Sunday, March 16, 2014
Οι Έλληνες συζητούν
Αντιγράφω την αντιγραφή του Χωμενίδη:
«... Για να συζητήσουν οι Έλληνες πρέπει να διαιρεθούν σε παρατάξεις... Την έλλειψη αληθινής πνευματικής ανάπτυξης φανερώνει καλά και η έλλειψη ανοχής και ψυχραιμίας που χαρακτηρίζει σχεδόν πάντα τις συζητήσεις... Δεν κατορθώνουν να πιστέψουν οι Έλληνες ότι ένας άνθρωπος που σκέπτεται διαφορετικά από αυτούς μπορεί να είναι πολύ άξιος, πολύ έντιμος και πολύ χρήσιμος άνθρωπος. Όταν εκδηλωθεί μια διαφωνία, η πρώτη δουλειά των Ελλήνων είναι να αρνηθούν ολότελα τη σημασία του αντιπάλου... Οι φανατικοί των ιδεών, εθνικιστές και μαρξιστές, καταχτούν πολύ εύκολα αυτά τα παιδιά, με μερικές απλές φόρμουλες, διατυπωμένες στη γλώσσα του δημοτικού σχολείου, που εξηγούν μονομιάς το μυστήριο της ανθρωπότητας. Έτσι αναπτύσσεται η Ελλάδα... »
ΓΙΩΡΓΟΣ ΘΕΟΤΟΚΑΣ, 1929
Saturday, March 8, 2014
Το νέο κόμμα
Από το συγκλονιστικό φθινώπορο του 2009, όταν χάσαμε τη γη κάτω από το πόδια μας, έχουν περάσει πια 4,5 χρόνια, διάστημα ικανό για μια ανασκόπηση του πως η οικονομική κατάρρευση επηρέασε το πολιτικό σκηνικό της χώρας.
Στα χρόνια αυτά συντελείται ο κατακερματισμός του παραδοσιακού δικομματισμού της μεταπολίτευσης. Η ΝΔ είναι ευτυχής με ένα ποσοστό που αντιστοιχεί στο μισό του πρόσφατου παρελθόντος και το ΠΑΣΟΚ έχει σχεδόν αφανιστεί. Το εκκολαπτώμενο δίπολο ΝΔ-ΣΥΡΙΖΑ με δυσκολία προσεγγίζει αθροιστικά το 40%, που ωχριά σε σχέση με το 80 και βάλε που χτυπούσαν οι γαλαζοπράσινοι στους καλούς καιρούς. Από τη συρρίκνωση αυτή ωφελήθηκαν σχήματα που είτε φυτοζωούσαν (Χ.Α), είτε προέκυψαν στην πορεία (ΑΝΕΛ, ΔΗΜΑΡ), και ενθαρρύνθηκε η δημιουργία νέων κομμάτων ή/και κινημάτων (Δημιουργία Ξανά, Δράση, «58», Ποτάμι κλπ.)
Η διαδικασία της πολυδιάσπασης, αν και δυσκολεύει το σχηματισμό σταθερής κυβέρνησης, είναι μια θετική εξέλιξη: εφόσον συμφωνούμε (οι περισσότεροι τουλάχιστον) ότι το σύστημα που διαμορφώθηκε στα 40 χρόνια της Μεταπολίτευσης εκτροχιάστηκε και οδήγησε τη χώρα στον όλεθρο, η αντικατάστασή του από κάτι νέο είναι επιτακτική. Στην περίοδο της παντοδυναμίας του, ο δικομματισμός είχε τη δύναμη να φιλτράρει εξελίξεις και πρόσωπα, καθορίζοντας τους πρωταγωνιστές της κεντρικής πολιτικής σκηνής. Κανένα πρόσωπο, όσο ικανό και αν ήταν, δεν είχε πιθανότητα να ακουστεί, παρά μόνο μέσα από τα γαλάζια ή πράσινα κανάλια (κομματικά ή τηλεοπτικά). Διάφοροι μηχανισμοί που ονομάστηκαν «κομματική πειθαρχία» ή «πολιτικό κόστος» επιστρατεύτηκαν ώστε οι όποιοι ικανοί, είτε να μετατραπούν και αυτοί σε πιόνια, είτε να περιθωριοποιηθούν.
Το ενδεχόμενο τα παραδοσιακά κόμματα εξουσίας να αυτοδιορθωθούν, αν και δεν μπορεί να αποκλειστεί, μοιάζει απίθανο: η αντίληψη τους περί άσκησης πολιτικής φαίνεται να έχει περάσει στο γονίδιο τους. Και αν ακόμα κατόρθωναν την υπέρβαση, δύσκολα θα έπειθαν την κοινωνία για την ειλικρινή τους μεταμέλεια. Ο κατακερματισμός, συνεπώς, είναι η μόνη δυνατότητα για να ανοίξουν οι πόρτες στο καινούργιο.
Μολονότι, λοιπόν, το αναγκαίο πρώτο βήμα για την ανατροπή του σκηνικού πραγματοποιείται, προφανώς από μόνο του δεν αρκεί. Αρκεί να δει κανείς τι νέο έχει προκύψει ως τώρα:
α) Κόμματα διαμαρτυρίας, που με τη ρητορική τους εξαργυρώνουν και υποδαυλίζουν τη δικαιολογημένη οργή του κόσμου (Χ.Α και ΑΝΕΛ τυπικά παραδείγματα). Με κραυγές και κατάρες μπορεί να επιτυγχάνονται πρόσκαιρα δημοσκοπικά ωφέλη, τα προβήματα όμως δεν λύνονται.
β) Κινήματα καλών προθέσεων, όπως η «Σπίθα» του Μ. Θεοδωράκη, η «Δυναμική Ελλάδα» του Μόσιαλου, ο «Κοινωνικός Σύνδεσμος» του Φλωρίδη και άλλα παρόμοια, που διατυμπάνισαν για μερικές εβδομάδες την πρόθεση τους να παρέμβουν, αλλά το μόνο που άφησαν πίσω τους είναι κάποιες εγκαταλελειμένες σελίδες στο ίντερνετ. Άγνωστο γιατί, παραιτήθηκαν πολύ γρήγορα από τις προσπάθειες, που αποδείχθηκαν πυροτεχνήματα των εμπνευστών τους και μέσο εκτόνωσης του κοινού που τους ακολούθησε. Αν δεν αλλάξει κάτι θεαματικά, παρόμοια τύχη διαφαίνεται και για τους «58». Το «Ποτάμι» είναι πολύ πρόσφατο για να κριθεί, θα πρέπει όμως να προσέξει πολύ για να μην έχει την ίδια κατάληξη. Θα πρέπει να αποφύγει την προχειρότητα και την αοριστολογία, να δείξει επιμονή που να εκτείνεται πέρα από τις πρώτες ενθουσιώδεις ημέρες• οι διάσπαρτες ιδέες και επιθυμίες των εμπνευστών του να μετασχηματιστούν σε συγκροτημένο πολιτικό λόγο.
