήταν η διάλυση του χώρου του Κέντρου, του μεγάλου πλειοψηφικού χώρου των μετριοπαθών ελληνίδων και ελλήνων πολιτών, που αποτελούσε και την κύρια δεξαμενή υποψήφιων ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ. Στήνοντάς απέναντί του μια Δεξιά-μπαμπούλα, μια φαντασίωση ενός σχεδόν φασιστικού-απολυταρχικού φάντασματος, ο Ανδρέας όρισε τον εαυτό του, και το ΠΑΣΟΚ του, ως ηγέτη ενός άτυπου λαϊκού Μετώπου, ενός νέου ανένδοτου αγώνα, που βάφτιζε ό,τι δεν ήταν «Δεξιά», δικό του χώρο. Αυτό ήταν το μέγιστο στρατήγημά του, και συνάμα το μεγαλύτερο κακό που έκανε στην ελληνική πολιτική ο Ανδρέας Παπανδρέου.
Ο Ανδρέας όρισε εξ αρχής τους κανόνες τους πολιτικού παιχνιδιού, με την αντίληψή του για την πολιτική να αποτελεί πλήρη ενσάρκωση της ρήσης του Μιτεράν, ότι «πολιτική είναι η διαχείριση των συμβόλων». Έτσι, ο Ανδρέας δεν ήταν μεγάλος πολιτικός αλλά μεγάλος λαοπλάνος, δημαγωγός, πολιτικάντης. Κι αυτό του το «μεγαλείο» η Ελλάδα το πλήρωσε ακριβά, και ίσως να το πληρώσει μελλοντικά ακόμη ακριβότερα.
Γιατί η πολιτική, βέβαια, δεν είναι αυτό που είπε ο Μιτεράν ή, σωστότερα, δεν πρέπει να είναι αυτό, αλλά κάτι άλλο, κάτι πολύ πιο απαραίτητο στη ζωή των ανθρώπων. Η καλή πολιτική δεν είναι η διαχείριση των συμβόλων—αν και είναι, αναγκαία, εν μέρει και αυτό—αλλά των πραγματικών ζητημάτων και προβλημάτων μιας χώρας, διαχείριση που βασίζεται στην παράλληλη ύπαρξη και λειτουργία ενός σωστού κράτους. Η καλή πολιτική συμβαδίζει με το σωστό κράτος που, για να είναι σωστό, δεν πρέπει να εξαρτάται παρά ελάχιστα από την πολιτική: η έκφραση «κρατικός μηχανισμός» δηλώνει ακριβώς ότι, σε μια σωστή δημοκρατία, το κράτος πρέπει να λειτουργεί σωστά, καλοκουρδισμένο ρολόι, ανεξάρτητα των πολιτικών. Αντ’ αυτού, ο Ανδρέας έδωσε στο ελληνικό κράτος το τελευταίο καίριο πλήγμα, διαλύοντάς το εντελώς. Για την ακρίβεια, προχώρησε πολύ παραπέρα στη διάλυσή του από αυτούς που αναθεμάτιζε ως εχθρούς του κράτους, δηλαδή το προχουντικό παρακράτος, και την ίδια τη χούντα-κράτος, κομματικοποιώντας τη δεκαετία του 1980 το κράτος σε βαθμό πρωτόγνωρο. Έπειτα, για να τον ανταγωνιστεί η Νέα Δημοκρατία στα χρόνια που ήταν στην εξουσία, τον μιμήθηκε, παίζοντας και αυτή το ίδιο παιχνίδι. Χωρίς αυτόνομο κράτος, όμως, η πολιτική δεν είχε πλέον θεσμικό αντίβαρο, και έτσι το κράτος μας κατάντησε απεικόνιση των δύο μεγάλων κομμάτων που νέμονται επί τριάντα χρόνια την εξουσία, των παρασυναγωγών και των συνεχνιακών ομάδων που τα διοικούν.
Από τη δεκαετία του 1980 και μετά, οι ιδέες και οι αρχές ουσιαστικά καταργήθηκαν, εξορίστηκαν από το μεγαλύτερο μέρος του κομματικού φάσματος—χώρια η περί του αντιθέτου φανφαρόνικες ρητορείες—μαζί και η έννοια των μεγάλων κομμάτων ως έκφρασης ουσιαστικών, συνεκτικών κοινωνικών σχηματισμών. Κι έτσι, αντί για το προδικτατορικό τρίδυμο Δεξιά-Κέντρο-Αριστερά, που είχε σίγουρα πολιτικό-κοινωνικό υπόβαθρο, η μεταπολιτευτική ζωή ορίστηκε από δύο κόμματα αποψιλωμένα από κάθε ουσιαστικό κοινωνικό περιεχόμενο, δηλαδή δυο κόμματα που με τον καιρό καταντούσαν ολοένα και περισσότερο απλές «φίρμες» (brands), με την αντίθεσή τους να έχει όσο ιδεολογικό περιεχόμενο όσο του Παναθηναϊκού με τον Ολυμπιακό. Το να είσαι Πασοκτζής ή Νεοδημοκράτης, έπαψε με τα χρόνια να σημαίνει το οτιδήποτε, από το ότι φοράς πράσινη ή γαλάσια φανέλα, και να νέμεσαι—αν ήσουν οργανωμένος οπαδός—τα προνόμια της ένταξής σου. Καθώς όμως στους ψηφοφόρους των δυο αυτών κομμάτων ανήκαν και όλοι όσοι θα μπορούσαν να ανήκουν στο μεσαίο κοινωνικό χώρο, αυτή η ισοπέδωσή τους κάτω από τις κενές «φίρμες» έπνιξε και κάθε δυνατότητα έκφρασής του Κέντρου.