γ) Μικρά προσωποπαγή κόμματα με αποσπασματική ατζέντα. Η «Δράση» του Μάνου, ή η «Δημιουργία Ξανά» του Τζήμερου επικαλέστηκαν την ανάγκη μεταρρυθμίσεων, συμφωνούσαν στα περισσότερα, αλλά απέτυχαν να συνεργαστούν. Η γελοιότητα των ΚΚΕ-ΜΛ και ΜΛ-ΚΚΕ έπληξε και το μεταρρυθμιστικό κέντρο. Προφανώς η χώρα δεν πρόκειται να σωθεί από έναν άνθρωπο, όσο ευφυής ή επικοινωνιακός και αν είναι.
δ) Τέλος υπάρχει και ο ενισχυμένος ΣΥΡΙΖΑ που συνδιάζει όλα τα παραπάνω, καθώς αποτελεί ένα ανομοιγενές κράμα στελεχών παλαιοκομματικής λογικής, αντιδραστικών συνδικαλιστών και αριστερών ρευμάτων αφοσιωμένων στον καταγγελτικό λόγο.
Αυτό που ως τώρα ΔΕΝ έχει εμφανιστεί, είναι μια ομάδα ανθρώπων με ένα κοινό όραμα για τη χώρα και ένα εύλογα σαφές σχέδιο για να το υποστηρίξει, με διάθεση για επίμονη δουλεία και ειλικρινή επιθυμία για συνεργασία. Για να μην πέσω και εγώ στην παγίδα της γενικολογίας, διευκρινίζω το «όραμα»: μια αντίληψη για τα κυρίαρχα χαρακτηριστικά που θα πρέπει να έχει ο δημόσιος (πολιτικός και οικονομικός) βίος της Ελλάδας, ώστε να μπορέσει να ανακάμψει και να ευημερίσει. Για παράδειγμα, θέλουμε ο νόμος να είναι κυρίαρχος ή θέλουμε να υπάρχει για να τον παρακάμπτουμε, θέλουμε αξιοκρατία ή βουλευτές που υπάρχουν για να βολεύουν τα παιδιά μας, θέλουμε οι πολίτες να συμμετέχουν στη λήψη αποφάσεων ή να είναι απλοί παρατηρητές των εξελίξεων, θέλουμε να επιτρέψουμε σε νέους ανθρώπους να αναδειχθούν με τον μόχθο και τις ικανότητες τους ή επιθυμούμε να προστατεύουμε τα παλιά «τζάκια», θέλουμε να είμαστε ανεκτικοί στο διαφορετικό ή απαιτούμε τη συμμόρφωση όλων στις κυρίαρχες αντιλήψεις, θέλουμε να είμαστε σε επικοινωνία με το παγκόσμιο γίγνεσθαι ή προτιμάμε να μας αφήσουν στην ησυχία μας, κλπ. Τα ερωτήματα αυτά δεν είναι ρητορικά, αντιθέτως οι απαντήσεις σε αυτά συνιστούν το «όραμα» και στη συνέχεια καθορίζουν το σχεδίου για την υλοποίηση του.
Το δε σχέδιο δεν είναι απλώς ένας κατάλογος επιθυμίων και ευχών, αλλά μια σειρά συγκεκριμένων δράσεων με ιεραρχημένες προτεραιότητες και χρονοδιαγράμματα, με οργανόγραμμα και δομές για την υλοποίηση τους, με τακτική αξιολόγηση των αποτελεσμάτων.
Είναι πολύ απογοητευτικό το γεγονός ότι το μόνο εμπεριστατωμένο σχέδιο για την ανάκαμψη της οικονομίας που έχει εκπονηθεί ως τώρα, προέρχεται από μια ξένη, ιδιωτική εταιρία (ΜcΚinsey). Αξίζει τον κόπο μια γρήγορη ανάγνωση, έστω και της 80σέλιδης περίληψης που είναι δημοσιευμένη στο διαδίκτυο, για να κατανοήσει κανείς τι πρέπει να περιέχει ένα τέτοιο σχέδιο (ακόμα και αν διαφωνεί με τις επιμέρους προτάσεις) και να αντιληφθεί ότι κάτι ανάλογο δεν έχει προταθεί από κανένα πολιτικό φορέα της χώρας. Και ακόμα χειρότερα, ούτε καν αυτή η μασημένη τροφή δεν έχει τεθεί σε δημόσια συζήτηση (η οποία περιορίζεται σε συνθήματα, απειλές, σαρκασμό και μια ακατάσχετη ασημαντολογία).
Ύστερα δυσανασχετούν πολλοί γιατί, όπως λένε, μας κάνουν κουμάντο οι ξένοι. Πως θα μπορούσε να ήταν διαφορετικά, αν εμείς δεν έχουμε ιδέα για το τι χώρα θέλουμε και πως να την οικοδομήσουμε;
Ο κατακερματισμός του πολιτικού φάσματος πραγματοποιείται και, παρά τις δυσάρεστες παρενέργειές του (ανάδειξη σκοταδιστικών δυνάμεων, πολιτική αστάθεια), δημιουργεί το ζωτικό χώρο για το καινούργιο που θα έρθει για να τον καταλάβει και να κυριαρχήσει στην περίοδο μετά την ιστορική καμπή που διανύουμε. Κατά τη γνώμη μου, αυτό θα το πετύχουν οι δυνάμεις εκείνες που θα κατορθώσουν να συνδιάσουν ένα θελκτικό όραμα με ένα συγκροτημένο σχέδιο καθώς και να υπερβούν τη γνωστή δυσκολία της φυλής μας για συνεργασία. Δεν είναι εύκολο: καλούμαστε να αφήσουμε πίσω μας μηχανισμούς και νοοτροπίες που ήταν ακλόνητες επί δεκαετίες. Είναι λογικό, επομένως, ότι καμία από τις ως τώρα προσπάθειες δεν είχε αίσια κατάληξη. Ελπίζω όμως, ότι οι ζυμώσεις για τη διαμόρφωση ενός κινήματος με τα παραπάνω χαρακτηριστικά βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη.