Πιστεύω ότι όπως η μεταδικτατορική ισοπέδωση του ελληνικού πολιτικού τοπίου από τον Πασοκικής και Νεοδημοκρατικής υφής λαϊκισμό—και τα δύο εντέλει πνευματικά παιδιά του Ανδρέα Παπανδρέου—είχε κύριο θύμα της το Κέντρο, η ανασύστασή του Κέντρου, ως ουσιαστική έκφραση του μεγαλύτερου, παραγωγικότερου, και θετικότερου τμήματος της κοινωνίας, είναι ο εξ ων ουκ άνευ όρος της ανασυγκρότησης της πολιτικής μας ζωής πάνω σε μια βάση χρήσιμη για τον τόπο.
Το νέο αυτό Κέντρο, αναγκαστικά πρέπει να ορισθεί και αρνητικά, όπως πάντα ταιριάζει στο Κέντρο, αλλά και θετικά, όπως απαιτείται από ένα χώρο που πρέπει να οδηγήσει τη χώρα προς τη σωτηρία.
Αρνητικά, το Κέντρο σήμερα πρέπει να ορισθεί και πάλι ως αντίθεση στα δυο άκρα που απειλούν τη Δημοκρατία: το ένα παραμένει, όπως και παλιά, μια Αριστερά που δεν έχει αποκηρύξει το όραμα του ολοκληρωτισμού (έστω και αν η ίδια το βαφτίζει «ιδανική κοινωνία»), μια Αριστερά που αμφισβητεί ευθέως τη δημοκρατία μας, με λόγια (σαφέστατες διακηρύξεις) και έργα (έκνομες ενέργειες κατά της ασφάλειας και της ειρήνης των πολιτών και της εύρυθμης λειτουργίας του κράτους και της καθημερινότητάς μας). Το άλλο άκρο όμως δεν είναι ο Ανδρεοπαπανδρεϊκής επινοήσεως βρυκόλακας «Δεξιά», αλλά ο λαϊκισμός, που απαντιέται σε όλο το εύρος των μη-αριστερών κομμάτων, δηλαδή ΠΑΣΟΚ, ΝΔ και ΛΑΟΣ. Γιατί και στα τρία υπάρχουν πολιτικές τάσεις, αλλά και πολιτικοί, βουλευτές, πολιτευτές και ενεργά μέλη, που συναντιώνται στην ακραία λαϊκίστικη στάση τους, μια στάση ουσιαστικά αντι-ευρωπαϊκή, παρανοϊκά μισαλλόδοξη, που αναζητεί τον πατριωτισμό στην ψωροπερήφανη απομόνωση και κολακεύει τους ψηφοφόρους, αντιτάσσοντας στο παμπάλαιο σύμπλεγμα κατωτερότητας του νεοέλληνα, που η Κρίση το έχει διογκώσει υπερβολικά, το ψέμα μιας άνευ αποδείξεων ανωτερότητας, σε μια νέα παραλλαγή του «όσα δε φτάνει η αλεπού». Αν το καλοσκεφτούμε, οι ακραίοι λαϊκιστές του ΠΑΣΟΚ, της ΝΔ, του ΛΑΟΣ, τα βρίσκουνε μια χαρά μεταξύ τους: αν πετούσαν τις κομματικές τους φανέλες, θα μπορούσαν όλοι κάλλιστα να ανήκουν στα γραφικά γκρουπούσκουλα, τη «Σπίθα» ή το «Άρμα Πολιτών». Αυτά όμως είναι γραφικά μόνο επειδή είναι μικρά. Ενώ, αντίθετα, το κύριο σώμα και η έκφραση του λαϊκισμού, που κρατά δέσμια το ΠΑΣΟΚ και τη ΝΔ στον παλιό, χειρότερο εαυτό τους, και καθορίζει ολοκληρωτικά το ΛΑΟΣ, δεν είναι διόλου γραφικό, γιατί έχει όγκο, μέγεθος, και απειλή να συμπαρασύρει τη χώρα στο δικό του ολέθριο δρόμο.