Friday, February 7, 2014
Τα ιερά και όσια
Είναι εντυπωσιακό σε ποιό βαθμό κατορθώνουν η θρησκευτική και «πατριωτική» προπαγάνδα να διαστρεβλώνουν την Ιστορία, ή και να την γράφουν καταπώς τις εξυπηρετεί.
Στα «ανδραγαθήματα» του Μέγα και Άγιου Κωνσταντίνου, του οποίου το όνομα έχουμε κατηχηθεί να δοξάζουμε και να διαιωνίζουμε, βαφτίζοντας σχεδόν τα μισά αγόρια κάθε γεννιάς προς τιμήν του, περιλαμβάνονται και τα εξής:
- Toν Ιούνιο του 326 διατάζει την εκτέλεση του μεγαλύτερου γιού του Κρίσπου. Τον επόμενο μήνα, κατόπιν εντολής της μητέρας του και μετέπειτα λατρευτής μας αγίας Ελένης, εκτέλεσε τη σύζυγο του αυτοκράτειρα Φαούστα αφήνοντας την να πεθάνει σε υπερθερμασμένο λουτρό (με άλλα λόγια την έβρασε ζωντανή) [1]
- Το 332 επέτρεψε στους γαιοκτήμονες να αλυσοδένουν τους καλλιεργητές όταν υποψιάζονταν ότι σκόπευαν να αποδράσουν. [2]
Αυτές οι - όχι και τόσο χριστιανικές- πράξεις δεν εμπόδισαν τα ιερατεία να τον ανακυρήξουν άγιο. Θα ήταν άλλωστε μέγιστη αγνωμοσύνη από μέρος τους, εφόσον ήταν εκείνος που τους άνοιξε τις πύλες της θρησκευτικής εξουσίας.
Αν τον 4ο αι. μ.Χ ή το Μεσαίωνα ο εναγκαλισμός πολιτικής και θρησκείας ήταν αυτονόητος, τα ισχυρά του κατάλοιπα στον 21ο αι. συνιστούν έναν αδιανόητο αναχρονισμό που καθηλώνει ολόκληρες κοινωνίες σε στασιμότητα.
Γύρω στο 1500, ο βασιλιάς της Αγγλίας δήμευσε όλες τις εκκλησιαστικές γαίες καταργώντας ουσιαστικά την εξουσία της εκκλησίας και συγκεντρώνοντας την στο κράτος. Ο συγκεντρωτισμός των κρατικών θεσμών κατέστησε εφικτή τη δημιουργία ανοικτών πολιτικών θεσμών [3], οι οποίοι με τη σειρά τους επέτρεψαν την οικονομική διεύρυνση που αργότερα μετέτρεψε τη χώρα σε εμπορική δύναμη και αφετηρία της Βιομηχανικής Επανάστασης.
Πεντακόσια (!) χρόνια αργότερα, η Ελληνική κοινωνία δεν είναι ακόμα πρόθυμη να περιορίσει την εκκλησία στη σφαίρα που εγγενώς ανοίκει, δηλ. του πνευματικού και του μεταφυσικού. Ως εκ τούτου, τέτοιου είδους μεταρυθμίσεις δεν έχουν συντελεστεί και η περιουσία της εκκλησίας -αλλα και η εξουσία της γενικότερα- παραμένει ακλόνητη. Δεν είναι, επομένως, να απορεί κανείς που η Βιομηχανική, ή οποιαδήποτε άλλη δημιουργική Επανάσταση, θα αργήσει πολύ ακόμα να φτάσει στα μέρη μας.
[1] http://en.wikipedia.org/wiki/Constantine_the_Great
[2] Daron Acemoglu & James a Robinson, Γιατί αποτυγχάνουν τα Έθνη, σελ. 188
[3] Γιατί αποτυγχάνουν τα Έθνη, σελ. 204
Sunday, December 1, 2013
Κοινωνία χαμηλής νοημοσύνης
Ας ονομάσουμε νοημοσύνη μιας κοινωνίας όλες εκείνες τις δεξιότητες που διαμορφώνουν τη στάθμη του πολιτισμού της, που προσδιορίζεται από το σύνολο της πνευματικής δημιουργίας (καλλιτεχνικής, επιστημονικής, τεχνολογικής), την οικονομική και πολιτική της κατάσταση, την ποιότητα ζωής εν γένει κλπ. Αυτή η συλλογική διάνοια, μολονότι προφανώς εξαρτάται από τις ατομικές δυνατότητες των μελών της κοινωνίας, δεν ισούται σε καμία περίπτωση με το άθροισμα τους. Την τελική συνισταμένη καθορίζει σε μεγάλο βαθμό το κατά πόσο οι ικανότητες του ενός αναιρούν ή αντιθέτως συμπληρώνουν και ενισχύουν τις ικανότητες του πλησίον. Λογικά το μέγιστο αποτέλεσμα επιτυγχάνεται όταν το σύνολο των ατομικών δυνατοτήτων προσανατολίζεται σε μια συγκεκριμένη κατεύθυνση, ένα κοινό στόχο, όταν η σκέψη του ενός γίνεται το εφαλτήριο απ’ όπου εξυψώνεται η σκέψη του άλλου και αντιθέτως εκμηδενίζεται όταν οι μεμονομένες προσδοκίες στρέφονται προς τυχαίες ή και μεταξύ τους ασύμβατες κατευθύνσεις, όταν οι φωνές αλληλοκαλύπτονται παράγοντας μόνο θόρυβο.
Το μέσο που εξασφαλίζει ότι οι πνευματικές ικανότητες, οι διάνοιες και οι γνώσεις του καθενός, διοχετεύονται σε μια κοινή κοίτη για να σχηματίσουν ένα ορμητικό ποτάμι, αντί να διαχέονται σε ισχνά ρυάκια που στη διαδρομή ξεραίνονται, είναι ο λόγος, δημόσιος και ιδιωτικός. Με τη συζήτηση, το διάλογο, με τη διαφωνία, τον αντίλογο, την επιχειρηματολογία, τον συμβιβασμό ή την πειθώ, μπορεί η συλλογική σκέψη να κάνει βήματα εμπρός. Επίσης αυτή είναι η μόνη διαδικασία που μπορεί να διαμορφώσει τους κοινά αποδεκτούς στόχους, για την επίτευξη των οποίων τα άτομα θα είναι πρόθυμα να θυσιάσουν μέρος των των προσωπικών τους συμφερόντων.
Το επίπεδο του δημόσιου λόγου στην Ελλάδα το βλέπουμε κάθε μέρα στη Βουλή, στα κανάλια της τηλεόρασης, στον Τύπο, στο διαδίκτυο, στα πανεπιστήμια, στο δρόμο και είναι χυδαίο. Η συζήτηση έχει εκφυλιστεί σε ανταλλαγή ύβρεων, σε διαγωνισμό ειρωνίας, σε προσωπικές επιθέσεις και προσβολές ή στην καλύτερη περίπτωση σε διαλόγους κωφών και εναλλαγή ανερμάτιστων μονολόγων. Όποτε επιτυγχάνεται κάποια μορφή επικοινωνίας, είναι ανάμεσα σε άτομα που ανήκουν στην ίδια ομάδα συμφερόντων ή ιδεολογίας που συζητούν για να επικυρώσουν την - εκ των προτέρων γνωστή- συμφωνία τους. Το δυστύχημα είναι ότι κάθε τέτοια ομάδα (π.χ πολιτικό κόμμα, συντεχνία, ευρωπαϊστές ή υπερπατριώτες, θιασώτες του μνημονίου ή αντιμνημονιακοί) περιχαρακώνεται στις απόψεις της και αδυνατεί να διαλεχθεί με άλλες. Αλλά ακόμα και εντός της ομάδας, όποτε προκύπτουν διχογνωμίες, η διάσπαση είναι η πιθανότερη εξέλιξη. Η συζήτηση σαν διαδικασία αναζήτησης κοινών τόπων και πνευματικής εξέλιξης είναι αδιανόητη. Η σκέψη μένει στάσιμη και εντέλει ατροφεί.
Η παρακμή του Λόγου εξηγεί το παράδοξο αυτού του τόπου με το οποίο ερχόμαστε διαρκώς αντιμέτωποι: ενώ συναντούμε παντού έξυπνους ανθρώπους, η κοινωνία μας είναι χαμηλής, χαμηλότατης, νοημοσύνης.
Monday, November 11, 2013
A matter of taste
"The only thing is to decide which is the most aesthetic form of suicide, marriage and a 40-hour-a-week job, or a revolver."
A. Camus
Friday, November 8, 2013
Παλεύοντας με τον Αλάριχο
Κάποιες φορές η ανάγνωση μοιάζει με σκυταλοδρομία, κατά την οποία το ένα ανάγνωσμα παραπέμπει στο επόμενο, και που με λίγη τύχη οδηγεί σε θησαυρούς χαμένους ή μη.
Κάπως έτσι ξετρύπωσα τον Ρόδη Ρούφο και το -δυστυχώς εκτός κυκλοφορίας- βιβλίο του Οι Μεταμορφώσεις του Αλάριχου (Εκδ. Ίκαρος, 1971).
Πρόκειται για μια συλλογή από δοκίμια με ευρεία θεματολογία, από βιβλιοκριτικές έως σκέψεις για τη δημοκρατία και τους εχθρούς της.
Τα κείμενα μαρτυρούν έναν επιδέξιο μάστορα της γλώσσας (μια υπέροχη δημοτική που είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι γράφτηκε πριν από 50-60 χρόνια), ένα νηφάλιο και πολυσχιδή στοχαστή, υμνητή της κριτικής και ελεύθερης σκέψης, ένα λάτρη της δημοκρατίας και του φιλελευθερισμού.
Δε με εκπλήσει ότι ο Ρούφος και το έργο του πέρασαν στη λήθη: ζούμε στον τόπο που δίδαξε τη μεσότητα αλλά μετά ερωτεύθηκε παράφορα την υπερβολή• γοητευόμαστε από παθιασμένα συνθήματα και περιφρονούμε την καθαρή σκέψη. Η τιμωρία του Αλάριχου, όπως θα έλεγε ο ίδιος.
Το απόσπασμα που ακολουθεί είναι από το ομότιτλο με το βιβλίο δοκίμιο. Ο Αλάριχος, ο νέος και σφριγηλός πολεμιστής που πολιορκεί την παρακμασμένη αυτοκρατορία, συμβολίζει την βαρβαρότητα τριγύρω και εντός μας:
Ο Κομφούκιος είπε κάπoτε ότι όταν οι λέξεις και τα νoήματα δεν είναι καθαρά, τότε κι οι πράξεις γίνονται συγκεχυμένες, το κράτoς δεν διοικείται καλά κι ακολουθούν πόλεμοι και καταστροφές. Είχε ανακαλύψει το μυστικό όπλο του Αλάριχου, του γήινου συμμάχoυ της εντροπίας. (Kι ο Aλάριχος τον εκδικήθηκε: διακόσια πενήντα, χρόνια αργότερα μεταμφιεσμένος στον αυτoκράτoρα Τσιν Σι Χουανγκ Τι, έβαλε να κάψoυν όλα τα: βιβλία του). Γιατί αληθινά, η εννοιολογική σύγχυση οδηγεί σε κάθε λογής ανοησία, ασυνεννοσία και καμιά φορά σε αλληλoσφαγή. Σαν υποδιαίρεσή της μπορούμε να θεωρήσoυμε και το ότι συχνά αυτοϋπνωτιζόμαστε με λέξεις και σχήματα που, σε μια ψύχραιμη και θετική ανάλυση, δεν έχoυν απολύτως κανένα λογικό νόημα. Κι όταν τούτο συμβαίνει στην ποίηση ή στο μυστικισμό, πάει καλά, αυτοί είναι τομείς του πνεύματος εξ όρισμού εξωλογικοί. Ο κίνδυνoς – και η εκμετάλλευση του Αλάριχου- αρχίζει όταν η σύγχυση κυριαρχεί στην πoλιτική, στην οικονομία, σε μορφές έκφρασης που σχετίζονται με ενδόκοσμα, πρακτικά πράγματα - ή και σε θρησκευτικά θέματα, όταν αυτά βαραίνουν αποφασιστικά στην ιστoρική ζωή.
Ας θυμηθούμε το «filioque» που προκάλεσε, τυπικά τουλάχιστο, το Μεγάλο Σχίσμα... Ας θυμηθούμε τα υβριστικά συνθήματα με τα οποία αλληλοσκοτώνονται κατά καιρούς οι Νεοέλληνες, με αφoρμή την πoλιτική των Μεγάλων Δυνάμεων ή τη γλώσσα των Ευαγγελίων... Στα κατοχικά κι αμέσως μετακατοχικά χρόνια οι συμφοιτητές μου κι εγώ βριζόμασταν «Βούλγαροι!» ή «Φασίστες!» - και τα δυο εξίσου ανακριβείς ονομασίες για τους αντιπάλους, φορτωμένες φονικό πάθος (γιατί αν το πάθος ευνοεί την εννoιoλoγική σύγχυση, αυτή με τη σειρά της τρέφει το πάθος).