Όμως το νέο Κέντρο πρέπει να ορισθεί και θετικά, ως αυτό που πραγματικά είναι: η φωνή της πλειοψηφίας των Ελληνίδων και των Ελλήνων πολιτών που είναι σαφής στο θετικό όραμα που αποζητά για τον τόπο, δηλαδή το όραμα μιας φιλελεύθερης κοινωνίας ευρωπαϊκού τύπου, με σύγχρονο κράτος δικαίου, με ευνομία, ισονομία και σωστή λειτουργία των θεσμών. Το όραμα μιας Ελλάδας όπου το κράτος υπηρετεί τους πολίτες, και το Δημόσιο Συμφέρον, και δεν είναι ούτε όργανο των κομμάτων—όπως το κατάντησε η κομματοκρατία των δύο μεγάλων κομμάτων—ούτε μπαμπούλας ολοκληρωτικού τύπου, που εξουσιάζει τις ζωές των πολιτών, όπως το ονειρεύεται η Αριστερά. Το όραμα μιας Ελλάδας όπου η πολιτική και το κράτος υπηρετούν τους πολίτες που αγαπούν τον τόπο τους και θέλουν να ζουν εδώ ειρηνικά και δημιουργικά.
Το νέο αυτό Κέντρο πρέπει να στελεχωθεί από νέους ανθρώπους—νέους στην πολιτική αλλά και, νομίζω, ως επί το πλείστον σχετικά νέους ηλικιακά—που μπορούν με συνέπεια λόγου, πράξης και προσωπικού ιστορικού να εκφράσουν την ουσία του, τη μετριοπάθεια στην πολιτική, και τη στήριξη της δημιουργικότητας στην καθημερινή ζωή, αυτά δηλαδή που είναι το αιτούμενο όλων των καλών πολιτών.
Κάθε εθνική κρίση, κυρίως αν είναι οικονομική, ωθεί τους ανθρώπους στα άκρα, που τα προσεγγίζουν μέσα στην απελπισία του, γιατί τα άκρα πάντα ψεύδονται, συνειδητά ή ασυνείδητα, προσφέροντας την εύκολη ρητορική των απατηλών υποσχέσεων, αντί τη δύσκολη ουσία, που απαιτεί η πραγματικότητα. Η δική μας Κρίση δεν είναι διαφορετική και το βλέπουμε στις δημοσκοπήσεις: τα άκρα ανεβαίνουν, όχι μόνο η Αριστερά, ο ΛΑΟΣ και τα ακροδεξιά μορφώματα, αλλά—ακόμη πιο επικίνδυνα—οι ακραία λαϊκίστικες τάσεις στα δυο μεγάλα (για πόσο ακόμη;) κόμματα. Αν αυτό συνεχισθεί, αν δεν υπάρξει αντίδραση, ο τόπος θα διαλυθεί από τις φυγόκεντρες δυνάμεις των άκρων, ο κοινωνικός ιστός θα διαλυθεί. Η οικονομία θα τσακιστεί, και η Ελλάδα δε θα αντέξει, θα απομονωθεί πολιτικά από τη Δύση και θα γίνει χώρα του Τρίτου Κόσμου, ξανά «ψωροκώσταινα», το υποψήφιο θύμα του κάθε αυριανού ολιγάρχη, μαφιόζου ή δικτάτορα.
Για να αποφευχθεί η διάλυση στην οποία μας τραβούν ολοταχώς, από δυο μεριές, τα άκρα, εντός και εκτός μεγάλων κομμάτων, πρέπει να αποκτήσουμε πάλι Κέντρο. Το σάπιο κομματικό σύστημα θα διαλυθεί για να ανασυντεθεί υγιώς μόνο αν ο κεντρώος χώρος ξανα-αποκτήσει έκφραση, αυτοσυνειδησία και φωνή.
Μόνο ένα νέο, ισχυρό Κέντρο μπορεί να σώσει τη χώρα από την καταστροφή.
* Ο Απόστολος Δοξιάδης είναι συγγραφέας. Είναι ιδρυτικό μέλος του Κοινωνικού Συνδέσμου.
Thursday, November 17, 2011
Paris report
Άφιξη στο Gare du Nord. Δυσάρεστη έκπληξη, ψυχρή υποδοχή, η πανταχού παρούσα διαφήμιση του τρέχοντος τεύχους του περιοδικού Le Point, αφιερωμένο στα Μεγάλα Σφάλματα της Ιστορίας (της γαλλικής υποθέτω):
1.Είσοδος της Ελλάδας στο ευρώ,
2.Συνθήκη των Βερσαλλιών,
3.Γραμμή Μαζινώ,
4. ...