Mήπως οι χαρακτηρισμοί του «δημοκρατικού», του «εθνικόφρονος», του «αναρχικού» που εξάπτουν τους αναγνώστες του καθημερινού μας τύπου αντέχουν πάντα σε μιαν αυστηρή λoγική ανάλυση;
Σ' όλα αυτά φταίνε η έλλειψη σαφήνειας των λέξεων και η κακή τους χρήση, είτε καλόπιστη είτε κακόπιστη• στην πoλιτική και στη δημοσιογραφία είναι κατά κανόνα το δεύτερο.
Πολλοί φωνάζουν ότι η σημερινή νεολαία δεν έχει αρκετή ιδεολογική πίστη κι ενθουσιασμό. Ανάμεσα στις φωνές διακρίνω, δυνατότερη απ' όλες, του Αλάριχου. Πόσο αγαπάει τις ιδεολογίες ο Αλάριχος! Ιδίως αυτές που οπλίζουν και σκληραίνουν συνειδήσεις, θολώνουν το νου, φανατίζουν!
Εγώ θα ζητούσα, αντίθετα - αν τολμούσα- να καθιερωθεί στα σχολεία ένα καινούριο μάθημα: η Ακριβολογία, με μιαν είσαγωγή στο λογικό θετικισμό. Μια διδασκαλία καθαρής σκέψης, νηφάλιας αντικειμενικότητας. Πολλές φούσκες θα σπάσουν, πολλά συνθήματα θα ατονίσουν, κάμποσοι επαγγελματίες της σύγχυσης θα χάσουν τη δουλειά τους. Πόσο το κέρδος όμως, αν μαθαίναμε από παιδιά να ορίζουμε και να ξεχωρίζουμε σωστά τις έννoιες, να συλλoγιζόμαστε ορθά, να διακρίνουμε αντικειμενική διαπίστωση από αξιoλoγική κρίση κι υπoκειμενική ευχή, ν' ακούμε καιτην «άλλη πλευρά»! Πιστεύω πως μια τέτοια διδασκαλία θα’ταν πιο εποικοδομητική για τον Ηomo Sapiens από ορισμένους παραλογισμούς που εμπvέει ο Αλάριχος στη σημερινή παιδεία μας (λόγου χάρη, στην Ελλάδα, η διδασκαλία των χριστιανικών αρετών και, παράλληλα, η εξύμνηση του Μεγάλου Κωνσταντίνου που σκότωνε τους συγγενείς του και του Βουλγαροκτόνου που τύφλωνε τους αιχμαλώτους ... )
Αλλά βλέπω κιόλας πως θ’ αντιδρούσε ο Αλάριχος στην πρόταση μιας τέτοιας εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης. [...] οι θεολόγοι θα συγκροτούσαν διαδηλώσεις, η πρόταση θα χαρακτηριζόταν αντεθνική και οι αρμόδιες υπηρεσίες θ' άνοιγαν, καλού κακού, φάκελο για τον πνευματικό της πατέρα.
Είναι ευνόητος ο δισταγμός μου να προτείνω τόσο ανατρεπτικά πράγματα. Ο Αλάριχος έχει πολλούς και ισχυρούς συμμάχους. Σ' όλες τις ευνομούμενες χώρες, εξάλλου, είναι αυτοδικαίως μέλος του Ανωτάτου Εκπαιδευτικού Συμβουλίου και της Επιτρoπής Ασφαλείας του Κράτους ...
Μάιος 1963
Saturday, October 5, 2013
Ο Τολστόι και το Νόημα της Ύπαρξης
Ως τώρα ήξερα ότι υπάρχουν καλά βιβλία και κακά βιβλία.
Μόλις τελείωσα ένα βιβλίο που δεν είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο. Το «Μια Εξομολόγηση» του Τολστόι είναι αξιολάτρευτο.
Ο συγγραφέας γύρω στα πενήντα του χρόνια έχει ό,τι μπορεί να ονειρευτεί άνθρωπος: χρήμα, δόξα, οικογένεια, έχει γράψει αριστουργήματα, έχει ερωτευθεί παράφορα, έχει ιδρύσει σχολεία, έχει ταξιδέψει, όταν όμως έρχεται αντιμέτωπος με το αμείλικτο ερώτημα του νοήματος της ζωής («Τι είμαι;», «Γιατί ζω;», «Τι θα βγει από αυτό που κάνω σήμερα, ή αυτό που θα κάνω αύριο; Τι θα βγει από ολόκληρη τη ζωή μου;») καταρρέει. Όλα όσα έχει πετύχει στη ζωή του μοιάζουν ανούσια εφόσον θα πεθάνει και εκείνος, και τα παιδιά του και οι αναγνώστες των βιβλίων του. Μόνο η αυτοκτονία μοιάζει λογική διέξοδος.
Έχοντας απορρίψει την θρησκεία από τα νεανικά του χρόνια και έχοντας δοκιμάσει τον ευδαιμονισμό χωρίς να βρει παρηγοριά, στράφηκε στην επιστήμη και την φιλοσοφία για απαντήσεις στο βασανιστικό ερώτημα. Απογοήτευση και εκεί. Όταν το θεμελιώδες υπαρξιακό ερώτημα προσεγγίζεται μέσω της ψυχρής λογικής, το αποτέλεσμα είναι ολέθριο και η αυτοκτονία η μόνη λύση. (Πόσο πολύ μου θυμίζει αυτό τη ρήση του Πεσσόα: «Η ασυνειδησία είναι η βάση της ζωής. Αν η καρδιά μπορούσε να σκεφτεί, θα σταματούσε.»)
Η αναζήτηση του τον έφερε ξανά πίσω στην πίστη και τη θρησκεία. Προσπάθησε να ζήσει σα καλός χριστιανός, με προσευχή, νηστεία και εκκλησία. Το ιδανικό μιας κοινωνίας αγάπης του έδωσε γαλήνη. Για λίγο...
Το ανήσυχο πνεύμα του επαναστάτησε απέναντι στην πεισματική εμμονή της κάθε θρησκείας να θεωρεί ότι η ίδια κατέχει την απόλυτη αλήθεια και όλες οι άλλες κυρήσσουν το ψέμα. Απογοητεύτηκε όταν αντιλήφθηκε ότι η στάση αυτή ωφείλεται στο ότι οι θρησκείες γίνονται όχημα πολιτικής και έφριξε διαπιστώνοντας ότι οδηγεί στη μισαλλοδοξία και σε πολέμους που οι Εκκλησίες σπεύδουν να ευλογήσουν.