Η περιέργεια ξεπέρασε την οργή και αγόρασα το περιοδικό. Έχει στοιχεία, αδιάσειστα πιθανόν, - η διαφάνεια και η βιομηχανία της Ελλάδας είναι συγκρίσιμες μόνο με χωρών του Τρίτου Κόσμου. Αν αυτά τα ομαδόν πυρά δεν είναι αποτέλεσμα της (δικαιολογημένης) οργής τους για την απροσμέτρητη ανοησία των προσφάτων κυβερνήσεων μας, τότε υποπτεύομαι ότι προετοιμάζουν την ευρωπαική κοινή γνώμη για τον εξωστρακισμό της Ελλάδας. Σκέφτομαι: οι Ευρωπαίοι κραδαίνουν τα λεκτικά χατζάρια τους, και ανησυχώ: πότε θα αρχίσουν να ακονίζουν τα ατσαλένια;
Ξεκίνησα τις μοναχικές μου βόλτες στις γκαλερί. Οι δουλειές μοιάζουν να πηγαίνουν καλά και η τέχνη της Φωτογραφίας δείχνει στα πάνω της. Οι άγνωστοι, πλην υποσχόμενοι(;), ζητάνε 3,4, 5 χιλιάρικα για μια φωτογραφία, οι καταξιωμένοι 25, 30, και βάλε. Εκείνοι τα ζητούν και φαίνεται ότι αρκετοί τους τα δίνουν. Χαίρομαι για τους καλλιτέχνες.
Και η αγορά ακινήτων ακμάζει, μου είπαν. 10.000 ευρώ το τετραγωνικό είναι η μέση τιμή για σπίτι στο Παρίσι. "Όποιος αγόρασε ένα μέτριο διαμέρισμα με 300.000 πριν 4-5 χρόνια, μπορεί τώρα να το πουλήσει για 1 εκατομμύριο. Η αποδοτικότερη δουλειά εδώ, είναι να αγοράσεις ένα διαμέρισμα, να κοιμάσαι σε αυτό και να περιμένεις", μου εξήγησε ένας καλός, παριζιάνος φίλος.
Υπάρχουν, όμως, και οι άλλοι, εκείνοι που δεν μπορούν να αγοράσουν διαμερίσματα, ούτε και να νοικιάσουν. Όταν πέφτει το σκοτάδι, στρώνουν τα κουρέλια τους στα πεζοδρόμια, υψώνουν τα χάρτινα τείχη τους στις βιτρίνες των καταστημάτων και η πόλη μετατρέπεται σε εφήμερη φαβέλα. Το πρωί όλα θα έχουν μαζευτεί, τα βρωμερά στρωσίδια θα έχουν στιβαχτεί στους τηλεφωνικούς θαλάμους (η μόνη τους χρησιμότητα:όσοι μπορούν να τηλεφωνήσουν έχουν smartphones), η αγορά θα ξεκινήσει την ημέρα της και οι Άθλιοι του Παρισιού θα ξαμολυθούν για ελεημοσύνη. Τόσους άστεγους και ζητιάνους δεν έχω δει πουθενά στον κόσμο!
Παρηγορούμαι, ο κακεντρεχής: Το ιστορικό τους λάθος δεν είναι ότι δέχθηκαν την Ελλάδα στο ευρώ, αλλά ότι δεν βλέπουν την δική τους Πτώση. Ίσως το καταλάβουν την επόμενη φορά που η οργή ξεχειλίσει ξανά από τα παριζιάνικα γκέτο.
1.Είσοδος της Ελλάδας στο ευρώ,
2.Συνθήκη των Βερσαλλιών,
3.Γραμμή Μαζινώ,
4. ...
Η περιέργεια ξεπέρασε την οργή και αγόρασα το περιοδικό. Έχει στοιχεία, αδιάσειστα πιθανόν, - η διαφάνεια και η βιομηχανία της Ελλάδας είναι συγκρίσιμες μόνο με χωρών του Τρίτου Κόσμου. Αν αυτά τα ομαδόν πυρά δεν είναι αποτέλεσμα της (δικαιολογημένης) οργής τους για την απροσμέτρητη ανοησία των προσφάτων κυβερνήσεων μας, τότε υποπτεύομαι ότι προετοιμάζουν την ευρωπαική κοινή γνώμη για τον εξωστρακισμό της Ελλάδας. Σκέφτομαι: οι Ευρωπαίοι κραδαίνουν τα λεκτικά χατζάρια τους, και ανησυχώ: πότε θα αρχίσουν να ακονίζουν τα ατσαλένια;
Ξεκίνησα τις μοναχικές μου βόλτες στις γκαλερί. Οι δουλειές μοιάζουν να πηγαίνουν καλά και η τέχνη της Φωτογραφίας δείχνει στα πάνω της. Οι άγνωστοι, πλην υποσχόμενοι(;), ζητάνε 3,4, 5 χιλιάρικα για μια φωτογραφία, οι καταξιωμένοι 25, 30, και βάλε. Εκείνοι τα ζητούν και φαίνεται ότι αρκετοί τους τα δίνουν. Χαίρομαι για τους καλλιτέχνες.
Και η αγορά ακινήτων ακμάζει, μου είπαν. 10.000 ευρώ το τετραγωνικό είναι η μέση τιμή για σπίτι στο Παρίσι. "Όποιος αγόρασε ένα μέτριο διαμέρισμα με 300.000 πριν 4-5 χρόνια, μπορεί τώρα να το πουλήσει για 1 εκατομμύριο. Η αποδοτικότερη δουλειά εδώ, είναι να αγοράσεις ένα διαμέρισμα, να κοιμάσαι σε αυτό και να περιμένεις", μου εξήγησε ένας καλός, παριζιάνος φίλος.