Μολαταύτα εξακολούθησε να θεωρεί ότι κάποια μορφή πίστης είναι αναγκαία για να μπορεί να συνεχιστεί η ζωή, επιδώθηκε έτσι σε μια προσπάθεια να διακρίνει την αλήθεια από τα ψέματα της θρησκείας. Σε τι βαθμό τα κατάφερε δεν το μαθαίνουμε. Πάντως δεν αυτοκτόνησε...
Δεν ξέρω αν θα γίνει κανείς σοφότερος διαβάζοντας αυτό το βιβλίο. Εντούτοις το βρήκα αξιολάτρευτο, γιατί η απεγνωσμένη αναζήτηση του Τολστόι είναι βαθειά ανθρώπινη: ξεκίνησε με τον πρώτο του είδους μας που σήκωσε το βλέμμα του στ’ άστρα και θα τελείωσει όταν και του τελευταίου τα μάτια κλείσουν οριστικά.
Η σκέψη που στριφογυρίζει στο μυαλό μου ύστερα από όλα αυτά είναι η εξής: Μήπως το νόημα της ύπαρξης βρίσκεται στην αναζήτησή του, στην πνευματική εξύψωση που συνεπάγεται η διαρκής και αγωνιώδης αναζήτηση του νοήματος; Με άλλα λόγια μήπως η απάντηση στο ερώτημα είναι το ίδιο το ερώτημα;
Μόλις τελείωσα ένα βιβλίο που δεν είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο. Το «Μια Εξομολόγηση» του Τολστόι είναι αξιολάτρευτο.
Ο συγγραφέας γύρω στα πενήντα του χρόνια έχει ό,τι μπορεί να ονειρευτεί άνθρωπος: χρήμα, δόξα, οικογένεια, έχει γράψει αριστουργήματα, έχει ερωτευθεί παράφορα, έχει ιδρύσει σχολεία, έχει ταξιδέψει, όταν όμως έρχεται αντιμέτωπος με το αμείλικτο ερώτημα του νοήματος της ζωής («Τι είμαι;», «Γιατί ζω;», «Τι θα βγει από αυτό που κάνω σήμερα, ή αυτό που θα κάνω αύριο; Τι θα βγει από ολόκληρη τη ζωή μου;») καταρρέει. Όλα όσα έχει πετύχει στη ζωή του μοιάζουν ανούσια εφόσον θα πεθάνει και εκείνος, και τα παιδιά του και οι αναγνώστες των βιβλίων του. Μόνο η αυτοκτονία μοιάζει λογική διέξοδος.
Έχοντας απορρίψει την θρησκεία από τα νεανικά του χρόνια και έχοντας δοκιμάσει τον ευδαιμονισμό χωρίς να βρει παρηγοριά, στράφηκε στην επιστήμη και την φιλοσοφία για απαντήσεις στο βασανιστικό ερώτημα. Απογοήτευση και εκεί. Όταν το θεμελιώδες υπαρξιακό ερώτημα προσεγγίζεται μέσω της ψυχρής λογικής, το αποτέλεσμα είναι ολέθριο και η αυτοκτονία η μόνη λύση. (Πόσο πολύ μου θυμίζει αυτό τη ρήση του Πεσσόα: «Η ασυνειδησία είναι η βάση της ζωής. Αν η καρδιά μπορούσε να σκεφτεί, θα σταματούσε.»)
Η αναζήτηση του τον έφερε ξανά πίσω στην πίστη και τη θρησκεία. Προσπάθησε να ζήσει σα καλός χριστιανός, με προσευχή, νηστεία και εκκλησία. Το ιδανικό μιας κοινωνίας αγάπης του έδωσε γαλήνη. Για λίγο...
Το ανήσυχο πνεύμα του επαναστάτησε απέναντι στην πεισματική εμμονή της κάθε θρησκείας να θεωρεί ότι η ίδια κατέχει την απόλυτη αλήθεια και όλες οι άλλες κυρήσσουν το ψέμα. Απογοητεύτηκε όταν αντιλήφθηκε ότι η στάση αυτή ωφείλεται στο ότι οι θρησκείες γίνονται όχημα πολιτικής και έφριξε διαπιστώνοντας ότι οδηγεί στη μισαλλοδοξία και σε πολέμους που οι Εκκλησίες σπεύδουν να ευλογήσουν.
Μολαταύτα εξακολούθησε να θεωρεί ότι κάποια μορφή πίστης είναι αναγκαία για να μπορεί να συνεχιστεί η ζωή, επιδώθηκε έτσι σε μια προσπάθεια να διακρίνει την αλήθεια από τα ψέματα της θρησκείας. Σε τι βαθμό τα κατάφερε δεν το μαθαίνουμε. Πάντως δεν αυτοκτόνησε...
Δεν ξέρω αν θα γίνει κανείς σοφότερος διαβάζοντας αυτό το βιβλίο. Εντούτοις το βρήκα αξιολάτρευτο, γιατί η απεγνωσμένη αναζήτηση του Τολστόι είναι βαθειά ανθρώπινη: ξεκίνησε με τον πρώτο του είδους μας που σήκωσε το βλέμμα του στ’ άστρα και θα τελείωσει όταν και του τελευταίου τα μάτια κλείσουν οριστικά.
Η σκέψη που στριφογυρίζει στο μυαλό μου ύστερα από όλα αυτά είναι η εξής: Μήπως το νόημα της ύπαρξης βρίσκεται στην αναζήτησή του, στην πνευματική εξύψωση που συνεπάγεται η διαρκής και αγωνιώδης αναζήτηση του νοήματος; Με άλλα λόγια μήπως η απάντηση στο ερώτημα είναι το ίδιο το ερώτημα;
Friday, July 26, 2013
The dark world of Antoine D'Agata
I read that photographer Antoine D'Agata won a great award for his book, titled "Anticorps", at the annual photography festival of Arles. Immediately my mind went a few years back when I met him at the same city, where I went to attend his workshop. I still wonder what made me choose him among so many other photographers. Maybe it was the fact that he had already become a hot name in the world of photography, or the curiosity how his workshop would be, taking into account his personal work: dark, feverish images full of sex, drugs and human flesh.



Getting along with him was tough. He can be as raw as his pictures are and he was pushing everyone to the same extreme limits that he pushes himself. I remember some girls often bursting to tears and as far as I was concerned, I felt detached from the whole process and demotivated. I thought I had made a wrong choice and compromised with the idea that this workshop was for me a waste of time and optimism. I kept shooting photos only for the shake of the rest of the class and they were terrible.