Υπάρχουν, όμως, και οι άλλοι, εκείνοι που δεν μπορούν να αγοράσουν διαμερίσματα, ούτε και να νοικιάσουν. Όταν πέφτει το σκοτάδι, στρώνουν τα κουρέλια τους στα πεζοδρόμια, υψώνουν τα χάρτινα τείχη τους στις βιτρίνες των καταστημάτων και η πόλη μετατρέπεται σε εφήμερη φαβέλα. Το πρωί όλα θα έχουν μαζευτεί, τα βρωμερά στρωσίδια θα έχουν στιβαχτεί στους τηλεφωνικούς θαλάμους (η μόνη τους χρησιμότητα:όσοι μπορούν να τηλεφωνήσουν έχουν smartphones), η αγορά θα ξεκινήσει την ημέρα της και οι Άθλιοι του Παρισιού θα ξαμολυθούν για ελεημοσύνη. Τόσους άστεγους και ζητιάνους δεν έχω δει πουθενά στον κόσμο!
Παρηγορούμαι, ο κακεντρεχής: Το ιστορικό τους λάθος δεν είναι ότι δέχθηκαν την Ελλάδα στο ευρώ, αλλά ότι δεν βλέπουν την δική τους Πτώση. Ίσως το καταλάβουν την επόμενη φορά που η οργή ξεχειλίσει ξανά από τα παριζιάνικα γκέτο.
Besa, you know...
Μόνο ένας δεινός ρήτορας και τετραπέρατος πολιτικός σαν τον Καρατζαφέρη θα μπορούσε να συνδιάσει τέτοιο οξύ σαρκασμό μαζί με ευφυή αυτοσαρκασμό σε λίγες κουβέντες. Είπε: δεν χρειάζεται οι Έλληνες πολιτικοί να υπογράψουν καμία συμφωνία γιατί έχουν "μπέσα" [εδώ προφανώς εκδικείται, με το αιχμηρό του χιούμορ, τους Ευρωπαίους για τα καψώνια που μας κάνουν, μετά τα τόσα χρόνια "μούφας" που τους φλόμωναν οι μπεσαλήδες Έλληνες πολιτικοί]. Και συνεχίσε: οι Eυρωπαίοι δεν καταλαβαίνουν από αυτά γιατί μόνο η ελληνική γλώσσα διαθέτει στο πλούσιο λεξιλόγιο της την "μπέσα". [Εδώ ο θεματοφύλακας της καθαρότηττας της φυλής και του πολιτισμού της, αναγάγει τον αυτοσαρκασμό σε τέχνη, χρησιμοποιώντας μια αλβανικής προέλευσης λέξη (ναι, την γλώσσα των αγαπημένων του Αλβανών!) για να υπογραμμίσει το ηθικό μεγαλείο της αφεντιάς του, του Σαμαρά, του Γιωργάκη και των προκατόχων τους]
Χέρι-χέρι...
Χέρι-χέρι...
Tuesday, November 8, 2011
Ιστορική συνέπεια
Ένα απόσπασμα από άρθρο του Μάριου Πλωρίτη στο "Βήμα", το 1998:
"ΔΕΝ περνάει φεγγάρι όπου να μην επιβεβαιώνεται πως είμαστε πλασμένοι κατ' εικόνα και ομοίωσιν των ευκλεών προγόνων μας! Το κακό, βέβαια, είναι πως, απ' τα τόσα περικαλλή γνωρίσματά τους, εμείς κληρονομήσαμε, όχι τα ευειδή και ωραία αλλά τα άσκημα και δυσειδή. Ετσι ή αλλιώς, όμως, τα καμώματά μας μοιάζουν τόσο με τα δικά τους, που μόνο κακόβουλοι μπορούν ν' αρνηθούν ότι μέσα στο νεοελληνικό κορμί μας κυκλοφορούν τα χρωμοσώματα εκείνων.
ΤΗΝ ΩΡΑ λ.χ. που μας απειλεί η Ανατολή και η Δύση κωφεύει, την ώρα που μας ανεμοδέρνουν πολλαπλές κοινωνικές και οικονομικές κρίσεις, εμείς τι κάνουμε; Ερίζουμε για φληναφήματα! Ερίζουν τα κόμματα μεταξύ τους και οι κομματικοί συναμετάξυ τους. Ερίζουν ο υπερεθνικιστές με τους «εθνικούς μειοδότες». Ερίζουν οι «φιλοευρωπαίοι» με τους αντιευρωπαϊστές. Ερίζουν οι οικονομικά προνομιούχοι με τους «προνομιούχους» εργασιακά. Ερίζουν οι εκσυγχρονιστές με τους «προεδρικούς». Ερίζουν οι πάντες για τα πάντα...
Πώς, λοιπόν, να μην αναγνωρίζουμε σ' αυτή την εριδο-μανία μας, τα σουσούμια της εριδο-μάστιγας που κατάτρωγε, στους τελευταίους του αιώνες, το προγονικό μας Βυζάντιο;
ΚΑΙ τω καιρώ εκείνω, ο μέγας κίνδυνος κάλπαζε απ' την Ανατολή, οι Τούρκοι, βέβαια, που καταβρόχθιζαν μια-μια τις βυζαντινές επαρχίες στη Μικρασία και στα Βαλκάνια. Απ' την άλλη, η Δύση (που είχε ήδη αποκαλύψει το απαίσιο ιμπεριαλιστικό πρόσωπό της με την άλωση και τη λεηλασία της Πόλης το 1204 και την κατάκτηση τόσων ελληνικών περιοχών) δεν έπαυε να εποφθαλμιά τα τελευταία απομεινάρια της άλλοτε κραταιάς βυζαντινής αυτοκρατορίας. Ταυτόχρονα, όλο θέριευε ο οικονομικός ιμπεριαλισμός της, με πρωτολάτες τους βενετσιάνους και γενοβέζους εμπόρους (τις «πολυεθνικές» της εποχής), που οι ίδιοι οι βυζαντινοί αυτοκράτορες τους είχαν παραχωρήσει πλήθος προνόμια (να οι «προνομιούχοι», πάλι!), δίνοντάς τους την ευκαιρία ν' απομυζούν τις στερνές ικμάδες της βυζαντινής οικονομίας.
Και σαν να μην έφταναν αυτά, στα ίδια τα σπλάχνα του κράτους κορυβαντιούσαν η διαφθορά των ηθών και της διοίκησης, η αναποτελεσματικότητα του κρατικού μηχανισμού, η απληστία και η αρπακτικότητα των υπαλλήλων του... Διόλου περίεργο, λοιπόν, που οι βυζαντινοί πληθυσμοί είχαν βυθισθεί σε απόγνωση, και είτε παραδίνονταν σε αδιαφορία για τα κοινά, είτε ξεσηκώνονταν κατά του ανίκανου, έωλου και άδικου κράτους. Για πρώτη φορά στη βυζαντινή ιστορία σημειώνονταν απανωτές λαϊκές εξεγέρσεις, με «αιτήματα» κοινωνικά και οικονομικά (και με απεργίες, βέβαια). Κορυφαία εκδήλωση αυτών των «ανταρσιών», το κίνημα των «ζηλωτών» της Θεσσαλονίκης (1342-49), των πληβείων που στράφηκαν βίαια κι αιματηρά κατά των «δυνατών» (των μεγάλων και προνομιούχων πάλι!), κι εγκαταστήσανε δική τους λαϊκή κυβέρνηση, γι' αυτό και χαρακτηρίσθηκαν αργότερα «κομμούνα της Θεσσαλονίκης»
ΚΙ ΟΜΩΣ, στις τραγικές εκείνες ώρες, οι Βυζαντινοί ερίζανε, καλή ώρα! Ερίζανε ακατάσχετα για την Ενωση της Ορθόδοξης με την Καθολική Εκκλησία (άλλη Ενωση, τότε).
Είχαν επιτακτική ανάγκη, φυσικά, τη στρατιωτική και οικονομική υποστήριξη της Δύσης, για ν' αποκρούσουν τον οθωμανό επιδρομέα. Αλλα χωρίστηκαν σε ενωτικούς και ανθενωτικούς, που αλληλομάχονταν λυσσαλέα. Οχι μόνο επειδή οι δεύτεροι δεν ξεχνούσαν την εγκληματική συμπεριφορά των Σταυροφόρων και φραγκοκρατών. Οχι μόνο επειδή δυσφορούσαν, δίκαια, για την άλλη λεηλασία της χώρας απ' τους ιταλούς εμπόρους. Οχι. Ερίζανε για την εκκλησιαστική πρωτοκαθεδρία που διεκδικούσε το Βατικανό... ερίζανε για το Σύμβολο πίστεως (το περιβόητο Filioque, την εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος όχι μόνο από τον Πατέρα αλλά και από τον Υιό, που υποστήριζαν οι λατίνοι και αρνιούνταν οι ορθόδοξοι)...
Και ενώ έβλεπαν τα οσμανλίδικα φουσάτα να πετσοκόβουν τον άλλοτε «ένδοξο Βυζαντινισμό» και να φτάνουν στις παρυφές της Πόλης, εκείνοι διαδήλωναν πως ο μεγαλύτερος εχθρός τους δεν ήταν οι Τούρκοι αλλά οι Λατίνοι.
ΔΕΝ ΠΑΡΟΜΟΙΑΖΩ, φυσικά, την απελπιστική κατάσταση του μελλοθάνατου Βυζαντίου με τη τη σημερινή δική μας (γιατί όχι;). Οι καιροί άλλαξαν, η Ελλάδα δεν ψυχορραγεί (που να 'ξερες Μάριε τι ερχόταν...)