One evening, after a very long day of lesson, shooting and merciless critique we ended up having a drink at the famous "yellow house" of Van Gogh, which is now a bar on the main square of Arles. I was exhausted physically, mentally and psychologically and I was looking forward to finish my drink and go back to my hotel to collapse. When I mentioned my intention, D'Agata told me that this was the right moment to go to shoot photos. I thought he was kidding, but no, he meant every word. I asked him if he was tired and he replied, no, not at all, despite the 48 consecutive sleepless hours (he also mentioned his record was 76 or so, no surprise one of his books is called "Insomnia")... He suggested that I should do something extreme, like walking to Marseille (200 km away) or punch someone and see what will happen. I realized that there was a whole universe separating our worlds, but somehow I appreciated his effort and started understanding his point of view.


The next day I decided to skip the workshop and I went to see various exhibitions around the town. I ended up to the exhibition of D'Agata. I already knew many photos, but there were some I had never seen before. The experience of the previous night at the bar made me see them with a different eye. I am neither conservative, nor a puritan, however some the images shocked me and others disturbed me deeply. After I left the exhibition I realized that these particular images got imprinted in my mind for hours, even days. My response to them was developing with time and when I managed to become honest to myself, I realized with shameful surprise that they were also exciting, in a very instinctive or subconscious level that I have probably been trained to dig deep under multiple layers of good manners and moral principles. It was then that I made some sense out of the work of this unusual man. He takes long, desperate dives into the dark corners of the soul, where one usually does not dare to look, where unacceptable thoughts and unspeakable desires are pushed and brings them to the surface. D'Agata shoots daemons, his daemons, our daemons.




One day, desperate with our bad photographs, he said to someone (it could very well have been me, but it was not): "Let's go back to the basics, why do you photograph?". I don't remember the response of the poor guy. but I remember very well the answer of D'Agata when I addressed the same question to him: "All I want is to keep on living in this world of sex and drugs and photography is the way I found to do it and be paid for it". Only much later, I realized that this sentence was the only, but very important lesson I learned in this workshop: the life and the work of a true artist are one and the same thing.




Some years later, an exhibition based on his work "Anticorps" was presented in the city where I live. A text written by him accompanied the photographs. I kept some passages that show his own views on his work:
The only freedom for those who have nothing, lies in self destruction. Refusing to reduce themselves to servitude, they find an outlet in sex, drugs and violence. In the same way, depravity has always been for me, a step towards emancipation. Years of slow and reasoned self-destruction, of narcotic experimentation, of urban survival and liaisons with prostitutes, have provoked in me a slow process of maturation on these questions. I cannot risk on purpose, my destiny without getting too close, that is removing the physical distance from the photographed body, coming materially into contact, seeing beyond and smelling odours, totally immersing myself through the senses and the nerves and eliciting physical reactions also in the self and the other. I photograph carnal relationships, scenes of ecstasies:I look at shattered bodies that struggle and console the other in primitive copulations. I have sex with prostitutes and I lick flesh and bodily fluids as an antidote to the profound silence that weighs on minds dehumanized by global economy and religion. My photography is developing immunity to stereotypical morals. It is condemned to be subversive, asocial, atheistic, erotic and immoral.
Instead of reducing photography to the sole capacity of recording reality, I take responsibility for the position I assume. Rejecting voyeuristic or sociological standpoints, the images ensure art and action are inseparable in the frantic search for the feeling of being alive, of being part of life. In this fragile attempt, the image is defined both through and within the act that engenders it. It's not my insight into the world that matters but my most intimate rapport with the world. I structure a physical and psychic path overshadowed by deformity, rejection, dependence, pain, numbness, estrangement, risk, hazard, desire or unconsciousness.


Monday, July 22, 2013
Το μυστικό της ανθρώπινης ύπαρξης
"...Γιατί το μυστικό της ανθρώπινης ύπαρξης είναι τούτο: Δε θέλει μονάχα να ζει, μα να ξέρει και γιατί ζει. Αν ο άνθρωπος δεν έχει μια σταθερή φαντασίωση του σκοπού για τον οποίο ζει, θα αρνηθεί να ζήσει, θα προτιμήσει να αυτοεκμηδενιστεί..."
Φ. Ντοστογιέφσκι, Ο Μέγας Ιεροεξεταστής
Saturday, July 20, 2013
"Burn in hell"
When Margaret Thatcher was at the peak of her power, I was a schoolboy living in a suburb of Athens. My age, my interests and my location back then, were simply too far from her affairs for me to have a personal and contemporary impression of her. I only remember the general feeling from the adults around: only Hitler was less popular. Years later and only after she had retired, some politicians back home dared to refer to her policies and ideas in a positive way.
When I started following the news, reading the newspapers etc. I got a rough idea of her ideology which I think the Pet Shop Boys accurately summarized in just one verse of their song "Shopping": I heard it in the House of Commons: everything's for sale
The ethics of political correctness require that immediately after the death of someone, especially of someone important, the achievements and qualities of the deceased should be underlined and the controversies should be overlooked. The text of Andrew O'Hagan, published (in the New York Books Review) just one month after the death of M.T is a spectacular expression of disrespect to this hypocritical rule and, at least for this reason, I think it is worth reading.
Some passages:
- She always slightly hated England’s elite, or hated the idea that you couldn’t have an elite of shopkeepers, and by the end she left Britain a greedier and seedier place. Despite the pomp and circumstance of her funeral and the many plaudits she has garnered since her death, her great experiment actually didn’t work: the people who could get rich got richer, of course, but she and her followers had no plan to relieve the economic misery that befell the others, the people who were now forced to live on state benefits, which continued to grow. It is the communities of the other—where no new investment took hold, where no new jobs came to replace the ones that were scrapped—that continue to fester in modern Britain.
- There was a country that died, the one in which the classes felt a little responsible for one another, survived wars together, a country in which young people used to have options outside the service industry or the gambling fraternity. And you can still see that country dying every day of the week on television. Gap-toothed and overlagered, unemployed and proud of nothing, the great-grandsons and daughters of the respectable working class are seen screaming at each other on The Jeremy Kyle Show, a tribute to Thatcher’s legacy and her impact on British social cohesion.
It was an impressive work of social engineering but ultimately a dreadful one. She created a population that is more dependent and less productive. She made us more individual but less cooperative.
- She ground the unions down but left workers with no alternative form of self-esteem or protection, and the result, today, is a workforce of the alienated. She boasted of setting people free but British working people have never been more enslaved to the whims of fashion, corporate greed, and agism than they are now. A young person from a former mining community where there might have been classes in the evenings and a sense of propriety, decency, modesty, and community can now only hope for a place in “the zone”—the world of the “haves”—by winning a celebrity contest or by thriving on the black market.
She made a Lottery nation.
- I grew up on one of those housing estates in Scotland. It was Ayrshire: a mining community and one also given over to farming and manufacturing. The first time I heard someone from our street talk about Thatcher, it was a couple of neighbors who had decided to buy their council house. Thatcher had made it possible for the government’s housing stock to be sold, giving tenants a “leg up” onto the property ladder. The couple loved Maggie: they were able to buy their house cheap and immediately changed the color of their front door, to show their neighbors they were now different.
All the kids in my class were given a small bottle of milk every day at mid-morning. It was nice to drink the milk, but nicer, in some larger way, to learn that you lived in a country where the government your parents paid their taxes to cared about you that minutely. Thatcher stopped the milk. It seemed new, the thought that people who didn’t want to strive and become better than their neighbors were totally lacking in spirit.
At first it seemed like a small philosophical problem: older people, hard-working people, contented people, sick people would argue that they didn’t have to be winners. They didn’t want to do better: they were quite happy to do fine. They liked being like other people. It squared with their sense of belonging and with their idea of what made British life stable. My mother worked in a youth club and Thatcher closed it down.
-In 1984 the coal miners down the road at Auchinleck went on strike. It wasn’t controversial to hold the view that some of the unions were out of control, that change had to happen, and that arrogance was rife. But suddenly there was a turn in the conversation, not locally, but on the TV news: the union men were now corrupt, evil, violent criminals. To us they were hardworking men who made half-decent wages in terrible conditions, people who lived in modest houses and had holidays at the English seaside. But in the news they were tyrants and Mrs. Thatcher was going to bring them down.
There was never any sense that she respected these men or the dangers they endured; no sense that these people were fighting for something real and good and irreplaceable. To us Thatcher was always a politician made of hard dogma, almost sociopathic in her inability to see the human beings behind the percentages she wielded like knives.
- Those who want to test the view that Mrs. Thatcher’s government had excellent recovery plans for Auchinleck and New Cumnock should visit the towns today. Unemployment and social problems have destroyed community life there and in March 2013 New Cumnock was voted Scotland’s most dismal town. There are no shops, there are derelict houses, the town hall is facing closure, and the church is empty. And that is only one of hundreds of towns in Britain that felt the impact of the Thatcher revolution.
- There was a vanity in Mrs. Thatcher, much copied by her followers, that the enmity she stirred up in people was merely a reflection of her toughness when it came to “getting things done.” But it was mindless of her to think so. Politicians have always been disliked and always blamed, but Thatcher appeared to many people in Britain to have no feeling for the people whose lives were hurt by her policies. No feeling and no understanding. Her stridency appeared to excite boys who remembered their nannies, but to other men and women, the poorer sort, she was the incarnation of blind authority. She knew there were real families out there in Britain’s hinterlands or northern lands, yet, like a crazed statistician or a bad novelist, she couldn’t really imagine what their lives must be like.
- “Can’t pay. Won’t pay.” That was another slogan born around the same time in response to the Poll Tax introduced by Mrs. Thatcher. The idea was to levy the same local rates regardless of income, a boost to rich people on large incomes in the south but a misery for those struggling in the north, which was already blighted by industry closures. It was the final nail. Even her biggest supporters recognized that, with the Poll Tax, Mrs. Thatcher was contravening a basic tenet of fairness that had always, at some level, seemed crucial in Britain. (Even if it wasn’t: it seemed so.) It wasn’t fair what she was doing and the fact that she tried out the Poll Tax in Scotland before bringing it to England felt like a beastly act. It was probably the single biggest contributing factor to the resurgence of the Scottish National Party and the later establishment of a devolved Scottish parliament. She hated the idea of such a parliament but it can be counted as one of her unwitting creations.
- The Economist, still admiring her linkage of low taxes and the end of the cold war, sees that she was too often driven by something punitive. “Hatred, it is true, sometimes blinded her,” said the magazine in a recent editorial.
- Her stridency, from her early days as “Thatcher the milk snatcher” to her defenestration by her own party, was divisive. Under her the Conservatives shrank from a national force to being a party of the rich south. She couldn’t hold the nation together, indeed she drove it apart, and that is because she didn’t really believe in the nation except as a sentimental or martial entity. That’s the strangest legacy of all about Maggie: if you listen to those who loved her and thought she was manifestly right, you find, after a while, that you are with people who don’t know their own country and don’t like it either. They think they like it because they don’t like Europe, but in fact, they abjure both. They like their own lives, of course, and their own kind, but they imagine the rest of Britain is mainly an unspeakable place of aliens and scroungers. This feeling borrows heavily from Thatcher and her notion that there is no such thing as society.
- She wasn’t fair and she didn’t know the meaning of the word. If she had, she would have helped, not opposed, Nelson Mandela in his fight against apartheid. She wouldn’t have personally ordered the sinking of the Argentinian warship General Belgrano even though it was outside the defined exclusion zone. (Three hundred and twenty-three men died that night.) She wasn’t fair and she wasn’t just, either, otherwise she would have seen—as many of her ministers did—that the Poll Tax would only make life harder for people who were already struggling.
- Those who questioned the rise of get-rich-quick-ness as a responsible way to live and a decent way to support the population were treated as Communists. Speaking personally, I never particularly liked the manners and corruptions of a certain bullying group of trade unionists. But still, looked at with open eyes, one might argue that the excesses of those union men were a little smaller-scale, a little local, when compared with a good many of today’s bankers and oligarchs. To Thatcher’s metaphorical children there is no argument there: a free-market criminal is always preferable to a left-leaning one, even though, as we have discovered, both can be state-sponsored.
- Mrs. Thatcher gave the modern world a new kind of distrust for liberal values whenever they came up against market demands. She thought people who didn’t agree with her revelations were “the enemy within.” People who didn’t agree with Mrs. Thatcher were just not “one of us,” they deserved no empathy, had to be beaten, and Britain for a while found her drama of certainty addictive.
- There was, appropriately enough, a gun carriage and a military procession in London on the day of her funeral, while 378 miles away, in the former mining town of New Cumnock, the third-generation unemployed put their dole money together to throw a street party.
Subscribe to:
Posts (Atom)