Πόσα, όμως, χαρακτηριστικά του παρακμασμένου Βυζαντίου δεν επιζούν στη νεοελληνική «κληρονόμο» του; Είναι καλύτερα τα «ήθη» μας, η διοίκησή μας, η αρπακτικότητα τόσων και τόσων κρατούντων; Είναι μικρότερες οι πολιτικές και κομματικές γατο-μυομαχίες για θέματα μηδαμινά ή πλαστά, και η μυωπία μας μπρος στα αληθινά προβλήματα, κοινωνικά, οικονομικά, εθνικά; Πόσο διαφέρουν απ' τις βυζαντινές βαττολογίες οι τωρινές εθνικιστικές υστερίες εκείνων που κατακεραυνώνουν κάθε ψύχραιμη αντιμετώπιση των προβλημάτων και πλειοδοτούν σε μαξιμαλισμούς και αδιαλλαξίες;
Η ζημιά που κάνουν δεν είναι αμελητέα (κάθε άλλο!). Δεν λέω πως οδηγεί σε άλλην Αλωση (είσαι βέβαιος;). Υπάρχουν, ωστόσο και «μικρές αλώσεις», που ισχναίνουν την ήδη λιπόσαρκη χώρα μας και ναρκοθετούν τις προσπάθειες για κάποιες λογικές, δίκαιες αντετωπίσεις των θεμάτων."
Έστω και αν απλώς παπαγαλίζουμε την Ιστορία μας, χωρίς πραγματικά να την διδασκόμαστε - ή ίσως ακριβώς για αυτό- η ιστορική μας συνέπεια και η προσήλωση στις αυτοκαταστροφικές μας συνήθειες είναι εντυπωσιακές! Αντίθετα οι αρετές των προγόνων μας θάβονται αμετάκλητα στη λήθη.
"ΔΕΝ περνάει φεγγάρι όπου να μην επιβεβαιώνεται πως είμαστε πλασμένοι κατ' εικόνα και ομοίωσιν των ευκλεών προγόνων μας! Το κακό, βέβαια, είναι πως, απ' τα τόσα περικαλλή γνωρίσματά τους, εμείς κληρονομήσαμε, όχι τα ευειδή και ωραία αλλά τα άσκημα και δυσειδή. Ετσι ή αλλιώς, όμως, τα καμώματά μας μοιάζουν τόσο με τα δικά τους, που μόνο κακόβουλοι μπορούν ν' αρνηθούν ότι μέσα στο νεοελληνικό κορμί μας κυκλοφορούν τα χρωμοσώματα εκείνων.
ΤΗΝ ΩΡΑ λ.χ. που μας απειλεί η Ανατολή και η Δύση κωφεύει, την ώρα που μας ανεμοδέρνουν πολλαπλές κοινωνικές και οικονομικές κρίσεις, εμείς τι κάνουμε; Ερίζουμε για φληναφήματα! Ερίζουν τα κόμματα μεταξύ τους και οι κομματικοί συναμετάξυ τους. Ερίζουν ο υπερεθνικιστές με τους «εθνικούς μειοδότες». Ερίζουν οι «φιλοευρωπαίοι» με τους αντιευρωπαϊστές. Ερίζουν οι οικονομικά προνομιούχοι με τους «προνομιούχους» εργασιακά. Ερίζουν οι εκσυγχρονιστές με τους «προεδρικούς». Ερίζουν οι πάντες για τα πάντα...
Πώς, λοιπόν, να μην αναγνωρίζουμε σ' αυτή την εριδο-μανία μας, τα σουσούμια της εριδο-μάστιγας που κατάτρωγε, στους τελευταίους του αιώνες, το προγονικό μας Βυζάντιο;
ΚΑΙ τω καιρώ εκείνω, ο μέγας κίνδυνος κάλπαζε απ' την Ανατολή, οι Τούρκοι, βέβαια, που καταβρόχθιζαν μια-μια τις βυζαντινές επαρχίες στη Μικρασία και στα Βαλκάνια. Απ' την άλλη, η Δύση (που είχε ήδη αποκαλύψει το απαίσιο ιμπεριαλιστικό πρόσωπό της με την άλωση και τη λεηλασία της Πόλης το 1204 και την κατάκτηση τόσων ελληνικών περιοχών) δεν έπαυε να εποφθαλμιά τα τελευταία απομεινάρια της άλλοτε κραταιάς βυζαντινής αυτοκρατορίας. Ταυτόχρονα, όλο θέριευε ο οικονομικός ιμπεριαλισμός της, με πρωτολάτες τους βενετσιάνους και γενοβέζους εμπόρους (τις «πολυεθνικές» της εποχής), που οι ίδιοι οι βυζαντινοί αυτοκράτορες τους είχαν παραχωρήσει πλήθος προνόμια (να οι «προνομιούχοι», πάλι!), δίνοντάς τους την ευκαιρία ν' απομυζούν τις στερνές ικμάδες της βυζαντινής οικονομίας.
Και σαν να μην έφταναν αυτά, στα ίδια τα σπλάχνα του κράτους κορυβαντιούσαν η διαφθορά των ηθών και της διοίκησης, η αναποτελεσματικότητα του κρατικού μηχανισμού, η απληστία και η αρπακτικότητα των υπαλλήλων του... Διόλου περίεργο, λοιπόν, που οι βυζαντινοί πληθυσμοί είχαν βυθισθεί σε απόγνωση, και είτε παραδίνονταν σε αδιαφορία για τα κοινά, είτε ξεσηκώνονταν κατά του ανίκανου, έωλου και άδικου κράτους. Για πρώτη φορά στη βυζαντινή ιστορία σημειώνονταν απανωτές λαϊκές εξεγέρσεις, με «αιτήματα» κοινωνικά και οικονομικά (και με απεργίες, βέβαια). Κορυφαία εκδήλωση αυτών των «ανταρσιών», το κίνημα των «ζηλωτών» της Θεσσαλονίκης (1342-49), των πληβείων που στράφηκαν βίαια κι αιματηρά κατά των «δυνατών» (των μεγάλων και προνομιούχων πάλι!), κι εγκαταστήσανε δική τους λαϊκή κυβέρνηση, γι' αυτό και χαρακτηρίσθηκαν αργότερα «κομμούνα της Θεσσαλονίκης»
ΚΙ ΟΜΩΣ, στις τραγικές εκείνες ώρες, οι Βυζαντινοί ερίζανε, καλή ώρα! Ερίζανε ακατάσχετα για την Ενωση της Ορθόδοξης με την Καθολική Εκκλησία (άλλη Ενωση, τότε).
Είχαν επιτακτική ανάγκη, φυσικά, τη στρατιωτική και οικονομική υποστήριξη της Δύσης, για ν' αποκρούσουν τον οθωμανό επιδρομέα. Αλλα χωρίστηκαν σε ενωτικούς και ανθενωτικούς, που αλληλομάχονταν λυσσαλέα. Οχι μόνο επειδή οι δεύτεροι δεν ξεχνούσαν την εγκληματική συμπεριφορά των Σταυροφόρων και φραγκοκρατών. Οχι μόνο επειδή δυσφορούσαν, δίκαια, για την άλλη λεηλασία της χώρας απ' τους ιταλούς εμπόρους. Οχι. Ερίζανε για την εκκλησιαστική πρωτοκαθεδρία που διεκδικούσε το Βατικανό... ερίζανε για το Σύμβολο πίστεως (το περιβόητο Filioque, την εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος όχι μόνο από τον Πατέρα αλλά και από τον Υιό, που υποστήριζαν οι λατίνοι και αρνιούνταν οι ορθόδοξοι)...
Και ενώ έβλεπαν τα οσμανλίδικα φουσάτα να πετσοκόβουν τον άλλοτε «ένδοξο Βυζαντινισμό» και να φτάνουν στις παρυφές της Πόλης, εκείνοι διαδήλωναν πως ο μεγαλύτερος εχθρός τους δεν ήταν οι Τούρκοι αλλά οι Λατίνοι.
ΔΕΝ ΠΑΡΟΜΟΙΑΖΩ, φυσικά, την απελπιστική κατάσταση του μελλοθάνατου Βυζαντίου με τη τη σημερινή δική μας (γιατί όχι;). Οι καιροί άλλαξαν, η Ελλάδα δεν ψυχορραγεί (που να 'ξερες Μάριε τι ερχόταν...)
Πόσα, όμως, χαρακτηριστικά του παρακμασμένου Βυζαντίου δεν επιζούν στη νεοελληνική «κληρονόμο» του; Είναι καλύτερα τα «ήθη» μας, η διοίκησή μας, η αρπακτικότητα τόσων και τόσων κρατούντων; Είναι μικρότερες οι πολιτικές και κομματικές γατο-μυομαχίες για θέματα μηδαμινά ή πλαστά, και η μυωπία μας μπρος στα αληθινά προβλήματα, κοινωνικά, οικονομικά, εθνικά; Πόσο διαφέρουν απ' τις βυζαντινές βαττολογίες οι τωρινές εθνικιστικές υστερίες εκείνων που κατακεραυνώνουν κάθε ψύχραιμη αντιμετώπιση των προβλημάτων και πλειοδοτούν σε μαξιμαλισμούς και αδιαλλαξίες;
Η ζημιά που κάνουν δεν είναι αμελητέα (κάθε άλλο!). Δεν λέω πως οδηγεί σε άλλην Αλωση (είσαι βέβαιος;). Υπάρχουν, ωστόσο και «μικρές αλώσεις», που ισχναίνουν την ήδη λιπόσαρκη χώρα μας και ναρκοθετούν τις προσπάθειες για κάποιες λογικές, δίκαιες αντετωπίσεις των θεμάτων."
Έστω και αν απλώς παπαγαλίζουμε την Ιστορία μας, χωρίς πραγματικά να την διδασκόμαστε - ή ίσως ακριβώς για αυτό- η ιστορική μας συνέπεια και η προσήλωση στις αυτοκαταστροφικές μας συνήθειες είναι εντυπωσιακές! Αντίθετα οι αρετές των προγόνων μας θάβονται αμετάκλητα στη λήθη.
Subscribe to:
Posts (Atom)